Στην Ιταλία υπάρχει ασυμφωνία ως προς την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης. Ο πρώην πρωθυπουργός Ρέντσι απορρίπτει τα σχέδια της κυβέρνησης Kόντε ασκώντας πίεση. Κάποιοι οικονομολόγοι συμφωνούν.Σύμφωνα με τον πρωθυπουργό της Ιταλίας Τζουζέπε Κόντε, μια επιτροπή εμπειρογνωμόνων και όχι το ιταλικό κοινοβούλιο θα πρέπει να αποφασίσει για την απορρόφηση των περίπου 209 δις ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης της ΕΕ για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας. Στόχος είναι να βοηθηθεί η χώρα που επλήγη τόσο έντονα από την πανδημία να σταθεί και πάλι στα πόδια της. Ωστόσο πέρα από τις μεγαλεπήβολες δηλώσεις προθέσεων παραμένει αβέβαιο πώς οι ευρωπαϊκοί πόροι θα χρησιμοποιηθούν στην πράξη. Ο Ματέο Ρέντσι, επικεφαλής του κόμματος Italia Viva (Ζωντανή Ιταλία) απειλεί ότι θα καταρρεύσει ο κυβερνητικός συνασπισμός εάν δεν εισρεύσουν περισσότερα χρήματα σε καινοτόμα έργα. Από τον Σεπτέμβριο του 2019 την Ιταλία κυβερνά ένας συνασπισμός έκτακτης ανάγκης, που δεν μοιράζεται ίδιες αξίες και αποτελείται από το λαϊκιστικό κίνημα των Πέντε Αστέρων, τους Σοσιαλδημοκράτες καθώς και τα μικρά κόμματα Italia Viva και Liberi e Uguali (Eλεύθεροι και Ίσοι).

Ο Ματέο Ρέντσι διετέλε πρωθυπουργός από το 2014 μέχρι το 2016, αλλά παραιτήθηκε μετά την αποτυχία της συνταγματικής μεταρρύθμισης που ο ίδιος είχε ξεκινήσει. Ο Ρέντσι υποστηρίζει ότι ελάχιστα χρήματα διατίθενται για την ενίσχυση του τομέα της υγείας και της καινοτομίας. «Η κριτική που ασκεί ο Ρέντσι έχει σίγουρα πολιτικά κίνητρα αλλά αφορά ένα ουσιώδες πρόβλημα. Η ΕΕ είναι διατεθειμένη να διαθέσει τα επόμενα χρόνια πολλά χρήματα αλλά έχει κάνει λίγες σκέψεις για τον αποτελεσματικό έλεγχο της διαδικασίας» αναφέρει στη DW o Φρίντριχ Χάινεμαν, ειδικός σε θέματα ΕΕ από το Κέντρο Ευρωπαϊκών Οικονομικών Σπουδών με έδρα στο Μάνχαϊμ (ZWE).

Xαμένη δεκαετία με χαμένα ευρωπαϊκά χρήματα;

Όπως εκτιμά ο Χάινεμαν: «Υπάρχει μεγάλος κίνδυνος το ιταλικό αναπτυξιακό πρόγραμμα να χρησιμοποιηθεί de facto μόνο για την επέκταση του κρατικού τομέα και των κοινωνικών παροχών, αλλά όχι για να πάει τη χώρα μπροστά». Τα χρήματα της ευρωπαϊκής βοήθειας, που για πρώτη φορά προέρχονται από κοινή ανάληψη χρεών, προορίζονται στην πραγματικότητα για την οικονομική αναγέννηση της Ιταλίας τις επόμενες δεκαετίες. Η Ιταλία λαμβάνει από το Ταμείο Ανάκαμψης 85 δις ευρώ ως «δώρο» και άλλα 124 ευρώ ως φθηνά δάνεια. Η χώρα είναι εδώ και χρόνια υπερχρεωμένη. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ιταλικής Κεντρικής Τράπεζας το ΑΕΠ της φέτος έχει πέσει στα επίπεδα του 1998 εξαιτίας της πανδημία. Με δημόσιο χρέος που ανέρχεται στα 2,5 τρις ευρώ, είναι η χώρα με το υψηλότερο χρέος στην ΕΕ. Μόνο λίγες χώρες παγκοσμίως έχουν ακόμη υψηλότερο δημόσιο χρέος.

Πάντως εν πρώτοις η «λίστα προτεραιοτήτων» του Ιταλού πρωθυπουργού Τζουζέπε Κόντε φαίνεται να συνάδει απόλυτα με τις προτεραιότητες της προέδρου της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Μεταξύ των ιταλικών στόχων βρίσκει κανείς την πράσινη επανάσταση, την οικολογική μετάβαση, την προώθηση της ψηφιοποίησης, της καινοτομίας, της βιώσιμης ανάπτυξης και της ισότητας των φύλων. Και το θέμα της συνοχής, που αγαπούν οι Βρυξέλλες, βρίσκεται στις προτεραιότητες του Κόντε. Πάντως, έντονη κριτική στον Κόντε, ο οποίος κατάγεται από τη φτωχή νότια Ιταλία, ασκούν κυρίως εκπρόσωποι του οικονομικού κλάδου από τον πλούσιο βορρά. Πολλοί από τον ιταλικό βορρά μέχρι σήμερα αποκαλούν τον ιταλικό νότο «Ελλάδα», λόγω του ιστορικού παρελθόντος της νότιας Ιταλίας, που ήταν ελληνική αποικία, γνωστή ως Magna Graecia (Μεγάλη Ελλάδα) αλλά και λόγω των αστοχιών της στην οικονομική διαχείριση. Έτσι πολλοί ισχυροί από την οικονομική μητρόπολη της Ιταλίας, το Μιλάνο, διερωτώνται υποτιμητικά πώς ένας «Έλληνας», όπως ο Τζουζέπε Κόντε από την Απουλία, μπορεί να διαχειρίζεται με λογική τα οικονομικά. Για τον καθηγητή Οικονομικών Ρομπέρτο Περόνι από το Πανεπιστήμιο του Μιλάνου υπάρχει κι ένα επιπλέον αρνητικό σενάριο, όπως ανέφερε τον Σεπτέμβριο στο Reuters: «Υπάρχει τεράστιος κίνδυνος να μην μπορέσουμε να ξοδέψουμε τα χρήματα ή ότι θα τα σπαταλήσουμε. Σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να υπολογίζουμε σε μια νέα οικονομική κρίση τα επόμενα χρόνια».

O φόβος μιας νέας κρίσης

Ο Περότι φοβάται ότι μελλοντικά οι διεθνείς επενδυτές θα θέτουν και πάλι στο μικροσκόπιο το υψηλό χρέος της Ιταλίας και θα κερδοσκοπούν μαζικά εις βάρος της Ρώμης. Γεγονός είναι επίσης ότι η Ιταλία δεν αξιοποιεί ούτε το μισό των ευρωπαϊκών κονδυλίων εξαιτίας της πολύπλοκης γραφειοκρατίας. Ιδιαίτερα η δημόσια διοίκηση στον ιταλικό νότο φαίνεται ότι δεν είναι σε θέση να στείλει αιτήματα για χρηματοδότηση έργων στις Βρυξέλλες ή να εφαρμόσει ισχύουσες συμφωνίες. Σύμφωνα με τον ερευνητή Λούκια Μπιάνκι από το ιδιωτικό ινστιτούτο SVIMEZ της Ρώμης σε συνέντευξή του στη Welt am Sonntag, το 2019 η περιοχή του Λάτσιο, όπου βρίσκεται η Ρώμη, έχασε το 2% της οικονομικής της δύναμης. Αιτία ήταν η κακή δημόσια διοίκηση από τη Νάπολη ως το Παλέρμο, που δεν κατάφερε να διαθέσει χρήματα από ήδη εγκεκριμένα ευρωπαϊκά κονδύλια. Μια ματιά στα στατιστικά στοιχεία της ΕΕ δείχνει, σύμφωνα με τους σκεπτικιστές, την αδυναμία της Ιταλίας να εκσυγχρονιστεί. Μεταξύ 2014 και 2020, μόνο το 40% των κονδυλίων που εγκρίθηκαν από τις Βρυξέλλες για έργα, αξιοποιήθηκαν στην Ιταλία.

Ο Χάινεμαν δηλώνει ότι δεν πείθεται από τα νέα σχέδια της κυβέρνησης: «Όσα έχω διαβάσει μέχρι στιγμής δεν μου εμπνέουν αισιοδοξία. Οι παράγοντες που εμποδίζουν την οικονομική ανάπτυξη είναι γνωστοί. Το εκπαιδευτικό σύστημα δεν προετοιμάζει τους νέους για τον σύγχρονο, ψηφιακό κόσμο της εργασίας. Αυτό αποδυναμώνει επίσης εταιρείες, οι οποίες έχουν χάσει σε μεγάλο βαθμό τη διεθνή τους ανταγωνιστικότητα. Η οικονομία και η αγορά εργασίας είναι υπερβολικά ρυθμισμένες». Σε αυτά προσθέτει τα χρόνια προβλήματα του ιταλικού δημοσίου, τουσυστήματος προσλήψεων και του κοστοβόρου συστήματος κοινωνικής πρόνοιας, που όμως δεν βοηθά στην εξάλειψη της φτώχειας. Επιπλέον στη νότια κυρίως Ιταλία το πρόβλημα της διαφθοράς είναι γνωστό.

Για τον Χάινεμαν θα ήταν λάθος το πρόγραμμα Next-Generation της ΕΕ να μη συνδεθεί με συγκεκριμένα μεταρρυθμιστικά κριτήρια. Η συσσωρευμένη αναποτελεσματικότητα στην Ιταλία θα μπορούσε απλώς να καλυφθεί για λίγα χρόνια μέσω της εισροής φρέσκου χρήματος. Για τον Γερμανό οικονομολόγο κάτι τέτοιο θα οδηγούσε όμως το σχέδιο της ΕΕ για την αντιμετώπιση της πανδημίας στα αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα.

Tόμας Κόλμαν

Επιμέλεια: Δήμητρα Κυρανούδη