Συνέντευξη με τον πανεπιστημιακό δάσκαλο, κ. Αριστοτέλη Ράπτη

                                           ή

Συνέντευξη «εφόλης της ύλης» με έναν πανεπιστημιακό δάσκαλο. 

 

Συνέντευξη στον Αποστόλη Ζώη.

Τελευταία κυκλοφόρησε ένα βιβλίο, το οποίο έχει αποσπάσει πολύ θετικές κριτικές. Πρόκειται για ένα αυτοβιογραφικό αφήγημα του ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών, κ. Αριστοτέλη Ράπτη, με τίτλο «Στην κόψη του σπαθιού και του στοχασμού». Ο Αριστοτέλης Ράπτης, Μαθηματικός και κάτοχος διδακτορικού διπλώματος από το Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης ως υπότροφος του ΙΚΥ, εργάστηκε για 15 χρόνια στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και στη συνέχεια εξελέγη στη θέση του Καθηγητή στο Παιδαγωγικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών με γνωστικό αντικείμενο την παιδαγωγική αξιοποποίηση των Νέων Τεχνολογιών στην Εκπαίδευση. Η συμβολή του στην επιστήμη είχε σημαντική διεθνή απήχηση. Ο ίδιος όμως προτιμά να αυτοπροσδιορίζεται ως «δάσκαλος», καθώς έχει συμβάλει στην εκπαιδευτική και επαγγελματική ανάπτυξη εκατοντάδων εκπαιδευτικών και μεταπτυχιακών φοιτητών, με τους οποίους είχε πάντα ιδιαίτερη παιδαγωγική και ανθρώπινη σχέση.

Η υποδοχή που είχε το βιβλίο αυτό από όλων των ειδών το αναγνωστικό κοινό υπήρξε η αφορμή για να επιδιώξουμε μία συζήτηση μαζί του με τη μορφή σύντομης συνέντευξης, την οποία παραθέτουμε πιο κάτω.

 

– Κύριε Ράπτη, είσαστε ένας πανεπιστημιακός δάσκαλος με πολύ σημαντικό επιστημονικό και διδακτικό έργο, ιδιαίτερα αγαπητός στον εκπαιδευτικό κόσμο, με τον οποίο διατηρούσατε πάντοτε στενή και δημιουργική σχέση. Τελευταία έχετε εκδόσει ένα αυτοβιογραφικό αφήγημα που έχει παρουσιαστεί σε πολλές πόλεις και και έχει αποσπάσει συγκινητικά σχόλια. Θα θέλατε να μας πείτε δυο λόγια γι’αυτό; Κατ΄αρχάς, τι είδους σηματοδοτήσεις επιδιώκετε με τον τίτλο του «Στην κόψη του σπαθιού και του στοχασμού;»

 

Α. Ράπτης: Ο τίτλος είναι ενδεικτικός μίας κριτικής ματιάς απέναντι στα πράγματα, τόσο της εποχής του εμφυλίου και της φτώχειας που γνώρισε η γενιά των αυτοδημιούργητων επιστημόνων της εποχής μου, όσο και της σημερινής κατάστασης στη χώρα μας. Μιας ματιάς, που αγωνίζεται να βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα στη στάση της βίαιης σύγκρουσης ως εναλλακτικής αντιμετώπισης των προβλημάτων μας και στη στάση που βασίζεται στον κριτικό λογισμό. Στο στοχασμό εκείνο, που συνεχώς εξελίσσεται και είναι προϊόν διαλεκτικής σκέψης, αλλά και δημοκρατικής διαπραγμάτευσης με το λόγο των άλλων, το γραπτό και τον προφορικό. Έχοντας υιοθετήσει κάποιες αρχές της φιλοσοφίας του Ηράκλειτου, ο τίτλος αυτός παραπέμπει και στην ιδέα της αναζήτησης μίας δυναμικής αρμονίας ανάμεσα στις αντιθέσεις της εκάστοτε «πραγματικότητας». Με την  αρμονία αυτή, οι ακραίες συγκρουσιακές επιλογές για την αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων και των διαφορών (που συμβολίζονται με το σπαθί) και ο στοχασμός, που εκφράζει την κριτική σκέψη και την έξυπνη διαπραγμάτευση, εναρμονίζονται κριτικά και όχι μηχανικά ή παρορμητικά. Χωρίς να κυριαρχεί το ένα πάνω στο άλλο. Και τα δυο έχουν τη θέση τους, η χρυσή τομή όμως ανάμεσά τους δεν είναι ούτε δεδομένη, ούτε εκ των προτέρων γνωστή και κατακτάται με προσπάθεια και κόπο. Πρόκειται για ένα πρόβλημα, που χρειάζεται στις μέρες μας περισσότερο δημιουργικές και σύνθετες λύσεις από ό,τι στο παρελθόν.

 

–  Στο βιβλίο σας αναφέρεστε συχνά σε συμπτώσεις που έτυχαν στη ζωή σας και την τελευταία στιγμή εμφανιζόταν κάποιος, που σαν από μηχανής θεός, σάς βοηθούσε να βγείτε από τη δύσκολη θέση. Τελικά, πιστεύετε στη δύναμη της τύχης και των συγκυριών ή πως τη μοίρα του τη φτειάχνει ο καθένας μόνος του;

 

Α. Ράπτης: Οπωσδήποτε, καθοριστικό ρόλο παίζουν η οικογένεια, ο κοινωνικός περίγυρος και οι ιστορικο-κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες ζει το άτομο από τη γέννηση μέχρι το τέλος της ζωής του, τις οποίες συνήθως το ίδιο δεν έχει τη δυνατότητα να επιλέξει. Αυτές διαμορφώνουν ασυνείδητα την προσωπικότητά μας. Όμως και το άτομο δεν μένει παθητικό και αμέτοχο σε αυτή τη διαδικασία. Θεωρώ πως οι τρόποι με τους οποίους οι παράγοντες αυτοί αλληλεπιδρούν, τόσο μεταξύ τους όσο και με την ίδια τη συμπεριφορά του ατόμου, καθώς και με τις τυχαίες περιστάσεις και συγκυρίες, είναι μοναδικός. Και το αποτέλεσμα αυτής της αλληλεπίδρασης είναι αυτό που είμαστε ο καθένας από εμάς: μία ξεχωριστή και μοναδική προσωπικότητα, με τη δική της ιστορία. Όση και αν είναι η επίδραση των διαμορφωτικών αυτών παραγόντων για να γίνουμε αυτό που είμαστε, για να βλέπουμε τα πράγματα με συγκεκριμένο τρόπο, να επιλέγουμε, να αποφασίζουμε και να διαχειριζόμαστε τα προβλήματά μας, πάντα αναλογεί και σε μας ένα μερίδιο ευθύνης για την εξέλιξη και την αυτο-διαμόρφωση των όρων της προσωπικής μας ζωής, ακόμη και του μέλλοντός μας. Επειδή όμως όλες αυτές οι «ζυμώσεις» και οι αλληλεπιδράσεις στη ζωή μας μάς είναι άγνωστες και επειδή οι άνθρωποι ανέκαθεν είχαμε την ανάγκη να προβλέπουμε το τι θα μας συμβεί ωθούμενοι από το ένστικτο της επιβίωσης, φθάνουμε στο σημείο να γινόμαστε προληπτικοί μπροστά στο δέος των εξαιρετικών συμπτώσεων. Τείνουμε να προσωποποιούμε τη «μοίρα» μας, να τής αποδίδουμε μορφή και βούληση (π.χ, τα μάγια των εχθρών, η τύχη, τα άστρα, οι θεοί κτλ, που μας παρακολουθούν, στοχεύουν σε εμάς κάθε στιγμή, έχουν τα δικά τους σχέδια και δημιουργούν το «πεπρωμένο» μας). Έτσι καθησυχάζουμε τους φόβους μας, γιατί με τους διαφόρους μύθους που επινοούμε αισθανόμαστε ότι μπορούμε να γνωρίσουμε ή να προλάβουμε αυτό που θα μας συμβεί. Συγχρόνως, αμβλύνουμε τις ενοχές μας για τις τυχόν ευθύνες των δικών μας πράξεων και ιδεών, που και αυτές είναι δύσκολο να τις αντιληφθούμε με ακρίβεια. Προσωπικά, έχοντας απορρίψει μια τέτοια ερμηνεία της ατομικής μας τύχης και ιστορίας, βλέπω χωρίς προλήψεις και υπεραπλουστεύσεις την προσωπική μου ιστορία, όπως και κάθε ανθρώπου.

 

–     Η άποψη αυτή φαίνεται και στο βιβλίο σας. Την επεκτείνετε μάλιστα και στο επίπεδο της εθνικής ιστορίας. Κάπως έτσι βλέπετε και όσα συμβαίνουν σήμερα στη χώρα μας; Πάντα σε σχέση με το παρελθόν της, δηλαδή, σε σχέση με τις εμπειρίες και τις αντιλήψεις του λαού μας,  αλλά και με τις ευκαιρίες, τις συγκυρίες και τις δυναμικές που αναπτύσσονται διαχρονικά στο διεθνές στερέωμα;

 

Α. Ράπτης Πολύ σωστά το θέσατε. Το παρελθόν μας καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το παρόν και το μέλλον μας. Συμβάλλει στη διαμόρφωση του συγκεκριμένου «χαρακτήρα» μας, ο οποίος με τη σειρά του, επηρεάζει τόσο τις ιδιαίτερες ιστορικές νομοτέλειες της συλλογικής συμπεριφοράς μας, όσο και τις υπερβάσεις αυτών των νομοτελειών. Αυτό ισχύει για τα άτομα, αλλά και για τα έθνη ολόκληρα. Πάρτε ως παράδειγμα τη σημερινή κατάσταση στην οποία βρίσκεται η χώρα μας. Αυτή δεν είναι άσχετη με τη μέχρι τώρα ιστορική πορεία και τη «φυσιογνωμία» της, με τις συγκεκριμένες δυναμικές και αδυναμίες της, τις σχέσεις και τις εξαρτήσεις της με τις εξωτερικές και τις εσωτερικές της δυνάμεις. Πολλά ακραία φαινόμενα της διχαστικής, μικροπολιτικής συμπεριφοράς, του λαϊκισμού και της ασυνεννοησίας των πολιτικών ηγετών μας, αλλά και των παλινδρομήσεων του λαού μας, θεωρώ πως συνδέονται με την σχετικά μικρής διάρκειας ιστορία μας, όσον αφορά τη συγκρότηση των δομών της οικονομίας και το χτίσιμο μίας δημοκρατικής και ανεξάρτητης πολιτικής διακυβέρνησης της χώρας μας, από συστάσεως του νεο-ελληνικού Κράτους. Στο βιβλίο μου περιγράφω πώς οι τελευταίες πολιτικές εξελίξεις φέρουν τη μετεμφυλιακή και μεταχουντική σφραγίδα, η οποία με τη σειρά της, δεν είναι άσχετη με την προηγούμενη οικονομική, πολιτιστική και εθνική μας ιστορία και τα ιδεολογικά σενάρια του παρελθόντος μας. Δεν είμαστε ως λαός μόνο «κακός» ή «καλός», μισητός ή αγαπητός, φταίχτης ή αδικημένος».

 

-Τι είμαστε τελικά;

 

Α. Ράπτης: Είμαστε η εμπειρία μας, το προϊόν της ιστορικής μας ωριμότητας ή ανωριμότητας. Και, όπως συμβαίνει και με τα άτομα, είμαστε και υπεύθυνοι, αλλά και αθώοι απέναντι στη «μοίρα μας», αφού κριτήριο της ευθύνης μας είναι πάντα:

 

• η επικαιροποιημένη και αναθεωρημένη επίγνωση της ιστορικής μας εξέλιξης, αλλά και των παραγόντων που έχουν συμβάλει στη διαμόρφωσή της

• η ωριμότητα της αυτογνωσίας μας και της κριτικής ανάγνωσης της σύγχρονης πραγματικότητας.

• η ικανότητά μας για διαπραγμάτευση και αξιοποίηση των διαφορετικών οπτικών, αλλά και των αντιτιθέμενων συμφερόντων και της δυναμικής που αναπτύσσεται στους αστερισμούς των χωρών διεθνώς, χωρίς να περιοριζόμαστε από απλοϊκούς συναισθηματισμούς και επιλογές αυτο-θυματοποίησης, αυτο-λύπησης και μετάθεσης ευθυνών που μας αναλογούν αποκλειστικά σε άλλους λαούς.

 

–     Υπήρξατε για 30 χρόνια καθηγητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στο βιβλίο σας αναφέρεστε και στη διαδρομή σας στην εκπαίδευση. Θα μπορούσατε να μας πείτε με δυο λόγια πώς βλέπετε τα πράγματα σε αυτό τον τομέα;

 

Α. Ράπτης: Η κρίση που διέρχεται σήμερα η χώρα μας δεν είναι μόνο κρίση οικονομική, είναι, εκτός των άλλων, και κρίση της εκπαίδευσης. Γενικά, τα εικονικά άλματα της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας μας (την οποία ούτως ή άλλως πολλοί αναλυτές χαρακτηρίζουν ως επιφανειακή, ευκαιριακή, στρεβλή, κρατικοδίαιτη, χαμηλής παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας, μη βιώσιμη) δεν συνοδεύτηκαν και από ανάλογα άλματα όσον αφορά τις καινοτομίες, την κοινωνική οργάνωση και τον πολιτισμό, όπως είναι η επιστήμη, η εκπαίδευση, η παραγωγή ιδεών, νέων ρευμάτων σκέψης και τέχνης κ.τ.λ. Όμως, αυτού του είδους οι κατακτήσεις οικοδομούνται ιστορικά από τους ίδιους τους λαούς και γίνονται τρόπος ζωής τους. Δεν περιορίζονται μόνο στα λόγια των εκπαιδευτικών σχεδιαστών, στα κηρύγματα των πολιτικών ή στα πανώ των διαδηλώσεων. Κατασκευάζονται ενεργά, με λογισμό και με όνειρο, ως μέρος της καθημερινότητας και της ταυτότητάς τους και δεν αναπαράγονται με εισαγωγή τους από το εξωτερικό, με αναμάσημα συνθημάτων του παρελθόντος ή με επίκληση των επιτευγμάτων των αρχαίων προγόνων τους. Χρειαζόμαστε λοιπόν και έργα παράλληλα με την αγωνιστική μας διεκδίκηση στο πεδίο της διεθνούς αρένας.

Για να επιστρέψουμε όμως στο θέμα της εκπαίδευσης, δυστυχώς αυτή υπήρξε για τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία όχι τόσο ένα σημαντικό πολιτιστικό αγαθό και μια πολύτιμη αναπτυξιακή διαδικασία, όσο ένα μέσο για κοινωνική άνοδο και μελλοντική αποκατάσταση του καθενός. Και σε αυτό ευθύνεται κυρίως η πολιτική που έχει ασκηθεί τα μεταπολεμικά χρόνια στη χώρα μας, καθώς και τα χαρακτηριστικά της οικονομικής μας ανάπτυξης, όπως αυτά που ήδη αναφέρθηκαν παραπάνω. Το ίδιο περίπου επιφανειακά έδρασαν κυβερνήσεις και κόμματα, που τα παλιότερα χρόνια ασχολήθηκαν με τη δομή των δικτύων της εκπαίδευσης και τον έλεγχο των σχολικών εγχειριδίων, περισσότερο, παρά με την ποιότητα της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Ενδεικτικό της αδιαφορίας τους για την ποιότητα της εκπαίδευσης, είναι και το γεγονός ότι σε κάθε ψευδο-μεταρρύθμιση άφηναν απέξω το ζήτημα της υποβοήθησης των εκπαιδευτικών για ανάπτυξη των παιδαγωγικών τους γνώσεων και δεξιοτήτων και για μετασχηματισμό του διδακτικού τους έργου και ρόλου μέσα από ευκαιρίες ουσιαστικής επανεκπαίδευσης, σε συνδυασμό με την υποστηριζόμενη πρακτική εμπειρία. Έτσι, χωρίς την αναβάθμιση του καταλύτη της μάθησης στο σχολείο – αλλά και του καταλύτη κάθε άλλης εκπαιδευτικής μεταρύθμισης – που είναι ο δάσκαλος όλων των βαθμίδων, το εκπαιδευτικό σύστημα μπαίνει σε ένα φαύλο κύκλο, που συμπαρασύρει και την ίδια την κοινωνία μας σε μία διαδικασία διαιώνισης αντιπαραγωγικών αντιλήψεων.

 

-Μπορείτε να γίνετε πιο αναλυτικός;

 

Α. Ράπτης: Εξ αιτίας των δομών της οικονομίας μας και της ταχείας διόγκωσης του δημόσιου τομέα με πολιτικά και πελατειακά, κυρίως, κριτήρια, σημασία για τον πολύ κόσμο δεν είχε το ουσιαστικό εκπαιδευτικό αντίκρισμα και το εγγενές ενδιαφέρον για τη μάθηση, αλλά το τυπικό αποτέλεσμα: το «χαρτί», δηλαδή, που είναι το διαβατήριο για την ανώτατη εκπαίδευση, για την απόκτηση του οποίου η κάθε οικογένεια ήταν διατεθειμένη να υποστεί όλες τις θυσίες του κόσμου. Όλη η ενέργεια ενός λαού επενδύθηκε για την επιφάνεια και όχι για την ισχυροποίηση των θεμελίων του μορφωτικού του πολιτισμού, λόγω της στρεβλής οικονομίας και του πολιτικού μας συστήματος, που ασχολήθηκε με δευτερεύοντα ζητήματα, όπως η δομή των δικτύων της εκπαίδευσης και η διατήρηση του βιβλιο-κεντρικού, εξεταστικού και αναπαραγωγικού χαρακτήρα της εκπαιδευτικής διαδικασίας, περισσότερο, και ελάχιστα η αναβάθμιση της ποιότητας της εκπαίδευσης. Τα τελευταία μάλιστα χρόνια τα κόμματα βλέπουν την εκπαίδευση ως ένα φυτώριο πολιτικής στρατολόγησης των νεαρών ατόμων, συμβάλλοντας έτσι στην παρατηρούμενη αποσύνθεση των πανεπιστημίων και στην εγκαθίδρυση ενός έθους «ψευδο-επαναστατικής γυμναστικής», αντί της θετικής πρωτοβουλίας, και της κοινωνικής δράσης στα σχολεία και στην ευρύτερη κοινότητα. Με αυτόν τον τρόπο όμως στερούμε από τον τόπο μας τη δυνατότητα να ανανεωθεί πολιτικά και πολιτιστικά μέσω της νέας γενιάς. Γιατί, πώς να ανανεωθεί η κοινωνία μας, όταν τόσο στο κρυφό αναλυτικό πρόγραμμα του σχολείου, όσο και στα ΜΜΕ, κυριαχεί ο πολιτικός φανατισμός και η ποδοσφαιροποίηση της πολιτικής ζωής, η υπεραπλούστευση των ιδεών με ακραίες θέσεις και συμπεριφορές, η νοοτροπία του άσπρου-μαύρου; Τι περιμένουμε να συμβεί όταν οι έφηβοί μας υπερφορτώνονται με τεράστιο όγκο ύλης στο σχολείο και στο φροντιστήριο, βοηθούνται μόνο στο πώς να παπαγαλίσουν αφηρημένη, χωρίς προσωπικό νόημα  γνώση (το μεγαλύτερο μέρος της οποίας συγκρατείται μέχρι τις εξετάσεις) εργαζόμενοι σε ένα πλαίσιο ατομιστικό και ανταγωνιστικό, χωρίς να τους παρέχεται ούτε ο χρόνος ούτε οι κατάλληλες ευκαιρίες και τα κίνητρα να στοχαστούν, να αναπτύξουν τις κριτικές και δημιουργικές τους δεξιότητες, να μάθουν να συνεργάζονται για κοινούς σημαντικούς σκοπούς; Καθώς οι νέοι μας γαλουχούνται με αυτόν τον τρόπο, πώς να μην καταλήγουν στη μίμηση της συμπεριφοράς των παλαιότερων γενιών, που έχουν καθηλωθεί στα μετεμφυλιακά και μεταχουντικά σύνδρομα, στο μικρο-κομματικό συνδικαλισμό και σε μία αναχρονιστική αντίληψη του προοδευτισμού, που βλέπει στατικά την πραγματικότητα και εξαργυρώνει γραμμάτια «πολιτικής αντίστασης» σε οποιαδήποτε αλλαγή, χωρίς ρεαλιστικές και δημιουργικές προτάσεις για το χτίσιμο του μέλλοντός μας; Όταν λοιπόν ένα εκπαιδευτικό σύστημα στερεί τη νεολαία από τα μέσα, τις εμπειρίες και τις ευκαιρίες που έχει ανάγκη για να αναπτυχθεί με κριτική σκέψη και φαντασία, στερεί και από την αυριανή κοινωνία τα σημαντικά συστατικά της προόδου, της επιστήμης, του πολιτισμού και της οικονομικής ανάπτυξης.

Δεν μπορούμε όμως παρά να ελπίζουμε ότι, μέσα από την κριτική αφύπνιση της συνείδησης του λαού μας μπροστά στην πρωτοφανή κρίση που διέρχεται σήμερα η χώρα μας, θα γεννηθούν από τη νέα γενιά νέες – και ουσιαστικά επαναστατικές – ιδέες, που μπορούν να μετουσιωθούν σε δημιουργία και πράξη.

 

–     Συμφωνείτε λοιπόν και εσείς ότι το πρόβλημα στην ελληνική κοινωνία δεν είναι μόνο οικονομικό. Πώς βλέπετε σήμερα την κατάσταση στην κοινωνία μας, από την οικονομική και την πολιτική σκοπιά;

 

Α. Ράπτης: Πράγματι. Όλοι έχουμε πλέον συνειδητοποιήσει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνον οικονομικό, είναι συνολικό. Εκεί όμως που δεν συμφωνούμε όλοι, είναι ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε το σύνθετο αυτό ζήτημα, οι ερμηνείες που δίνουμε, οι προτάσεις που κάνουμε για την αλλαγή της κατάστασης στη χώρα μας. Ούτως ή άλλως βέβαια, είναι δύσκολο να απαντήσει κανείς στα ερωτήματα που θέσατε σε μία σύντομη συνέντευξη, χωρίς να αφήσει κάποια σημαντικά πράγματα απέξω.

Η τελευταία κρίση που περνάει η χώρα μας, καταρχάς, φαίνεται να είναι αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης του 2008, μιας πρωτοφανούς – ως προς τα χαρακτηριστικά της – παγκόσμιας κρίσης, που σφραγίζει το κλείσιμο του κύκλου του μέσου σταδίου της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης και του καπιταλισμού, ο οποίος έρχεται σήμερα αντιμέτωπος με τα όριά του. Αποτελεί πλέον κοινή παραδοχή πως το ξεπέρασμα των ορίων του μέτρου, με την υιοθέτηση ακραίων μορφών νεο-φιλελευθερισμού στον χώρο των αγορών (οι οποίες αφέθηκαν ανεξέλεγκτες με πρόσχημα το δόγμα του νόμου της υγιούς αυτορρύθμισής τους μέσω του «ελεύθερου» ανταγωνισμού και της προσφοράς και της ζήτησης) ήλθε μπούμερανγκ στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα.

Η άκριτη λοιπόν εφαρμογή των απολίτικων νόμων της αγοράς και στον χώρο του εκτός παραγωγής χρηματο-οικονομικού κεφαλαίου (που αφέθηκε να λειτουργεί κερδοσκοπικά με τους όρους του τζόγου, όπου παιζόταν αβέβαιο και, στην ουσία, σχεδόν ανύπαρκτο δανεικό χρήμα) αποδείχθηκε μοιραίο λάθος για το κυρίαρχο καπιταλιστικό σύστημα, που μας έδειξε πως, όσο πανίσχυρο και αν ήταν, μπορούσε να κλονιστεί σοβαρά κάτω από την… ελαφρότητα της ίδιας της πολιτικής του σαθρότητας!

Οι κλυδωνισμοί του εικονικού αυτού χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, που γιγαντώθηκε διεθνώς μέσα από τις χρηματιστηριακές φούσκες, προκάλεσαν ένα απρόσμενο καταστροφικό κραχ στις αντοχές των οικονομιών και των αγορών, βρήκαν τη χώρα μας σε μια περίοδο ψευδούς ανάπτυξης από κάθε άποψη. Όλοι μας είχαμε αρχίσει ήδη να νιώθαμε την επικίνδυνη μυρωδιά της πολιτικής σήψης, των πελατειακών σχέσεων, της παράλεισης των θεσμών και της προϊούσας αποσάθρωσης του κοινωνικού ιστού. Να βλέπουμε στο πετσί μας τα αποτελέσματα μιας ανομολόγητης και διάχυτης ανομίας και ανοργανωσιάς σε πολλούς τομείς, μιας δημόσιας ηθικής όλων μας «κατά το δοκούν», στη βάση μιας ιδιάζουσας «αλληλεγγύης μεταξύ κατεργαρέων» πολιτών, οι οποίοι απλώς γκρίνιαζαν για ό,τι δεν τους βόλευε και για ό,τι αφορούσε μόνο τους άλλους. Τη στρεβλή οικονομική ανάπτυξη της χώρας μας πολλοί αναλυτές τη χαρακτηρίζουν επιφανειακή, ευκαιριακή, κρατικοδίαιτη, χαμηλής παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας, μη βιώσιμη κάτω από τις παρούσες διεθνείς συνθήκες και εξελίξεις. Με τη στρεβλή αυτή ανάπτυξη, η χώρα μας κατάφερε να δημιουργήσει έναν αεριτζίδικο νεοπλουτισμό, χωρίς γερές βάσεις και βιώσιμη υποδομή, χωρίς τομές καινοτομίας και, εκτός από ορισμένες παρήγορες εξαιρέσεις, χωρίς αυθεντική επιστημονική και πολιτιστική πρόοδο. Το άλμα αυτό των τελευταίων δεκαετιών δεν συνοδεύτηκε και από ανάλογα άλματα όσον αφορά τον εκσυγχρονισμό και τη λειτουργία των θεσμών, τη δημοκρατία, την κοινωνική οργάνωση και τον πολιτισμό, όπως είναι η επιστήμη, η εκπαίδευση, η παραγωγή ιδεών αντί της απλής εισαγωγής τους από το εξωτερικό, η δημιουργία νέων ρευμάτων σκέψης και τέχνης κ.τ.λ. Αυτού του είδους οι κατακτήσεις οικοδομούνται ιστορικά από τους ίδιους τους λαούς, γίνονται τρόπος ζωής και δεν βρίσκονται μόνο στα λόγια, στα χαρτιά και στα κηρύγματα των πολιτικών ή των οπαδών τους. Κατασκευάζονται ενεργά και δημιουργικά, γίνονται τρόπος ζωής των πολιτών.

 

–       Τι επιπτώσεις είχε αυτό στη συμπεριφορά των πολιτών;

Α. Ράπτης: Και οι Έλληνες πολίτες, προκειμένου να επιβιώσουν σε αυτό το γραφειοκρατικό και πελατειακό κράτος, άλλοι επιδίωκαν να βρεθούν σε κάποια θέση ευνοϊκής μεταχείρισης μέσω διαφόρων πολιτικών διασυνδέσεων και ήταν έτοιμοι να εξαγοράσουν τις συνειδήσεις τους με αντάλλαγμα κάποιο βόλεμα ή μια εξυπηρέτηση, ενώ κάποιοι άλλοι επέλεγαν τη λύση της ηθικά δικαιολογημένης παρανομίας και της αδιαφορίας για τα κοινά, θεωρώντας ότι έτσι αμύνονται απέναντι σε ένα παράλογο, ανεπαρκές, άδικο και ανίκανο να ελέγξει τη νομιμότητα κράτος (βλέπε π.χ. εκτεταμένη φοροδιαφυγή, δραστηριότητες της παράλληλης αγοράς, καταπατήσεις δασών και αιγιαλών, αυθαίρετα κτίσματα, αξιοποίηση πολιτικών συγκυριών προς ίδιον όφελος, περιφρόνηση του κώδικα οδικής κυκλοφορίας, έλλειψη κοινωνικής αλληλεγγύης και οργάνωσης στην τοπική αυτοδιοίκηση, αδιαφορία για το περιβάλλον, σύγχυση της ελευθερίας με την ελευθεριότητα και την ασυδοσία, γενικευμένη καχυποψία κ.ά.).

Ο δημόσιος πολιτικός λόγος που μέχρι σήμερα ως πολίτες υιοθετούσαμε φαίνεται σαν να έχει καθηλωθεί στα πρότυπα της δεκαετίας του ’70, ενώ η πολιτική μας σκέψη και συμπεριφορά χαρακτηρίζεται από μια υποανάπτυκτη παραταξιακή και μεροληπτική λογική του άσπρου-μαύρου και των παρωπίδων, των ακροτήτων και της υπεραπλούστευσης, της επίρριψης ευθυνών πάντοτε σε κάποιους «άλλους», της αδυναμίας να δούμε ενδιάμεσες αποχρώσεις και να επινοήσουμε νέες μορφές διεκδίκησης, διαπραγμάτευσης και αγώνων πέραν της καθιερωμένης επιθετικής «αντιστασιακής» μορφής, η οποία, σε τελευταία ανάλυση, δεν ταιριάζει στις δημοκρατίες. Αντίθετα, τις προβοκάρει και τις υπονομεύει, δίνοντας αφορμή στις συντηρητικές δυνάμεις να στενέψουν τα δημοκρατικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας μας.

–       Πώς βλέπετε το ρόλο των κομμάτων στη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία;

Α. Ράπτης: Τα μεγάλα κόμματα της δεξιάς και του κέντρου έχουν ήδη καεί στη συνείδηση του λαού μας για πολλούς λόγους, που θα ήταν κοινός τόπος να τους επαναλάβουμε και εδώ. Σε αυτό συνέβαλαν και οι ανεπιτυχείς χειρισμοί των προβλημάτων της κρίσης και τα επώδυνα αποτελέσματα της κρίσης καθεαυτής. Οι μάσκες έπεσαν, αποκαλύπτοντας την ανικανότητα, την απειρία, τη φαυλότητα και την υποκρισία τους και αφήνοντάς τους δίχως πρόσωπο. Αλλά και τα κόμματα της μαρξιστικής αριστεράς, που κάποτε ήταν το αντίβαρο της χαμένης ελπίδας, σήμερα μοιάζουν ανεδαφικά και ανέτοιμα να προσαρμοστούν στις νέες εξελίξεις, έχοντας παραμείνει εγκλωβισμένα σε ξεπερασμένες λογικές, με την «πολυτέλεια» ενός επαναστάτη της παλιάς εποχής, που βρίσκεται έξω από τον χορό. Έχοντας κολλήσει σε ένα «θεόπνευστο ευαγγέλιο» που εξηγεί τα πάντα στην πολιτική ζωή και αναμασώντας ένα στερεότυπο και επιλεκτικά παραφθαρμένο τροπάρι, που και ο ίδιος ο Μαρξ θα αρνιόταν να υποστηρίξει αν ζούσε σήμερα, μοιάζει με θρησκευτικό κίνημα που καλλιεργεί τη διαιώνιση της δογματικής σκέψης και τη νοοτροπία των οπαδών ποδοσφαιρικών ομάδων, στις οποίες οι οπαδοί έχουν προσκολληθεί με πάθος (όπως περίπου κάνουν και οι αντίπαλοί τους, εθνικιστές ακροδεξιοί). Διατηρώντας μάλιστα ως κεντρικό σύνθημα την προτροπή για ανυπακοή, τη στερεότυπη αντίσταση του λαού σε ένα γενικευμένο κατεστημένο και τη λογική των κακών πλουσίων και των καλών εργαζομένων, το μεν ΚΚΕ φαίνεται να διάγει ακόμη το στάδιο της παιδικής ηλικίας στην πολιτική, ο δε συνασπισμός των πολυάριθμων αριστερών «συνιστωσών» (βλ. ΣΥΡΙΖΑ) εξακολουθεί ως έφηβος να ζει στον κόσμο του, να κλώθει παλιούς μύθους σε νέους αργαλειούς  και να παραμυθιάζει επιδιδόμενος στη δική του αλαζονική επαναστατική γυμναστική, έχοντας μέχρι τώρα αποφύγει τις φθορές από την άσκηση της πολιτικής εξουσίας. Βλέπει το κράτος ως μια δεδομένη και ανεξάντλητη πηγή παροχών, που είναι ικανή να πληρώσει για όλα τα «σπασμένα» και ενισχύει τη στροφή της ήδη δυσαρεστημένης, αγχωμένης και αδιέξοδης νεολαίας μας σε άκριτες προτάσεις και ακραίες λύσεις και συμπεριφορές, παρέχοντάς της πρότυπα με ξύλινο αριστερίστικο λόγο και στερεότυπες αντιλήψεις.

Οι αντιλήψεις αυτές βρίσκουν πρόσφορο έδαφος στους νέους, αλλά και σε μεγάλο μέρος του ενήλικου πληθυσμού, που εξαθλιωμένος και απελπισμένος ψάχνει για διέξοδο, αναζητά ελπίδα, ακόμη και στα παραμύθια. Ενισχύουν επίσης βαθειά εγκατεστημένες στην κουλτούρα του λαού μας απόψεις, που θεωρούν τη συνεργασία ως ατόπημα, το διάλογο και τη διαπραγμάτευση ιδεών ή προτάσεων με τους αντιπάλους ως προδοσία και την πρωτόγονη, συγκρουσιακή λογική του «ή όλα ή τίποτα» ως λεβεντιά και στρατηγική αρετή. Απόψεις, που υποτιμούν την αξία της διπλωματίας και την πολιτική των σταδιακών κατακτήσεων, που προτιμούν την αλόγιστη πάλη με όπλο τη φωτιά και το γκρέμισμα εκ θεμελίων, αντί της αναζήτησης νέων, έξυπνων εργαλείων και τρόπων δράσης, που ανταποκρίνονται στις επιστημολογικές και ιδεολογικές κατακτήσεις της εποχής μας.

Κανείς δεν αρνείται την αξία της οργανωμένης και καλοσχεδιασμένης επαναστατικής δράσης ως ηθικής και πολιτικής επιλογής. Αρκεί να ξέρουμε πότε, πόσο και πώς να την επιχειρήσουμε, αλλά και τι άλλες ευκαιρίες μπορούμε να αξιοποιήσουμε. Δεν μπορεί όμως να χαρακτηριστεί ώριμη η επιλογή της – κατ’ επάγγελμα – ανέξοδης επαναστατικής ρητορίας για το κάθε τι στην πολιτική, την οποία βλέπουμε να εφαρμόζεται κατά κόρον στη χώρα μας. Μοιάζει με τον ήχο ενός μουσικού δίσκου που έχει κολλήσει, με παίχτη σε αγώνα σκάκι που κοιτάει μόνο τις δικές του κινήσεις, με την περίπτωση ενός πρώην προοδευτικού, που κατέληξε να γίνει τόσο δογματικός, που θεωρεί πως σε ένα διάλογο οι έννοιες σύγκλιση και αμοιβαία υποχώρηση είναι κατακριτέες και αρμόζουν μόνον στους αντιπάλους και τους προδότες.

Όμως οι καιροί είναι πολύ δύσκολοι, τα προβλήματα σύνθετα και πρωτόγνωρα, ο αγώνας τιτάνιος για τη χώρα μας. Οι εθνικές επιτυχίες δεν αναμένονται αυτονόητα άμεσες και θεαματικές. Από την άλλη πλευρά, είναι σύνηθες, σε περιόδους οικονομικής και εθνικής κρίσης, οι ακραίες και διχαστικές αντιλήψεις να παρουσιάζουν ιδιαίτερη άνθιση. Θα έλεγα μάλιστα ότι σε αυτές τις περιόδους μεγαλώνει ο κίνδυνος να «συναντώνται τα άκρα» τροφοδοτώντας το ένα το άλλο, όχι τόσο στη φιλοσοφία και τη ρητορική τους, όσο ως νοοτροπίες και στερεότυπες πρακτικές, που η ιστορία έχει δείξει πως σπάνια έχουν αίσια κατάληξη για οποιαδήποτε χώρα.

Προσωπικά βρίσκω πολύ θετικό το ασυνήθιστο στην πολιτική μας ιστορία γεγονός της συνεργασίας μεταξύ τριών κομμάτων, που έχουν διαφορετικές ιδεολογικές αποχρώσεις, ή τουλάχιστον, εκπροσωπούν διαφορετικές πολιτικές τάσεις του λαού μας. Δεν βρίσκω και τόσο ηρωϊκό το να χλευάζεις όσους προσπαθούν να βρουν από κοινού λύσεις στα επείγοντα  – και εξαιρετικά κρίσιμα – ζητήματα της χώρας, μόνο και μόνο επειδή μέσα στη δογματική σου μακαριότητα βαυκαλίζεσαι πως έχεις λύσει τα κρίσιμα θέματα προτείνοντας ελκυστικές για το λαό, αλλά δοκίμαστες και άκριτες συνταγές, τις οποίες έχεις ανασύρει ίδιες και απαράλλακτες από το σεντούκι των παππούδων σου, πριν από την εποχή της παγκοσμιοποίησης. Λεβεντιά είναι η διακινδύνευση του λάθους, εφόσον το διακύβευμα δεν το καθιστά μοιραίο για ένα ολόκληρο λαό, αλλά παρέχει περιθώρια αναθεώρησης και ρεαλιστικού αναπροσανατολισμού. Γιατί στη σύγχρονη εποχή, η γνωστική ευελιξία, η αναθεώρηση και ο μετασχηματισμός προηγούμενων θεωρήσεων και ιδεών μας, η διαλεκτική αλληλεπίδραση μεταξύ των αντιθέτων απόψεων δεν αποτελούν πια μειονέκτημα, αλλά προϋπόθεση για την ανοιχτή, κριτική και δημιουργική σκέψη.

Και για να κλείσω με κάτι πιο θετικό και αισιόδοξο, θα ήθελα να εκφράσω την προσδοκία και την ευχή μου, η κρίση αυτή να αποτελέσει αφορμή για μεν το κράτος μας να αναδιοργανωθεί καλύτερα, για δε τους πολιτικούς και για μας τους πολίτες, να βρούμε τρόπους και κατάλληλες πρακτικές, ώστε να ισχυροποιηθούμε ως χώρα απέναντι στα χτυπήματα των αγορών και να γίνουμε λιγότερο ευάλωτοι στις αναπόφευκτες τάσεις των ισχυρών για εκμετάλλευση και επικυριαρχία, χτίζοντας παράλληλα τη δική μας ταυτότητα και κερδίζοντας επάξια το σεβασμό και την αλληλεγγύη των ευρωπαίων εταίρων μας.