Γράφει ο Νίκος Κοτζιάς*.

Οφείλει κάθε χώρα στον σημερινό παγκοσμιοποιημένο κόσμο να επιδιώκει να προσελκύσει επενδύσεις; Ασφαλώς ναι. Αρκεί, όμως, να το κάνει με τρόπο που να ενισχύεται η οικονομική βάση της Ελλάδας, η ανάπτυξη και η διασφάλιση θέσεων εργασίας. Να υπάρχει σχέδιο. Αντίθετα, οι επενδύσεις που επιδιώκει η κυβέρνηση δεν είναι ενταγμένες σε σχέδιο ανόρθωσης της ελληνικής οικονομίας. Προσβλέπουν, κατά κανόνα, στην είσπραξη ποσών που αυτόματα θα καταβάλλονται στους δανειστές. Αυτό, όμως, οδηγεί να ξεπουλά η χώρα τον πλούτο της προκειμένου να καλύψει τους δανειστές.

Πολλοί αναρωτιούνται αν κάποιος που κάνει τις πιο πάνω παρατηρήσεις επιθυμεί να πουληθεί οτιδήποτε ή διαφωνεί κάθετα με κάθε επένδυση. Σε αυτό το ερώτημα υπάρχουν δύο απαντήσεις. Η μία είναι για τους κακοπροαίρετους ανάμεσα σε αυτούς και οι κυβερνόντες. Εφόσον κυβερνούν με τον τρόπο που κυβερνούν, ξεπουλώντας, οφείλουν να απαντήσουν πρώτα στο αντίστροφο ερώτημα: υπάρχει κάποια σημαντική δημόσια εταιρεία που δεν θέλουν να την μεταβιβάσουν σε τρίτους; Για τους καλοπροαίρετους παραπέμπω στην πείρα της Ασίας, ιδιαίτερα της Λ.Δ. της Κίνας.

Στην Ελλάδα ζούμε ως συνήθως με μύθους και στερεότυπα που προκύπτουν από μια επιφανειακή επαφή με ένα θέμα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι στη χώρα, από τη δεξιά μέχρι και την αριστερά, έχουν πολλοί την αίσθηση ότι δεν υπάρχουν και πολλά να μάθει κανείς ή να γνωρίσει από την Ν.Α.Ασία. Οι μεν συντηρητικοί κάνουν λόγο για έναν καπιταλισμό «παλιού τύπου, αλά Μάντσεστερ», οι δε της αριστεράς για «κινεζοποίηση». Παρά τα τεράστια κοινωνικά προβλήματα των χωρών της ΝΑ Ασίας, ιδιαίτερα της Κίνας, υπάρχει ένα ζήτημα πολύ διδακτικό.

Η ανάπτυξη της Κίνας δεν οφείλεται γενικά και αφηρημένα στις επενδύσεις. Αλλά στην αρχική και επί δεκαετίες απαγόρευση να αγοράσουν ξένοι επενδυτές, ακόμα και κινέζοι του εξωτερικού, εταιρείες κλειδιά της χώρας, τουτέστιν μεγάλες δημόσιες επιχειρήσεις, πριν από όλα τράπεζες. Όρος και προϋπόθεση πρόσκλησης ξένων επενδυτών ήταν και είναι ακόμα σε μεγάλο βαθμό, να δημιουργήσουν με τις επενδύσεις τους νέα παραγωγική βάση. Στην ΝΑ Ασία η αλλαγή ιδιοκτησίας δεν αξιολογείται ως ουσιαστική επένδυση.  Το πρόβλημα με τους κυβερνώντες την Ελλάδα, είναι ότι στα πλαίσια του σχεδίου που υπηρετούν ως επένδυση θεωρείται η μεταφορά ελληνικής δημόσιας περιουσίας στην κρατικοδίαιτη διαπλοκή, που ιδιοποιείται το ελληνικό δημόσιο, και σε ξένους παράγοντες, ακόμα και σε ξένα κράτη. Στην τελευταία περίπτωση ο όρος «Αποκρατικοποίηση» ή «ιδιωτικοποίηση» αποτελεί τον τετραγωνισμό της γελοιότητας.

Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι νέες επενδύσεις, στην ουσία η μεταβίβαση ελληνικής δημόσιας περιουσίας σε τρίτους, αποτελεί όρο και προϋπόθεση για το ξεπέρασμα της ανεργίας. Στην πραγματικότητα μέχρι τώρα, πλην μίας εξαίρεσης, οι υπό μεταβίβαση επιχειρήσεις υπόκεινται προηγούμενα σε δύο μεταλλαγές λιτότητας. Η πρώτη είναι η μείωση των μισθών στο όνομα του μνημονίου. Η δεύτερη, η «μείωση προσωπικού». Οι δύο αυτές πολιτικές, όπως χαρακτηριστικά θα εφαρμοστούν και στις ΔΕΚΟ και στις τράπεζες, προωθούνται προκειμένου να πουληθούν  αυτές σε τρίτους με όσο το δυνατό μικρότερο εργασιακό κόστος και όχι για να δημιουργηθούν καινούργιες καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας.

Αλλά και το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας σε κλάδους που με βρίσκουν κάθετα αντίθετο γίνεται κατά κανόνα (δεν υποστηρίζω πάντα) με τους χειρότερους δυνατούς όρους και σε πλαίσια που δεν εξυπηρετούν μακρόχρονα την Ελληνική κοινωνία. ΟΙ επενδύσεις (αυθεντικές και δήθεν) υπόκεινται στον πολιτικό έλεγχο των δανειστών. Λέγεται, επί παραδείγματι, ότι προσφορά επένδυσης ύψους 1,7 δισεκατομμυρίων πιθανά να μην γίνει, διότι η ντόπια ολιγαρχία και οι μνημονιακοί σύμμαχοί της είναι κάθετα αντίθετοι. Ελπίζω να μην επαληθευτεί μια τέτοια, αλλά και άλλες παρόμοιες πληροφορίες.

*Ο Νίκος Κοτζιάς σπούδασε οικονομικές επιστήμες (πτυχίο), πολιτική και φιλοσοφία (μεταπτυχιακά), δίκαιο, καθώς και πολιτική της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης (διδακτορικό και post-doc) στην Ελλάδα και στη Γερμανία.

Εργάστηκε ως ερευνητής και δίδαξε στα Πανεπιστήμια του Χάρβαρντ, της Οξφόρδης και του Μαρβούργου. Σήμερα είναι καθηγητής «Πολιτικών Θεωριών των Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών» στο Πανεπιστήμιο του Πειραιά. Διετέλεσε πρόεδρος του Ινστιτούτου Στρατηγικών και Αναπτυξιακών Μελετών (ΙΣΤΑΜΕ). Υπήρξε μέλος της FEG (Ερευνητική Ομάδα για την Ε.Ε.) στο Μαρβούργο Γερμανίας, Senior Associated Member στο St. Antony’s College του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, Senior Fellow στο Weatherhead Centre for International Affairs του Χάρβαρντ.