Εγκαινιάστηκε χθες στο Μουσείο Roemer και Pelizaeus στο Χιλντεσχάιμ μεγάλη έκθεση για τις πανδημίες ανά τους αιώνες και τη σχέση τους με το κλίμα, την οικονομία και την επιστήμη.Μια παιδική ανάμνηση: στέκομαι στην κυλιόμενη σκάλα στο πολυκατάστημα και πιάνω την κουπαστή. Η γιαγιά μου τραβά απαλά το χέρι μου. «Μη», λέει, «αυτό είναι βρώμικο».

Πρέπει να ήταν στα τέλη της δεκαετίας του 1960, ήμουν τεσσάρων ή πέντε ετών. Εκείνη την εποχή, η λεγόμενη «γρίπη του Χονγκ Κονγκ» εξαπλώθηκε σε όλο τον κόσμο και ένα εκατομμύριο άνθρωποι πέθαναν. Και τότε τα μέτρα ήταν παρόμοια: αποστάσεις, μάσκα, πλύσιμο χεριών.

Η γιαγιά μου, της οποίας η μητέρα παραλίγο να πεθάνει από την ισπανική γρίπη, ήταν εξοικειωμένη με τις πανδημίες. Πριν από τα αντιβιοτικά και τους εμβολιασμούς, οι μολυσματικές ασθένειες όπως η πολιομυελίτιδα, ο τύφος, η διφθερίτιδα και η ευλογιά σκορπούσαν τον τρόμο στην Ευρώπη για αιώνες.

Σήμερα ήρθε ο ιός SARS-Cov-2 να κλονίσει την υποτιθέμενη ασφάλειά μας και να μας δείξει ότι κανείς δεν είναι άτρωτος. «Οι επιδημίες», λέει ο Όλιβερ Γκάουερτ, «είναι η μεγαλύτερη παγκόσμια απειλή εκτός από την κλιματική αλλαγή.».

Ο Όλιβερ Γκάουερτ επιμελήθηκε τη μεγαλύτερη έκθεση ιστορίας της ιατρικής στον κόσμο (σύμφωνα με δικά του στοιχεία). Η έκθεση ονομάζεται «Επιδημίες. Κατάρα του παρελθόντος – απειλή του μέλλοντος»και εγκαινιάστηκε στις 2 Οκτωβρίου στο Μουσείο Roemer και Pelizaeus στο Χιλντεσχάιμ στην Κάτω Σαξονία.

Επιδημίες στην ιστορία: ένα βιβλίο με 30 κεφάλαια

Στην είσοδο της έκθεσης υπάρχει ένα υπερμέγεθες βιβλίο, μέσω του οποίου μπαίνει κανείς στην έκθεση. Μέσω 30 θεματικών ενοτήτων οι επισκέπτες γνωρίζουν σημαντικές στιγμές της ιστορίας της ιατρικής, όπως το αμφιθέατρο ανατομίας στην Πάδοβα, όπου μελέτησαν τα πρώτα πτώματα, το εργαστήριο του ερευνητή Πάουλ Έρλιχ, ο οποίος ανέπτυξε τη θεραπεία για τη σύφιλη και τους σημερινούς θαλάμους εντατικής.

Οι ιστορικοί της ιατρικής γνωρίζουν τις πανδημίες ανά τους αιώνες αλλά δεν γνωρίζουν πόσα εκατομμύρια άνθρωποι τελικά πέθαναν από αυτές. Το σίγουρο, ωστόσο, είναι ότι η πανούκλα «δεν χτύπησε μόνο τους φτωχούς, όπως ο τύφος», όπως λέει ο Όλιβερ Γκάουερτ, «αλλά την ελίτ». Οι γεωργοί, οι έμποροι και οι τεχνίτες έπρεπε να βρουν νέους τρόπους εργασίας.

Η επιβίωση μετά από μια πανδημία έδινε ώθηση σε κοινωνικές, πολιτιστικές και πολιτικές αλλαγές. Η πανούκλα μέχρι το ξέσπασμά της τον 14ο αιώνα θεωρούνταν θεϊκή τιμωρία. Τότε για πρώτη φορά ανατέθηκε στο πανεπιστήμιο των Παρισίων να την μελετήσει επιστημονικά. Οι επιδημίες μπορούσαν να σταματήσουν τους πολέμους και να αποφασίσουν μεταξύ νίκης και ήττας. Όπως στις αρχές του 16ου αιώνα, όταν ο Ισπανός κατακτητής Χερνάν Κορτές κατέκτησε την ισχυρή αυτοκρατορία των Αζτέκων με ένα μικρό στρατό μισθοφόρων. Κατά την πολιορκία του Τενοχτιτλάν, ξέσπασε μια επιδημία μεταξύ των Αζτέκων, από την οποία σχεδόν το ήμισυ του τοπικού πληθυσμού πέθανε. Οι κατακτητές έφεραν μαζί τους μια επιδημία (πιθανώς ιλαρά ή ευλογιά) από την Ευρώπη. Οι ίδιοι είχαν εν τω μεταξύ σε μεγάλο βαθμό ανοσία, οι ντόπιοι όμως όχι.

Πανδημίες και κλίμα

Η μεταφορά επιδημιών από τον παλιό στον νέο κόσμο θα μπορούσε να έχει επηρεάσει ακόμη και το κλίμα, σύμφωνα με μια μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2019. Περίπου το 90% των ιθαγενών Αμερικανών λέγεται ότι πέθαναν από επιδημίες και γι ‘αυτό πολλά τετραγωνικά χιλιόμετρα εκτάσεων που προηγουμένως καλλιεργούνταν, έμειναν ακαλλιέργητα. Τα δέντρα και οι θάμνοι μεγάλωσαν ξανά ανεμπόδιστα απορροφώντας το διοξείδιο του άνθρακα από την ατμόσφαιρα. Το παγκόσμιο κλίμα ψύχθηκε, γεγονός που οδήγησε στη λεγόμενη «Μικρή Εποχή των Παγετώνων» γύρω στα μέσα του 16ου αιώνα, σύμφωνα με τους ερευνητές του University College του Λονδίνου.

Αυτό τελικά δείχνει πόσο στενά συνδέονται το κλίμα, οι ασθένειες και η παγκοσμιοποίηση. Ωστόσο, δεν είμαστε πλέον στο έλεος των ιών και των βακτηρίων τόσο αβοήθητοι όσο οι άνθρωποι παλαιότερα. Ενώ η ανάπτυξη ενός εμβολίου παλαιότερα χρειαζόταν πολλά χρόνια, το πρώτο εμβόλιο κατά της COVID-19 ήταν διαθέσιμο μετά από μόλις ένα χρόνο. «Κάθε πανδημία», λέει ο επιμελητής, «προωθεί την επιστήμη, την ιατρική και τα συστήματα υγείας, αν και όχι παντού με την ίδια ταχύτητα».

Σουζάνε Σπρερ

Επιμέλεια: Μαρία Ρηγούτσου