Η γενιά μας κληροδότησε στους σημερινούς έφηβους ένα χάος και μια γενική απαξίωση

Μιλά σήμερα  η συγγραφέας  και διευθύντρια της Πινακοθήκης Ε. Αβέρωφ στο Μέτσοβο Τατιάνα Αβέρωφ.

Συνέντευξη στον Αποστόλη Ζώη.

«Η έλλειψη προτύπων και κοινώς αποδεκτών αρχών και αξιών είναι μια πραγματικότητα της εποχής μας. Δεν υπάρχουν πια βεβαιότητες σήμερα. Δεν μπορούν να μας καθοδηγήσουν τα συστήματα αξιών που αποτελούσαν τον συνεκτικό ιστό της κοινωνίας σε παλιότερα χρόνια. Αυτό είναι φυσικό, είναι αναπόφευκτο». Αυτά δηλώνει σήμερα στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ  ΓΝΩΜΗ η Τατιάνα Αβέρωφ, με αφορμή το  βιβλίο «Θράσος» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ. Η Τατιάνα Αβέρωφ, σπούδασε φιλοσοφία και ψυχολογία στο Κολέγιο Deree (B.A. 1976) και Κοινωνική Ψυχολογία στο London School of Economics and Political Science (M.Sc. 1978). Εργάστηκε στο χώρο της ιδιωτικής εκπαίδευσης ως σχολική ψυχολόγος από το 1978 ως το 1994. Στο διάστημα αυτό εξέδωσε δύο βιβλία με θέμα τη συνεργατική εκπαίδευση, τα «Μαθαίνοντας τα παιδιά να συνεργάζονται», Θυμάρι 1983, και «Συνεργασία στη Μάθηση», Θυμάρι και  Εκπαιδευτήρια Κωστέα-Γείτονα, 1990. Από το 1995 αφιερώθηκε αποκλειστικά στην διεύθυνση της Πινακοθήκης Ε. Αβέρωφ στο Μέτσοβο, μουσείο νεοελληνικής τέχνης υπαγόμενο στο κοινωφελές Ίδρυμα Ευαγγέλου Αβέρωφ-Τοσίτσα, του οποίου είναι πρόεδρος Δ.Σ από τη σύστασή του το 1988. Από το 1991 είναι αντιπρόεδρος Δ.Σ. του Ιδρύματος Βαρόνου Μιχαήλ Τοσίτσα, κοινωφελές ίδρυμα που από τη δεκαετία του ’50 συνέβαλε αποφασιστικά στη οικονομική διάσωση και πολιτιστική ανάπτυξη της περιοχής Μετσόβου.

Είναι συγγραφέας των μυθιστορημάτων («Το ξέφωτο», Κέδρος 2000, «Αύγουστος», Κέδρος 2002, και «Ανοιχτή γραμμή», Κέδρος 2005) όπως και του μυθιστορήματος με τίτλο «Θράσος», από τις ίδιες εκδόσεις. Έχει τιμηθεί με το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ελληνικής Εταιρείας Χριστιανικών Γραμμάτων (2001) και ήταν υποψήφια για τα βραβεία Πρωτοεμφανιζόμενου Πεζογράφου (2001) και Μυθιστορήματος (2003) του περιοδικού Διαβάζω. Το 2007-2008 δίδαξε Μυθιστόρημα στα εργαστήρια δημιουργικής γραφής του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και της Εταιρείας Λογοτεχνών.

Πιστεύετε πώς ένας έφηβος βλέπει πιο καθαρά την κοινωνία και τις πραγματικές της ανάγκες; Εκτιμάτε πώς μια νεανική φωνή έχει μεγαλύτερη  διεισδυτικότητα, ωριμότητα, ορμή και χιούμορ;

«Ο κόσμος μέσα από τα μάτια ενός εφήβου είναι σίγουρα πολύ διαφορετικός, γιατί είναι χρωματισμένος από την ορμή και την «αγνότητα» της ηλικίας, αφενός, αλλά και από την έλλειψη εμπειρίας και γνώσης της καθημερινής πραγματικότητας, αφετέρου. Αυτά τα δύο δημιουργούν ένα εκρηκτικό δίπολο που παιδεύει τόσο τον ίδιο τον έφηβο, όσο και τους ενήλικες που τον περιστοιχίζουν: Από τη μια, ο έφηβος θέλει τα πάντα, μπορεί τα πάντα, βλέπει τα πάντα, τα θέλει εδώ και τώρα, και είναι αδιαπραγμάτευτα επικριτικός προς όσους ευθύνονται για το «μπάχαλο» της καθημερινότητας και του κόσμου όλου που βλέπει γύρω του — ο έφηβος είναι λίγο θεός, λίγο βέβηλος, λίγο αναρχικός, ορίζει τα πράγματα με το δικό του τρόπο και ανακαλύπτει τον κόσμο απ’ την αρχή. Συγχρόνως όμως πέφτει και στην απόλυτη αβεβαιότητα και αυτό-ακύρωση, νιώθει ότι δεν ξέρει τίποτα, ότι δεν αξίζει τίποτα, ότι δε μπορεί να τα βγάλει πέρα με τους άλλους, τους ασύγκριτα πιο έμπειρους και ικανούς από εκείνον. Άρα, ναι, ο έφηβος μπορεί να είναι όλα αυτά που λέτε: Να βλέπει την κοινωνία πιο καθαρά και λιγότερο καθαρά, πιο ώριμα και πιο ανώριμα συγχρόνως, σίγουρα με πιο πολύ ορμή, συνήθως και με πιο πολύ χιούμορ, πιο ανάλαφρα, πιο αισιόδοξα και πιο απελπισμένα συγχρόνως, πιο διεισδυτικά και πιο διαστρεβλωτικά, όλα αυτά – ο έφηβος δεν είναι τίποτα παραπάνω και τίποτα παρακάτω από ένα νέος άνθρωπος σε μια περίοδο μεγάλης «αναταραχής» (σωματικής, ορμονικής, συναισθηματικής), που αγωνίζεται να πατήσει στα πόδια του, να ανακαλύψει τον εαυτό του και να βρει τη θέση του σ’ αυτό τον κόσμο».

Ποιο θεωρείτε το μεγαλύτερο πρόβλημα της σημερινής γενιάς; Η έλλειψη προτύπων και η ισοπέδωση αρχών και αξιών αιώνων πόσο επηρεάζει τη συμπεριφορά της σημερινής γενιάς;

«Η έλλειψη προτύπων και κοινώς αποδεκτών αρχών και αξιών είναι μια πραγματικότητα της εποχής μας. Δεν υπάρχουν πια βεβαιότητες σήμερα. Δεν μπορούν να μας καθοδηγήσουν τα συστήματα αξιών που αποτελούσαν τον συνεκτικό ιστό της κοινωνίας σε παλιότερα χρόνια. Αυτό είναι φυσικό, είναι αναπόφευκτο. Δεν μου αρέσει να μιλάμε με μια επικριτική ή νοσταλγική διάθεση για έλλειψη προτύπων και αξιών, γιατί αυτό εμμέσως μάς ξυπνάει μια δίψα για επιστροφή στις ρίζες ή για αναβίωση παλιότερων αξιών και προτύπων. Αυτό είναι επικίνδυνο. Η ζωή προχωράει και πρέπει να βρούμε καινούργιους τρόπους, καινούργιες αξίες που να μπορούν να αναδυθούν μέσα από τις αβεβαιότητες και τον πλουραλισμό της σύγχρονης εποχής. Η γενιά μας δεν τα κατάφερε πολύ καλά. Κληροδότησε στους σημερινούς έφηβους ένα χάος και μια γενική απαξίωση, χωρίς να τους δώσει τα εφόδια ώστε να μπορούν να κάνουν τις δικές τους επιλογές και να βγάλουν άκρη μέσα από το χάος. Είναι πολύ πιο δύσκολα τα πράγματα για τους σημερινούς έφηβους, αντιμετωπίζουν ένα πολύ πιο περίπλοκο έργο, τόσο σπό πλευράς ψυχολογικής ισορροπίας και αίσθησης ταυτότητας, όσο και από πλευράς εξωτερικών συνθηκών και του αβέβαιου μέλλοντος που τους περιμένει. Όλα αυτά, σε συνδυασμό και με την δύσκολη ηλικία της εφηβείας (πάντα μια εποχή μετάβασης και συγκρούσεων), αλλά και με την έλλειψη πολλές φορές μιας ουσιαστικής επικοινωνίας με άλλους σημαντιικούς ενήλικες ή συνομίληκους – όλα αυτά μαζί βάζουν μεγάλο βάρος στους ώμους των σημερινών εφήβων και σίγουρα επηρεάζουν τη συμπεριφορά τους – που αυτή εκφράζεται βέβαια με διαφορετικούς τρόπους ανάλογα και με το χαρακτήρα και τις συνθήκες του καθένα».

Πώς βλέπετε την απειλητική διείσδυση του internet στην καθημερινότητα των νέων; Από τη μία μπορούν και κατασκευάζουν έναν κόσμο εικονικό χωρίς σύνορα ή δεσμεύσεις και από την άλλη μένουν «κολλημένοι» σε αυτό θέτοντας στο περιθώριο το βιβλίο. Αναγκαίο κακό θα λέγατε; Ή η εποχή μας επιβάλλει κάτι τέτοιο πλέον;

«Δεν ξέρω να πω αν φταίει το ίντερνετ που οι νέοι διαβάζουν λιγότερο. Η τεχνολογία προχωράει με όλο και πιο γρήγορους ρυθμούς. Το ίντερνετ είναι κι αυτό μια πραγματικότητα. Είναι μια επανάσταση, ένα σημαντικό εργαλείο, ένας κόσμος όλος που μας ανοίγεται, προσφέροντας απίστευτες δυνατότητες για επικοινωνία, για ίσες ευκαιρίες στη γνώση, για χίλια δυο χρήσιμα και σημαντικά πράγματα. Οποιαδήποτε κατάκτηση βέβαια θέλει και την ανάλογη ωριμότητα και προσαρμογή, ώστε να επιτευχθεί η ισορροπημένη και θετική χρήση της στην κοινωνία. Δεν είμαι πάντως απ’ αυτούς που πιστεύουν πως η οθόνη θα αντικαταστήσει ποτέ το βιβλίο στη φυσική μορφή του Οι νέοι διαβάζουν λιγότερο ίσως γιατί ονειρεύονται λιγότερο, παίζουν λιγότερο, σκέφτονται λιγότερο, βρίσκουν λιγότερο χώρο και χρόνο για να εκφράσουν την περιέργειά τους και την ανάγκη τους για ανακάλυψη και δημιουργία. Θα έλεγα λοιπόν ότι πολύ πριν από το ίντερνετ, αν είναι αλήθεια ότι οι νέοι διαβάζουν λιγότερο, φταίει μάλλον το εκπαιδευτικό μας σύστημα και η τρελαμένη οικογένεια, και όλοι εμείς ένας ένας, είτε είμαστε εκπαιδευτικοί, γονείς, νομοθέτες, δήμαρχοι, υπάλληλοι, επαγγελματίες ή απλοί πολίτες».

Η ζωή ενός δεκαεξάχρονου έφηβου. Θράσος, Θρασύβουλος ίσον ελεύθερος. Είναι ελεύθερα σήμερα τα παιδιά; Αλλά και οι μεγάλοι με όσα σερβίρει η τηλεόραση πόσο ελεύθεροι είναι;

«Όπως λέει ο ποιητής: Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία. Ο έφηβος είναι αντικειμενικά ανελεύθερος και εξαρτημένος από χίλια δυο πράγματα. Η εφηβεία είναι μια φάση αναγκαστικής αναμονής και προετοιμασίας. Στο βιβλίο μου παρομοιάζω την εφηβεία με τους «Σκλάβους», του Μιχαήλ Άγγελου, τα ημιτελή γλυπτά, αριστουργήματα μεν, αλλά στα οποία η μορφή του ανθρώπου είναι ακόμα φυλακισμένη σ’ έναν όγκο ακατέργαστης πέτρα απ’ την οποία είναι φτιαγμένη. Για μας τους μεγάλους είναι αλλιώς. Υπάρχουν βέβαια πάντα αντικειμενικές πιέσεις. Αλλά στο χέρι του καθενός είναι να βρει την αρετή και την τόλμη που χρειάζεται ώστε να μην είναι δέσμιος, πρώτα απ’ όλα στη σκέψη και στο μυαλό, που από εκεί, πιστεύω, πηγάζει και ορίζεται η ελευθερία».

Διευθύνετε  την Πινακοθήκη Ε. Αβέρωφ στο Μέτσοβο. Μπορείτε να μας μιλήσετε για αυτή δίνοντάς μας κάποια σημαντικά και ενδιαφέροντα στοιχεία;

«Η Πινακοθήκη Ε. Αβέρωφ είναι μουσείο νεοελληνικής τέχνης και έχει σε μόνιμη έκθεση αντιπροσωπευτικά έργα των σημαντικότερων Ελλήνων καλλιτεχνών του 19ου και του 20ού αιώνα (Γύζη, Λύτρα, Βολανάκη, Ιακωβίδη, Παρθένη, Μαλέα, Μόραλη κλπ κλπ). Βασικός κορμός της συλλογής είναι τα 200 έργα που συνέλεξε ο πατέρας μου, Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας, τα οποία και δώρισε στο ομώνυμο ‘Ιδρυμα, μαζί με το τριώροφο κτίριο της Πινακοθήκης. Σήμερα, 20 χρόνια μετά την ίδρυση του μουσείου, η συλλογή έχει τριπλασιαστεί σχεδόν σε αριθμό, ενώ το κτίριο επεκτάθηκε και εκσυγχρονίστηκε έτσι ώστε να πληροί πλέον τις προδιαγραφές ενός σύγχρονου μουσείου και να μας επιτρέπει να οργανώνουμε και διεθνείς ακόμα εκθέσεις. Οι δραστηριότητές μας είναι πολλές: Κύριος άξονας αναφοράς είναι η Μόνιμη ‘Εκθεση, με την αδιάκοπη φροντίδα για τη συντήρηση των έργων, τη σωστή παρουσίαση και τον εμπλουτισμό της μόνιμης συλλογής, που στόχο έχει να δώσει στον επισκέπτη την ευκαιρία να γνωρίσει τους σημαντικότερους ‘Ελληνες δημιουργούς των τελευταίων δύο αιώνων και να έρθει σε επαφή με τις κυριότερες θεματικές κατηγορίες και τα γνωστότερα ρεύματα της νεότερης ελληνικής ζωγραφικής. Επίσης, μια ή δυο φορές το χρόνο οργανώνουμε περιοδικές εκθέσεις (θεματικές, αναδρομικές ή ομαδικές), με έργα από άλλα μουσεία και συλλογές, καθώς και συνέδρια, συμπόσια, επισκέψεις/εργαστήρια γνωστών καλλιτεχνών και πολιτιστικές εκδηλώσεις. Ιδιαίτερη έμφαση δίνουμε στον εκπαιδευτικό ρόλο του μουσείου, με την ανάπτυξη εκπαιδευτικών προγραμμάτων, ημερίδων και συναντήσεων με τους εκπαιδευτικούς της περιοχής και, από το 1995, με την ίδρυση Εικαστικού Εργαστηρίου στο χώρο του μουσείου, που λειτουργεί σε οργανωμένους κύκλους μαθημάτων, δωρεάν, για τα παιδιά της περιοχής. ‘Εχουμε επίσης μια αρκετά σημαντική εκδοτική δραστηριότητα, με έμφαση κυρίως στα βιβλία τέχνης, στα πρακτικά συμποσίων, στα εκπαιδευτικά φυλλάδια και παιχνίδια, κάρτες, αφίσες, βιντεοταινίες κλπ».

Και μια τελευταία ερώτηση. Έχετε εμπιστοσύνη στη νέα γενιά; Μπορεί να δώσει κάτι καλύτερο σε αυτό τον κόσμο;

«Κατανοώ τους σημερινούς έφηβους. Αναφέρθηκα ήδη στις πιέσεις και τα αδιέξοδα που πιστεύω πως αντιμετωπίζουν — χειρότερα και περισσότερα αδιέξοδα απ’ αυτά που αντιμετώπισε η δικιά μας γενιά. Στο κάτω κάτω εμείς είχαμε μια δικτατορία, είχαμε ένα σκοπό, έναν εχθρό που δικαίωνε την αντίδραση και την οργή μας, μας έκανε να νιώθουμε ότι κάτι κάνουμε, ότι κάπου πιάνει τόπο και η φωνή μας, ότι είμαστε λίγο αξιόλογοι, ότι μπορούμε να είμαστε και λίγο περήφανοι για τους εαυτούς μας. Σήμερα είναι πολύ πιο δύσκολα τα πράγματα. Καταλαβαίνω λοιπόν τις αγωνίες των εφήβων, την απαισιοδοξία τους, τις άμυνές τους – θεωρώ πως έχουν πολλά «δικαιολογητικά» και «ελαφρυντικά», είτε διαλέγουν το δρόμο της άρνησης και επιθετικότητας, είτε της ταύτισης και προσαρμογής σ’ ένα άνευρο και ηδονιστικό λάιφ στάιλ. Έχουν να παλέψουν σκληρότερα από μας αν είναι να βρουν το δρόμο τους, έχουν πολύ περισσότερο βάρος να σηκώσουν. Αλλά έχουν ίσως και καθαρότερο βλέμμα από μας, βλέπουν κατάφατσα την πραγματικότητα της κοινωνίας, με λιγότερους παραμορφωτικούς φακούς, είναι πιο απελευθερωμένοι και με λιγότερες ιδεολογικές και άλλες αγκυλώσεις. Μ΄αρέσει να είμαι αισιόδοξος άνθρωπος. Πιστεύω στην προς τα μπρος δύναμη της ζωής και θέλω να ελπίζω πως οι σημερινοί έφηβοι θα βρουν τη δύναμη να τα καταφέρουν καλύτερα από μας και να δώσουν κάτι καλύτερο στους εαυτούς τους πρώτα από όλα και στον κόσμο».