Ακραίος λόγος και μειονότητες ήταν το θέμα στο δεύτερο Θερινό Σχολείο Δημοσιογραφίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου που διήρκησε μια εβδομάδα. Ανάμεσα στους διοργανωτές και η Ακαδημία της Deutsche Welle.Σαράντα έξι συμμετέχοντες από δεκαπέντε χώρες βρέθηκαν για μία εβδομάδα στη Θεσσαλονίκη για να εμβαθύνουν στα σύγχρονα προβλήματα της δημοσιογραφίας. Τι γίνεται με τον ακραίο λόγο σε βάρος μειονοτήτων; Ποιος ο ρόλος του δημοσιογράφου;

Μέσω των κοινωνικών δικτύων η ρητορική μίσους βρήκε έδαφος να εξαπλωθεί. Λεκτικές επιθέσεις σε μειονότητες και μετανάστες αποτελούν πια καθημερινότητα. Όμως φταίει για όλα η τεχνολογία; «Είναι λάθος να την κατηγορούμε παραβλέποντας τους ηθικούς και δεοντολογικούς κώδικες», εξηγεί η Ευγενία Σιαπέρα, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Δουβλίνου. Τα φαινόμενα εντείνονται απ’ τον τρόπο λειτουργίας των κοινωνικών δικτύων. «Ένα ρατσιστικό σχόλιο σε ιστότοπο εφημερίδας μπορεί να σβηστεί από τον διαχειριστή. Στο facebook υπάρχει μια σύνθετη γραφειοκρατική διαδικασία», λέει η ελληνίδα ειδικός, συνεχίζοντας: «Στο twitter καλυμμένοι λογαριασμοί αναμεταδίδουν tweets ακραίου λόγου αυτόματα και ο χρήστης νομίζει ότι λόγος αυτός είναι κυρίαρχος. Το καλό με τα κοινωνικά μέσα όμως είναι ότι υπάρχει έλεγχος σε αντίθεση με τα μέσα τύπου whatsup και messenger, που δεν είναι δημόσια».

Εθνικιστικός λόγος

«Οι ακραίες ομάδες προσαρμόζονται στο διαδίκτυο. Ακόμα και τα πολιτικά κόμματα. Αν και κάποιοι εκπρόσωποι τους είναι αποκλεισμένοι από τα κοινωνικά μέσα, μεταδίδουν τη ρητορική τους μέσω ημιεπίσημων λογαριασμών», λέει η Ευγενία Σιαπέρα μιλώντας στη Deutsche Welle. Συχνά υπάρχει εθνικιστικός λόγος και σε ιστοσελίδες τουριστικής προβολής. Όπως αναφέρει: «Υπάρχουν σχόλια «έρχονται οι υπάνθρωποι και μας παίρνουν τον πολιτισμό», «έχουμε τέτοια ωραία χώρα και δυστυχώς όμως οι ξένοι θέλουν να μας τη φάνε».

Γιατί συμβαίνει αυτό; «Οφείλεται στα σχήματα «αμυντικού εθνικισμού» της μεταπολίτευσης και στο εθνολαϊκιστικό μέτωπο που ενισχύθηκε στην κρίση», παρατηρεί ο Χρήστος Φραγκονικολόπουλος, αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Δημοσιογραφίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ο ίδιος θεωρεί ότι το θέμα είναι και ευρωπαϊκό. «Η κόντρα ευρωαρνητισμού και νεοφιλελευθερισμού δε δίνει χώρο για συζήτηση. Απομονώνεται η κοινωνία των πολιτών και ενισχύονται τα άκρα.». Ίσως λύση γι’ αυτόν είναι η αλλαγή της αυτοεικόνας της χώρας: «Θα πρέπει να φύγουμε από τη λογική της «ψωροκώσταινας» και να δούμε τα θετικά μας. Έτσι δε θα μας φταίνε οι ξένοι και θα τους σεβόμαστε περισσότερο.»

Μειονότητες και μετανάστες

«Πως μπορεί ένας πρόσφυγας να έχει καλό κινητό τηλέφωνο; Γιατί δεν μένουν στις πατρίδες τους να πολεμήσουν;» «Γιατί κάθονται εδώ αφού θέλουν να πάνε στη Γερμανία και τη Σουηδία;» είναι σχόλια που γράφονται συχνά στο διαδίκτυο. Είναι όμως κυρίαρχα; «Από τότε που ξέσπασε η προσφυγική κρίση έχει καλυτερεύσει η εικόνα. Νομίζω πως το θέμα είναι πόσο καλύτερα γνωρίζεις τον άλλον», πιστεύει η Άννα Μαυρίκου, συμμετέχουσα στο θερινό σχολείο. Ο ακραίος λόγος απευθύνεται κυρίως κατά των μουσουλμάνων και αφρικανών και όχι τόσο στις επίσημες θρησκευτικές ή εθνικές μειονότητες όπως η μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης. Η ίδια με καταγωγή από την Κομοτηνή επισημαίνει: «Είναι μία μειονότητα που πακετάρεται άσχημα χωρίς να υπάρχει ρητορική μίσους. Το αληθινό περιβάλλον είναι φιλικό και δεν προβάλλεται από τα μέσα. Οι συμμαθητές μου ήταν κατά 80% μουσουλμάνοι και δεν είχαμε πρόβλημα». Παρόμοια άποψη έχει και ο Μάθιου Τομόντο από τις Η.Π.Α που ήρθε εδώ και εννιά μήνες για σπουδές στη Θεσσαλονίκη «Είναι περισσότερο δυσφορία και όχι ρητορική μίσους. Υπάρχουν πολιτισμικές διαφορές και δυσκολία εμπιστοσύνης, πιο πολύ για ιστορικούς λόγους», λέει χαρακτηριστικά.

Τι κάνουν οι δημοσιογράφοι; «Τα τελευταία χρόνια το κοινό θέλει διαφορετικές ιστορίες, όχι σκληρές. Η λύση είναι ο φωτισμός όλων των πλευρών και όχι στη λογική μαύρο-άσπρο. Π.χ. Να μη δείξεις τους πρόσφυγες μονίμως ως θύματα ή ως ανθρώπους που χρησιμοποιούν το σύστημα, δίκαια κάλυψη», επισημαίνει η βελγίδα δημοσιογράφος Βερονίκ Μιστιαέν. Μεγάλο πρόβλημά είναι οι ψευδείς ειδήσεις που βοηθούν στην εξάπλωση της ρητορικής μίσους. «Υπάρχουν εργαλεία επαλήθευσης των πηγών για να εντοπιστούν τα fake news. Εδώ κάναμε πρακτικές ασκήσεις με παραγωγή τέτοιων ειδήσεων και επανέλεγχο τους, που βοηθά πολύ στην κατανόηση του φαινομένου», τονίζει η Δρ Αλμουτ Σέλπεπερ από την Ακαδημία της Deutsche Welle.

Διογένης Δημητρακόπουλος