Aκριβές πρώτες ύλες και ενέργεια, υψηλή φορολογία, δυσαρεστημένοι πελάτες. Η καθημερινότητα Ελλήνων επιχειρηματιών της Γερμανίας από τον χώρο της εστίασης και των τροφίμων έχει γίνει ασφυκτική.Απόγευμα Παρασκευής στο νότιο Βερολίνο, σε μια περιοχή χωρίς τουριστικές ατραξιόν, από το Λιχτενράντε στα όρια με το Βρανδεμβούργο και το Μαρίεντορφ μέχρι το Τέμπελχοφ, γνωστό για το παλιό, επιβλητικό αεροδρόμιο που σήμερα μοιάζει περισσότερο με φάντασμα. Εδώ ζουν πολλοί παλιοί Βερολινέζοι, η παλαιά κραταιά γερμανική μεσαία τάξη που πλέον γερνάει, αλλά και πολλές οικογένειες μεταναστών από κάθε γωνιά του πλανήτη. Και ανάμεσά τους πολλοί Έλληνες που είχαν έρθει τις περασμένες κυρίως δεκαετίες στη Γερμανία, σκληρά εργαζόμενοι, στήνοντας τις δικές του επιχειρήσεις. Κοντά τους και νεοφερμένοι, Έλληνες που ήρθαν στη Γερμανία χρόνια της κρίσης για καλύτερες ευκαιρίες.

Πρώτη στάση στην ταβέρνα «Μετέωρα» την ώρα της προετοιμασίας του βραδινού, με το προσωπικό να δουλεύει ασταμάτητα και τους πρώτους Γερμανούς πελάτες να καταφθάνουν περιχαρείς για ελληνικούς μεζέδες. Ο γηραιότερος της επιχείρησης, Δημήτρης Κουφός, είχε έρθει 18 χρονών στο Βερολίνο από τα Μετέωρα στα τέλη της δεκαετίας του 60. «Γκασταρμπάιτερ» μαζί με τον αδερφό του για ένα καλύτερο μέλλον.

Μετά από σκληρά χρόνια εργασίας σε εργοστάσιο του Βερολίνου, άνοιξε το πρώτο εστιατόριο της οικογένειας στην Ζονεναλέ, μια συνοικία με έντονες πολιτικές και κοινωνικές ζυμώσεις μέχρι σήμερα. Επί Ψυχρού Πολέμου το εστιατόριο ήταν δίπλα στο οδόφραγμα που οδηγούσε στο Ανατολικό Βερολίνο. Οι εποχές άλλαξαν, το Τείχος έπεσε, η οικογένεια πέρασε κάποια χρόνια στην Ελλάδα και επέστρεψε στη Γερμανία, ανοίγοντας το σημερινό εστιατόριο «Μετέωρα» στο επανενωμένο Βερολίνο.

«Το λάδι έχει ανέβει 100%, τα γαλακτομικά 50-60%»

Ο γιος του Δημήτρη Κουφού, Κωνσταντίνος, μεγάλωσε στη Γερμανία και έζησε κάποια χρόνια στην Ελλάδα, γνωρίζοντας καλά και τις δύο χώρες. «Τα πράγματα έχουν αλλάξει πια στη Γερμανία. Παλιά ήταν μια ισχυρή χώρα. Τα τελευταία χρόνια, οι Γερμανοί είναι μεν δυνατοί ή προσπαθούν να μείνουν δυνατοί, αλλά στην πραγματικότητα βλέπει κανείς ότι έχουν χαλάσει τα πράγματα» αναφέρει στην DW. Ως επιχειρηματίες στον χώρο της εστίασης, πατέρας και γιος, βιώνουν την αυξανόμενη πίεση στον κλάδο. «Για μας τους εστιάτορες το 2024 έχει πολλές προκλήσεις, ξεκινώντας από τον ΦΠΑ στο 19% για την εστίαση που έχει θέσει αυτή η κυβέρνηση. Άλλα υποσχέθηκε, άλλα μας δίνει. Και οι πελάτες απορούν με όλη αυτή την κατάσταση» αναφέρει ο Κων/νος Κουφός παρατηρώντας ότι όλα έχουν ακριβύνει. «Η ενέργεια, τα τρόφιμα, τα πάντα».

Επόμενη στάση σε ώρα αιχμής στην ταβέρνα «Τα δύο αδέρφια», με Γερμανούς θαμώνες που κλείνουν από νωρίς τραπέζι για το αγαπημένο τους εστιατόριο. Ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου, Νίκος Θεοδώρου, δραστηριοποιείται συγχρόνως και στον τομέα του χονδρικού και λιανικού εμπορίου ελληνικών προϊόντων και γνωρίζει όσο λίγοι τη «μεγάλη εικόνα» στον χώρο των τροφίμων στη Γερμανία. «Διάλειμμα κάνω μόνο ίσως μια ώρα το πολύ τη μέρα» μας λέει χαρακτηριστικά ενώ μπαινοβγαίνει στην κουζίνα. «Η ξεκούρασή μου είναι στο εστιατόριο».

Ακριβώς δίπλα διατηρεί μαζί με τη σύζυγό του το πολυσύχναστο ελληνικό σούπερ μάρκετ Taste Hellas με εκλεκτά προϊόντα, λαχανικά και νωπά κρέατα, ενώ όταν δεν είναι στην ταβέρνα ή το σούπερ μάρκετ προμηθεύει με ελληνικά προϊόντα άλλες επιχειρήσεις εστίασης. «Τα προβλήματα αυξάνονται, αρχής γενομένης από την πανδημία. Κάθε μέρα και πιο δύσκολη. Δεχθήκαμε κάποια βοηθήματα για να ανταπεξέλθουμε στα προβλήματα λειτουργίας. Όμως κανείς δεν ήξερε ότι αυτά τα βοηθήματα που έδωσε το γερμανικό κράτος, θα φολογούνταν σαν καθαρό εισόδημα» αναφέρει χαρακτηριστικά.

Όσο για το καλάθι των πελατών στο σούπερ μάρκετ, παρά την εξοικίωση των Γερμανών καταναλωτών με τα ελληνικά προϊόντα, είναι πάντα «πολύ συντηρητικοί» στις αγορές τους, όπως μας λέει. «Παίρνουν πάντα αυτά που θα φάνε σήμερα ή αύριο, οπότε δεν μπορούμε να κρίνουμε αν μίκρυνε ή όχι το καλάθι τους. Όσο για τους Έλληνες πελάτες βλέπουμε μια μείωση. Συνεχίζουν να ψωνίζουν εδώ, όμως διαμαρτύρονται για τις τιμές που έχουν ανέβει. Το λάδι έχει ανέβει κατά 100%, τα γαλακτοκομικά από 50% έως 60%, με λίγα λόγια οι βασικές πρώτες ύλες έχουν ακριβύνει», αναφέρει χαρακτηριστικά.

«Έντονη δυσαρέσκεια στον κόσμο»

Τελευταία στάση, ένα ακόμη στέκι Ελλήνων της Γερμανίας και όχι μόνο. Το καφέ-μπαρ «Κόσμος» παίζει στο φόντο αδιάλειπτα ελληνικές ειδήσεις, όμως η ιδιοκτήτριά του, Αναστασία Τσομπάνογλου, με καταγωγή από την Κοζάνη και μεγαλωμένη στη Γερμανία δεν χάνει κυριολεκτικά ούτε μια είδηση από τα γερμανικά μέσα. «Οφείλουμε να ενημερωνόμαστε κάθε μέρα για ό,τι συμβαίνει στη Γερμανία γιατί μας επηρεάζει άμεσα και βέβαια παρακολουθούμε από μακριά τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα» μας λέει. Οι συζητήσεις των θαμώνων περιστρέφονται γύρω από την πολιτική και την καθημερινότητα στις δύο χώρες. Και η ίδια θεωρεί ότι η Γερμανία έχει αλλάξει μέσα στις δεκαετίες, με τα πράγματα να έχουν γίνει πιο «στενά» για τους μισθωτούς και τους ελεύθερους επαγγελματίες. Ειδικά τα τελευταία χρόνια εξαιτίας της πανδημίας και του πολέμου στην Ουκρανία.

«Τα πράγματα στη Γερμανία είναι χειρότερα. Έχει πέσει η χώρα. Δεν έχει την τάξη που είχε παλιά, επικρατεί ακρίβεια, λείπει προσωπικό σε πολλούς κλάδους που απαιτούν εξειδίκευση. Επικρατεί μια ‘αναμπουμπούλα’» παρατηρεί. Και η Αναστασία Τσομπάνογλου επιβεβαιώνει ότι η πίεση στον τομέα της γαστρονομίας έχει γίνει πια αφόρητη. Η υψηλή φορολόγηση, το υψηλό ενεργειακό κόστος σε συνδυασμό με τις ακριβές πρώτες ύλες όπως η ζάχαρη ή το γάλα κάνουν την διατήρηση ενός συνοικιακού καφέ, όπως το δικό της, να μοιάζει με μια διαρκή μάχη επιβίωσης.

«Οι πελάτες παραπονιούνται, λένε ότι δεν αξίζει καν να πάνε για δουλειά γιατί δεν τους φτάνουν τα λεφτά και δυσκολεύονται. Προσπαθούν να κάνουν οικονομίες από παντού και πολλοί έχουν την τάση να ψηφίσουν την ακροδεξιά», αναφέρει η ίδια. «Ο Σολτς είναι ένα πιόνι, άοσμος και άτολμος» παρατηρεί από την πλευρά του ο συνταξιούχος Γιάννης Παπαδόπουλος που συναντήσαμε στο ίδιο καφέ. Και όπως εκτιμά για το μέλλον της γερμανικής κυβέρνησης: «Πιστεύω ότι παρ' όλα αυτά θα αντέξει την τετραετία γιατί οι Γερμανοί δεν αλλάζουν κυβερνήσεις σαν τα πουκάμισα».