Έλληνας, μειονοτικός, μετανάστης

Ο 46χρονος Οσκάν και η οικογένειά του ζουν σε μια κωμόπολη έξω από την Κολωνία. Είναι από την Κομοτηνή και στο θρήσκευμα μουσουλμάνοι. Μιλάνε για τη μειονότητα στην Ελλάδα και τη μετανάστευση στη Γερμανία.«Είναι δύσκολο να είσαι μειονοτικός σε όποια χώρα και να βρίσκεσαι. Άμα συμβεί κάτι στην Ελλάδα σε λένε κωλότουρκο, πας στην Τουρκία σε λένε γκιαούρ». Ο 46χρονος Οσκάν ξέρει πολύ καλά για ποιο πράγμα μιλάει. Είναι «γέννημα – θρέμμα», όπως με περηφάνια συχνά τονίζει στη συζήτησή μας, Κομοτηναίος. Εκεί γεννήθηκε, εκεί μεγάλωσε. Μουσουλμάνος στο θρήσκευμα, μέλος της μειονότητας. Στο δημοτικό πήγε στο μειονοτικό σχολείο κοντά στο μεγάλο πάρκο της πόλης. Αργότερα στο γυμνάσιο, οι γονείς του τον έστειλαν στο ελληνικό σχολείο για να μάθει καλά και τα ελληνικά. Έκανε πολλές δουλειές για να ζήσει και να συντηρήσει την οικογένειά του, κυρίως όμως δούλεψε ως χειριστής μηχανημάτων.

Αυτό κάνει και τώρα που ζει μαζί με τη γυναίκα του και τον 16χρονο γιο του σε μια μικρή κωμόπολη κοντά στην Κολωνία. Η κρίση στην Ελλάδα δεν έκανε διακρίσεις σε χριστιανούς και μουσουλμάνους. Το 2013 ένας συγγενής του στο Μόναχο προσφέρθηκε να τον βοηθήσει, ωστόσο η Γερμανία δεν ήταν παράδεισος. «Και χριστιανοί και μουσουλμάνοι το ίδιο σε εκμεταλλεύονται. Οι παλιοί μετανάστες που ήρθαν πριν από μας είναι αλλιώς. Θέλανε να δουλεύουμε με καθόλου λεφτά ή με πολύ λίγα» λέει γεμάτος πίκρα.

Κάποια στιγμή απελπίστηκε. Δεν μπορούσε να μαζέψει χρήματα για να φέρει τη γυναίκα του και το παιδί του. Είχε αποφασίσει να επιστρέψει στην Ελλάδα όταν ένας φίλος τού πρότεινε να κάνει μια τελευταία δοκιμή και να πάει στη κωμόπολη όπου σήμερα μένει. Στάθηκε τυχερός και τώρα δουλεύει σαν χειριστής μηχανημάτων σε ένα γερμανικό εργοστάσιο. «Το 70% των εργατών είναι Τούρκοι, το 5% Έλληνες και οι υπόλοιποι Γερμανοί» λέει. Αυτό τον βοηθάει με τη γλώσσα βέβαια αλλά οι φίλοι του στη Γερμανία είναι Έλληνες παρόλο που οι Τούρκοι είναι περισσότεροι. «Πάω στην ελληνική καφετέρια. Οι Τούρκοι εδώ είναι αλλιώς, έχουν άλλες συνήθειες. Δεν παίζουν τα παιχνίδια στα χαρτιά που παίζουμε εμείς. Εγώ θα παίξω ‘κουμ-καν’, ‘Θανάση’».

Όσο για μουσική, ακούει πολλά είδη. Όταν πίνει το ουζάκι του θέλει να ακούει Τσιτσάνη. Αλλά και ο Καζαντζίδης του αρέσει πολύ και ο Ιμπραήμ και οι Skorpions.

Να φτιάξει η κατάσταση στην Ελλάδα να γυρίσουμε πίσω

«Μπέρδεμα να είσαι μειονοτικός» λέει. Καπνίζει αρειμανίως και πίνει ελληνικό καφέ. Τον αγόρασε η γυναίκα του η Γκιουλτσέν από τον Μουσταφά στην Κομοτηνή. Η Γκιουλτσέν παρακολουθεί με ενδιαφέρον τη συζήτησή μας αλλά δεν θέλει να μιλήσει. Τα ελληνικά της δεν είναι καλά. Προτιμάει να τα πει ο άντρας της. Όταν τους λέω πως ο Ερντογάν θα πάει στην Κομοτηνή και τους ρωτώ πώς βλέπουν αυτή την επίσκεψη, ο Οσκάν σπεύδει να μου ξεκαθαρίσει πως δεν ανακατεύεται με τα πολιτικά. Βεβαίως, λέει, κάθε ‘μεγάλος’ που πάει στην περιοχή καλό είναι, αλλά αυτό που τον ενδιαφέρει είναι εάν η Ελλάδα μπορεί να κάνει κάτι, εάν μπορεί να διορθωθεί η οικονομική κατάσταση για να γυρίσουν πίσω στην Κομοτηνή. Η ζωή στη Γερμανία δεν του αρέσει. «Εδώ οι άνθρωποι βράδυ πάνε στη δουλειά, βράδυ γυρίζουν» λέει. Δεν του αρέσει το κλίμα και σκέφτεται πότε θα έρθει το καλοκαίρι να πάει διακοπές στη Θάσο. Στην Τουρκία έχει να πάει 17 χρόνια αν και έχουν εκεί συγγενείς.

Τον ρωτάω πως είναι η κατάσταση για τη μειονότητα σήμερα και μου λέει πως δεν υπάρχει πια πρόβλημα, δεν είναι όπως παλιά. «Πριν από 35-40 χρόνια δεν μπορούσαμε να αλλάξουμε ούτε κεραμίδι. Χρειαζόμασταν άδεια. Τα αλλάζαμε παράνομα, υπήρχαν οι χαφιέδες, να τα πρόστιμα» θυμάται. Ούτε τηλέφωνο είχαν, ούτε καν οι επιχειρηματίες. Για να είχες τηλέφωνο έπρεπε να έχεις μέσο κανένα χριστιανό, κανένα βουλευτή, κανέναν που να τα παίρνει. Ο πατέρας του ήταν από τους πρώτους στη μειονότητα που είχαν τηλέφωνο γιατί ήταν συντηρητής καλοριφέρ και δούλευε στα δικαστήρια και την αστυνομία. «Ο δικαστής δεν ήθελε να μπαίνει σε κρύα αίθουσα και δεν μπορούσε να πηγαίνει συνέχεια σπίτι να τον φωνάζει κι έτσι του βάλανε τηλέφωνο».

Δεν έχουμε κανένα πρόβλημα στην Κομοτηνή χριστιανοί και μουσουλμάνοι

Σήμερα όμως δεν υπάρχουν προβλήματα. «Στο στενό που μένω στην Κομοτηνή, ένα αδιέξοδο, μένουν έξι οικογένειες μουσουλμάνων και έξι χριστιανών. Δεν έχουμε κανένα πρόβλημα. Στο μπαϊράμι μάς εύχονται κι εμείς τους ευχόμαστε τα Χριστούγεννα και το Πάσχα. Όταν σφάζουμε στο μπαϊράμι θα δώσουμε και στο χριστιανό, τι μόνο στο μουσουλμάνο; Κι αυτοί το Πάσχα μας δίνουν τσουρέκια και κόκκινα αυγά. Γεμίζει το σπίτι κόκκινα αυγά» λέει γελώντας και αναπολώντας με συγκίνηση. «Η γειτόνισσα μου η Ελληνίδα μου μιλάει στα τούρκικα επειδή εγώ δεν μιλάω καλά ελληνικά» λέει με μια φυσική ευγένεια και γλυκύτητα η Γκιουτσέλ.

«Έλληνας, μειονοτικός, μετανάστης» είναι ο τίτλος που σκέφτομαι να βάλω στο άρθρο λέω στον Οσκάν. Εντάξει μου απαντά «όλα σωστά». Η χαμογελαστή Γκιουτσέλ συμπληρώνει λίγο διστακτικά «είμαστε και Τούρκοι, η γλώσσα, η θρησκεία αλλά εμείς την Ελλάδα ξέρουμε και αγαπάμε».

Έχει δίκιο ο Οσκάν, πολύ μπέρδεμα να είσαι μειονοτικός. «Σε ένα πόλεμο εμείς οι μουσουλμάνοι θα είμαστε στην πρώτη γραμμή. Και θα είμαι στη μέση. Κι όταν είσαι στη μέση δεν είσαι πουθενά. Μια σφαίρα θα φάω από την Τουρκία και μια σφαίρα θα φάω από την Ελλάδα».

Μαρία Ρηγούτσου