Το απόγευμα η Άνγκελα Μέρκελ επικοινώνησε με τον πρόεδρο της Τουρκίας και τον έλληνα πρωθυπουργό. Αντικείμενο της συνομιλίας ήταν η κατάσταση στην Αν. Μεσόγειο και το ενδεχόμενο διαλόγου των δύο πλευρών.Εκπρόσωπος της γερμανικής κυβέρνησης ενημέρωσε το πρόγραμμά μας ότι το απόγευμα της Πέμπτης η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ επικοινώνησε τόσο με τον τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν όσο και με τον έλληνα πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη. Αντικείμενο των συνομιλιών της η κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στην Αν. Μεσόγειο. Η εκπρόσωπος δεν θέλησε δώσει περισσότερες πληροφορίες και ούτε η γερμανική κυβέρνηση προτίθεται να δημοσιεύσει ανακοίνωση. Μέχρι στιγμής, ούτε ο έλληνας πρωθυπουργός ούτε ο τούρκος πρόεδρος έχουν ενημερώσει για το περιεχόμενο της συνομιλίας τους με τη γερμανίδα καγκελάριο. Πάντως, οι διαβουλεύσεις της κ. Μέρκελ πρέπει να διήρκεσαν περισσότερο απ’ ό,τι αρχικά είχε προγραμματιστεί. Η συνάντησή της το απόγευμα με υπουργούς Παιδείας των κρατιδίων στην καγκελαρία αναβλήθηκε για αργότερα.

Πως προέκυψε η νέα ένταση

Η επικοινωνία της κ. Μέρκελ με τους δύο πολιτικούς ηγέτες ήταν αναμενόμενη. Η καγκελάριος έχει αναλάβει με τη σύμφωνη γνώμη, αν όχι την παράκληση, των κκ. Ερντογάν και Μητσοτάκη το ρόλο του διαμεσολαβητή στη διένεξη που έχει ξεσπάσει πριν από σχεδόν τέσσερις εβδομάδες γύρω από το ζήτημα των Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών (ΑΟΖ) της Ελλάδας και της Τουρκίας στην ανατολική Μεσόγειο. Ένα θερμό επεισόδιο αποφεύχθηκε τότε και εξαιτίας της παρέμβασης της γερμανίδας καγκελαρίου.

Οι εμπλεκόμενες πλευρές είχαν συμφωνήσει να αποφύγουν κάθε ενέργεια που θα προκαλούσε ένταση και να επιδιώξουν σύντομα την έναρξη διαπραγματεύσεων στα επίμαχα ζητήματα. Σύμφωνα με τουρκικά δημοσιεύματα η ανακοίνωση τους ήταν να γίνει την προηγούμενη Παρασκευή. Η υπογραφή της ελληνοαιγυπτιακής σύμβασης για την οριοθέτηση των ΑΟΖ των δύο χωρών μια ημέρα πριν, την Πέμπτη, θεωρήθηκε από την Άγκυρα πρόκληση και αθέτηση της συμφωνίας που επιτεύχθηκε με τη μεσολάβηση της κ. Μέρκελ. Αντιδρώντας η τουρκική κυβέρνηση έστειλε αρχές αυτής της εβδομάδας το ερευνητικό σκάφος Orec Reis προκειμένου να πραγματοποιήσει έρευνες στην ελληνική ΑΟΖ. Η κατάσταση πήρε εκ νέου απειλητικές διαστάσεις, ο κίνδυνος ενός θερμού επεισοδίου ήταν πάλι ορατός.

Στόχος της γερμανικής μεσολάβησης

Κατόπιν αυτού η γερμανική διπλωματία ενέτεινε τις προσπάθειές της προκειμένου να πείσει τις δύο πλευρές να αποφύγουν κάθε ενέργεια που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένοπλη σύγκρουση και προπαντός: τις παρότρυνε να ξεκινήσουν επιτέλους με τις διαπραγματεύσεις, όπως το είχαν υποσχεθεί στη γερμανική πλευρά. «Το σημαντικότερο για μας είναι να αναζητήσουν οι δύο πλευρές τον απευθείας διάλογο», είχε τονίσει την Τετάρτη για μια ακόμη φορά ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Στέφεν Ζάιμπερτ στο Βερολίνο.

Δεδομένου ότι έχει αναλάβει ρόλο διαμεσολαβητή η γερμανική κυβέρνηση αποφεύγει να πάρει ανοιχτά θέση υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς και όταν το κάνει «εξισορροπεί». Για παράδειγμα, το γερμανικό ΥΠΕΞ δηλώνει μεν ότι οι δραστηριότητες του Oruc Reis δεν συμβάλλουν στην αποκλιμάκωση της κατάστασης στην Αν. Μεσόγειο και ότι οι όποιες ενέργειες θα πρέπει να είναι συμβατές με το Διεθνές Δίκαιο. Παράλληλα όμως αποφεύγει να απαντήσει στην ερώτηση για τη νομιμότητα της ελληνοαιγυπτιακής σύμβασης. Και κάτι ακόμη: Θα πρέπει να θεωρείται σίγουρο ότι η καγκελάριος θα έχει ζητήσει από τις εμπλεκόμενες πλευρές να καταβάλουν μεγαλύτερες προσπάθειες απ’ ότι στο παρελθόν προκειμένου η αποκλιμάκωση της έντασης να μην είναι μόνο προσωρινή.

Παναγιώτης Κουπαράνης, Βερολίνο