Του Νίκου Κοτζιά*.

Πολλοί αναγνώστες, μου υπέβαλαν το ερώτημα: ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στον συμπληρωματικό χαρακτήρα μιας οικονομίας που επιδιώκουν για την Ελλάδα οι Γερμανοί και εκείνης της ειδίκευσης που προτείνω στα κείμενά μου; Η απάντηση είναι η εξής:

Πρώτον, η πρόταση ειδίκευσης της Ελληνικής Οικονομίας σημαίνει ότι διερευνάμε και μελετάμε τις δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας. Σε ποιους τομείς η Ελλάδα διαθέτει πλεονεκτήματα και μπορεί να διασφαλίσει την ανάπτυξή τους. Τα πλεονεκτήματα αυτά μπορεί να αναφέρονται στην ειδικευμένη εργασιακή δύναμη που διαθέτει η χώρα. Στις υποδομές και την υπάρχουσα παραγωγική βάση. Στον ορυκτό πλούτο και τους άλλους φυσικούς πόρους. Αφορά, επίσης, στους κλάδους που ενισχύονται διεθνώς και αμείβονται σε υψηλές τιμές.

1α. Με αφετηρία τα πιο πάνω, εκτιμώ ότι ήδη η Ελλάδα διαθέτει ορισμένους κλάδους τους οποίους μπορεί να αναπτύξει και εκσυγχρονίσει παραπέρα. Τέτοιοι κλάδοι είναι οι οικοδομές, η ναυτιλία και ο ποιοτικός τουρισμός. Η χώρα διαθέτει, επιπλέον, προϋποθέσεις ανάπτυξης σε κλάδους όπως είναι η διατροφή, συνολικά η αγροτική παραγωγή, η φαρμακολογία, ιδιαίτερα η στηριγμένη σε βότανα και άλλους φυσικούς πόρους, οι σύγχρονες υπηρεσίες. Για τις τελευταίες υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες νέοι με ειδικές γνώσεις στην πληροφορική, τα φυσικομαθηματικά, τη βιολογία, τη πληροφορική, χιλιάδες μηχανικοί. Ολοι τους δε, γνωρίζουν ξένες γλώσσες.

1β. Οι νέοι κλάδοι στους οποίους μπορεί η Ελλάδα να αποκτήσει συγκριτικά πλεονεκτήματα, είναι η πληροφορική και η παραγωγή προγραμμάτων, η νανοτεχνολογία και βιογενετική καθώς και τα νέα υλικά, τόσο τα κράματα μετάλλων, όσο και εργαλεία σε κλάδους όπως είναι η ιατρική. Η χώρα μπορεί να αναπτύξει αυτούς τους κλάδους σχεδιασμένα και σε συγκεκριμένες περιφέρειες. Προκειμένου να το πετύχει έχει ανάγκη καλύτερων υποδομών. Όχι μόνο δρόμων, όσο πολύ περισσότερο των νέων τεχνολογιών, ιδιαίτερα γρήγορου διαδίκτυο και άλλων μέσων-λεωφόρων δικτύωσης, καθώς και νέων ειδικευμένων αγορών διασυνδεδεμένων με τις ανάλογες διεθνείς αγορές. Πριν από όλα απαιτείται να επενδύσει χρήματα στην έρευνα και καινοτομία, καθώς και στην εκπαίδευση της νέας γενιάς, όπως γενικότερα στην μόρφωση του πληθυσμού.

1γ. Μια υπό σύγχρονη ειδίκευση Ελλάδα διασφαλίζει την ισόρροπη και πολύπλευρη ανάπτυξη της. Εξασφαλίζει υψηλές εισροές και εισοδήματα. Εργασία για όλους, καθώς και εντατική αξιοποίηση των υπαρχόντων πόρων και δυνατοτήτων της. Εξασφαλίζει αναβαθμισμένη θέση στον διεθνή καταμερισμό εργασίας και διευκολύνει στην παραπέρα διπλωματική ειδίκευσή της καθώς και την υλική στήριξη της. Για την διασφάλιση μιας τέτοιας προοπτικής ειδίκευσης, ασφαλώς δεν μπορεί η Ελλάδα να υπογράφει μνημονιακές συμφωνίες στις οποίες προβλέπεται η μη ανάπτυξη της έρευνας και της δημόσιας εκπαίδευσης, ο περιορισμός των δημόσιων επενδύσεων σε δυναμικούς κλάδους. καθώς και το φορολογικό κτύπημα των πολύτεκνων οικογενειών που διασφαλίζουν τη δημογραφική ανάπτυξη της.

Δεύτερον, μια οικονομία της συμπληρωματικότητας δεν προσανατολίζεται σε υψηλές ροές και εισοδήματα. Δεν ενδιαφέρεται να αξιοποιήσει το σύνολο των πόρων και δυνατοτήτων μιας χώρας ή να διασφαλίζει την συνολική πολύπλευρη ανάπτυξή της.

2α.Εκείνο που ενδιαφέρει μια στρατηγική τρίτης χώρας, όπως είναι η Γερμανία, έναντι της Ελλάδας είναι να αξιοποιηθούν μόνο τομείς στους οποίους έχει ελλείψεις η δική της οικονομία. Αυτοί να είναι όσο το δυνατόν πιο φθηνοί για εκείνη. Οι υπόλοιποι τομείς δεν θα αναπτυχθούν, όσες δυνατότητες, ανάγκες και προοπτικές και αν έχει η Ελλάδα σε αυτούς. Κατά συνέπεια η κυριαρχία μιας στρατηγικής τρίτων οδηγεί τη χώρα να παίζει παθητικά το ρόλο του συμπληρώματος της δικής τους οικονομίας (και για αυτό δεν είναι ειδίκευση ως προς το διεθνές/παγκόσμιο γίγνεσθαι).

2β. Εάν επιβληθεί μια τέτοια οικονομία, που είναι η λογική των μνημονίων και της μετατροπής της χώρας σε Αποικίας Χρέους, τότε η Ελλάδα δεν θα έχει προοπτικές ολόπλευρης άνθισης και ανάπτυξης. Δεν θα υπάρχει εργασία παρά μόνο για ένα μικρό ποσοστό εργαζομένων και αυτή θα είναι κακοπληρωμένη. Η γεωοικονομική υποβάθμιση της χώρας θα έχει αρνητικές συνέπειες στην γεωπολιτική της θέση.

Τρίτον, το συμπέρασμα απλό και άμεσο: η σημερινή μνημονιακή πολιτική, οι δανειακές συμβάσεις και τα μεσοπρόθεσμα υπονομεύουν το παρόν, αλλά και το μέλλον της χώρας. Η λύση στα τρέχοντα ζητήματα, όπως είναι το χρέος και τα ελλείμματα, οφείλει να επιλεχθεί στη βάση του τη Ελλάδα θέλουμε για τον 21ο αιώνα και να ενταχθεί σε αυτή την επιλογή.

*Ο Νίκος Κοτζιάς σπούδασε οικονομικές επιστήμες (πτυχίο), πολιτική και φιλοσοφία (μεταπτυχιακά), δίκαιο, καθώς και πολιτική της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης (διδακτορικό και post-doc) στην Ελλάδα και στη Γερμανία.
Εργάστηκε ως ερευνητής και δίδαξε στα Πανεπιστήμια του Χάρβαρντ, της Οξφόρδης και του Μαρβούργου. Σήμερα είναι καθηγητής «Πολιτικών Θεωριών των Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών» στο Πανεπιστήμιο του Πειραιά. Διετέλεσε πρόεδρος του Ινστιτούτου Στρατηγικών και Αναπτυξιακών Μελετών (ΙΣΤΑΜΕ). Υπήρξε μέλος της FEG (Ερευνητική Ομάδα για την Ε.Ε.) στο Μαρβούργο Γερμανίας, Senior Associated Member στο St. Antony’s College του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, Senior Fellow στο Weatherhead Centre for International Affairs του Χάρβαρντ.