Γράφει ο ψυχίατρος Αχιλλέας Οικονόμου.

Ένα από τα πολλά πράγματα, για τα οποία δε φημίζεται η Αθήνα είναι τα καφέ της. Αν εξαιρέσει κανείς μερικά που βρίσκονται σε λόφους (Χαϊδάρι, Πετρούπολη, Πειραιάς) και σου παρέχουν μια ξεχωριστή θέα του λεκανοπεδίου, τα περισσότερα είναι άχρωμα, θυμίζοντας μονότονες καβαφικές ημέρες. Έτσι, με το Στράτο θα συναντιόμασταν κάπου στο Παγκράτι, εφόσον αυτός έμενε δίπλα στο Μέγαρο Μουσικής και εγώ στη Δάφνη και το μετρό απεργούσε.

Είχα να τον δω 3-4 χρόνια. Γνωριστήκαμε κάνοντας και οι δυο Παθολογία, αυτός για να συνεχίσει ως Καρδιολόγος, εγώ ως Ψυχίατρος. Αθηναίος που σπούδασε στην Πάτρα, από σχετικά φτωχή οικογένεια. Ο πατέρας του, πριν αρρωστήσει, ήταν οδηγός λεωφορείου και έλλειπε συνεχώς. Τη μόρφωσή του την είχε αναλάβει ο θείος του, καθηγητής Γαλλικών, που τον είχε μυήσει στην παγκόσμια λογοτεχνία και ποίηση, γεγονός που το ζήλευα ιδιαίτερα. Περισσότερο όμως ζήλευα (να πω φθονούσα; να το πω…) την ικανότητα να προσαρμόζει στίχους, ιστορίες και τσιτάτα στα γούστα των γυναικών της παρέας, με αποτέλεσμα να κρέμονται συνεχώς από τα χείλη του. Δούλευε συχνά από μικρός, τόσο από ανάγκη όσο και γιατί τον έκανε να αισθάνεται δυνατός. Είχε δύο παιδιά, το ένα τεσσάρων μηνών και είχε ανοίξει εδώ και ενάμισι χρόνο ιατρείο στο Περιστέρι, παλεύοντας με την κρίση και τη γραφειοκρατία.

Κάποια στιγμή, ανάμεσα σε κουβέντες για συναδέλφους, προβλήματα, βρίσιμο πολιτικών (ο Στράτος είχε μια αδυναμία να τα χώνει στον Άδωνη) είδαμε να πλησιάζει μια γνωστή αντρική σιλουέτα. Τα περιττά κιλά και το ξανθωπό βαμμένο μαλλί δεν άφηναν κανένα περιθώριο μη αναγνώρισης: ήταν ο κ. Σπύρος. Αναπληρωτής Διευθυντής στο νοσοκομείο που κάναμε ειδικότητα, Διευθυντής τώρα. Σηκωθήκαμε, χαιρετηθήκαμε, σταυροφιληθήκαμε και του προτείναμε να καθίσει.  Ο Στράτος χάρηκε ιδιαίτερα, γιατί κάνανε δυο χρόνια μαζί εξωτερικά ιατρεία και ο κ. Σπύρος είχε να λέει ότι ήταν ο καλύτερος ειδικευόμενος που είχε ποτέ.

Τον ρωτήσαμε για τα νέα του. Μας είπε για τις περικοπές του μισθού του, την κλινική που έχει προβλήματα, καθώς η μια επιμελήτρια παίρνει συνεχώς άδειες, ενώ οι ειδικευόμενοι είναι διαρκώς σε επισχέσεις και κινητοποιήσεις,  για το γιο του, που δεν έκατσε το μέσον στο στρατό και τώρα το παιδί είναι στη Σάμο και στεναχωριέται, για τα χαράτσια που πληρώνει για το σπίτι του στην Άνοιξη, το εξοχικό στη Σίφνο, τα τρία διαμερίσματα και το ένα κατάστημα που νοικιάζει και για τα υπερβολικά τέλη κυκλοφορίας που πρέπει να πληρώνει κάθε χρόνο για το αγαπημένο του 4Χ4. Ήταν θυμωμένος, αγανακτισμένος, τόσο που δεν ήξερες ποιο θα σπάσει πρώτο, τα κλειδιά του ή το τραπέζι, έτσι που τα χτυπούσε. Ο Στράτος για να ελαφρύνει την κουβέντα τον ρώτησε αν πήγε κάποιο ταξίδι τελευταία, γιατί θυμόταν πόσο του άρεσαν. Του απάντησε ότι πρόσφατα γύρισε από το Σαν Φρανσίσκο και ότι το Πάσχα έχει τάξει στην κα. Νίκη να την πάει Μαδρίτη. Ήπιε μια γρήγορη τελευταία γουλιά από τον Ελληνικό του, μας ρώτησε τι κάνει η Ρένα, η πανέμορφη δερματολόγος που έκανε και αυτή μαζί μας Παθολογία, μας χαιρέτησε και συνέχισε προς τον προορισμό του.

Χαμογελούσα, γιατί ο κ. Σπύρος μου θύμισε ωραία χρόνια, τα πρώτα μου στην Αθήνα και πράγματι στην κλινική του, παρόλο τον υπερβολικό φόρτο των εφημεριών περάσαμε όμορφα. Ο Στράτος όμως δε χαμογελούσε. Και όχι μόνο αυτό, αλλά φαινόταν θυμωμένος, πράγμα που ποτέ δε μπορούσε να κρύψει γιατί έσφιγγε πάντα με δύναμη τα χείλη του (ο λόγος, που όπως έλεγε, δεν ήταν καλός χαρτοπαίχτης).

«Άκουσες;» με ρώτησε.

«Τι να ακούσω;»

«Αυτό είναι ρε το θέμα. Ότι δεν άκουσες».

«Να ακούσω τι δηλαδή» τον ξαναρώτησα.

«Μια ερώτηση ρε κεφάλα, μια ερώτηση, τι κάνεις, που δουλεύεις,  που μένεις, παντρεύτηκες, έχεις παιδιά, μια διαολεμένη ερώτηση. Κάθισε, έβγαλε το λογύδριο του, γκρίνιαξε για αυτά που εσύ και εγώ δε θα έχουμε ποτέ την πολυτέλεια να αγχωθούμε και έφυγε. Δεν ξέρει ούτε που δουλεύουμε ούτε πως είμαστε. Απορώ και που μας γνώρισε.».

Αισθάνθηκα όντως ηλίθιος. Ο συναισθηματισμός μου δε με άφησε να δω ότι μπροστά μου ξετυλίχθηκε το πλέον χαρακτηριστικό μονόπρακτο της μεταπολίτευσης. Ο μονόλογος του πρωταγωνιστή, που μέσα στον κοινωνικό αυτισμό του αδυνατεί να δει ότι η πλατεία άδειασε και το σάστισμα των δύο θεατών του, που προτιμούν να τα βάζουν χρόνια τώρα μόνο με τηλεοπτικές καρικατούρες, παρά με την κόλαση των άλλων. Και οι άλλοι είναι τόσο δίπλα, που η μυρωδιά του «θυμού» τους θυμίζει ξεφτισμένο άρωμα που ανοίχτηκε πριν την κρίση.