Η διάσημη συγγραφέας έγραψε στο μεταπολεμικό Παρίσι ένα κλασσικό έργο του γυναικείου κινήματος. Μια έκθεση στην Αίθουσα Τέχνης της Βόννης τιμά τη μνήμη της.Για την Άλις Σβάρτσερ, τη γνωστότερη Γερμανίδα φεμινίστρια, ένα είναι βέβαιο: «Η Σιμόν ντε Μποβουάρ είναι σήμερα πιο επίκαιρη παρά ποτέ.» Οι διαστάσεις που έχουν πάρει οι κούρες ομορφιάς και αδυνατίσματος, η επιρροή των γυναικών ινφλουένσερ και η λατρεία του σώματος, όλα αυτά δεν θα άφηναν σήμερα ήσυχη τη Γαλλίδα διανοουμένη. «Θα ήταν ένα άνευ προηγουμένου υλικό για τη Μποβουάρ», λέει η Σβάρτσερ καθώς περιδιαβάζει στην έκθεση. Η ίδια γνώρισε όταν ήταν νέα τη συγγραφέα στο Παρίσι, τη συνάντησε πολλές φορές, της πήρε συνεντεύξεις, γύρισε ταινίες γι’ αυτήν.

Σε ειδική έκθεση η Ομοσπονδιακή Αίθουσα Τέχνης στη Βόννη παρουσιάζει αυτές τις μέρες τη Σιμόν ντε Μποβουάρ (1908-1986) και το πιο γνωστό βιβλίο της, τη μελέτη «Το δεύτερο φύλο» που κυκλοφόρησε το 1949 και στα ελληνικά το 1958 σε μετάφραση Κυριάκου Σιμόπουλου. Οι αίθουσες του μουσείου στο μισοσκόταδο αναδίδουν την ατμόσφαιρα των καφενείων στο Παρίσι μετά το 1945, υπό τη συνοδεία τζαζ, με μεγάλες φωτογραφίες παντού, τραπεζάκια μπιστρό και κείμενα που προβάλλονται στους τοίχους.

«Μας άνοιξε την πόρτα»

«Το δεύτερο φύλο» ασχολείται με την κατάσταση των γυναικών στις δυτικές κοινωνίες. Και βέβαια για την πρώτη μεταπολεμική περίοδο ήταν σκάνδαλο τα θέματα που έθιγε: σεξουαλικότητα, λεσβιακός έρωτας ή άμβλωση. Και πρώτοι απ’ όλους συνοφρυώθηκαν άνδρες κριτικοί. Ο συγγραφέας και μετέπειτα νομπελίστας Αλμπέρ Καμύ για παράδειγμα έδωσε στο βιβλίο μια κλωτσιά, εξοργισμένος επειδή πίστευε ότι γελοιοποιεί τον Γάλλο άνδρα. Το Βατικανό, η Σοβιετική Ένωση και η καθολική Ισπανία το εξόρισαν στον κατάλογο των απαγορευμένων βιβλίων. Όμως για το γυναικείο κίνημα της εποχής το έργο αυτό ήταν έναυσμα. Μεταφράστηκε σε πάνω από 40 γλώσσες κι έγινε ένα είδος βίβλου του φεμινισμού. «Για μας η Μποβουάρ είναι πρότυπο», είπε στα εγκαίνια της έκθεσης η διευθύντρια του μουσείου Έβα Κράους.

«Δεν γεννιέται κανείς γυναίκα, αλλά γίνεται!», είναι μια από τις πιο κλασσικές πια ρήσεις του βιβλίου. Η Μποβουάρ έθεσε την κατηγορία του φύλου στο κέντρο της δουλειάς της αγγίζοντας έτσι γυναίκες που ήθελαν να απαλλαγούν από τον στενό, παραδοσιακό ρόλο τους. «Μας άνοιξε την πόρτα», έγραψε το 1986 η Αμερικανίδα συγγραφέας Κέιτ Μίλετ. Την ίδια χρονιά η φεμινίστρια Γκλόρια Στάινεμ υποστήριζε ότι το διεθνές γυναικείο κίνημα οφειλόταν πρωτίστως στη Σιμόν ντε Μποβουάρ.

Ανοιχτόκαρδη και ριζοσπαστική

Αλλά δεν μπορεί να μιλήσει κανείς για την Μποβουάρ χωρίς να αναφερθεί στον φιλόσοφο Ζαν Πωλ Σαρτρ. Υπήρξαν σύντροφοι μια ολόκληρη ζωή, στα πλαίσια μιας ανοιχτής σχέσης. Σε μια από τις ταινίες της Σβάρτσερ μιλούν κι οι δυο, με γκρίζα μαλλιά πια απ’ τον χρόνο. Συχνά η ωραία Σιμόν εμφανίζεται στις φωτογραφίες σοβαρή, με τραβηγμένα πίσω τα μαλλιά της. Ένα τσιγάρο στο χέρι, νύχια βαμμένα κόκκινα.

Η Σβάρτσερ όμως διηγείται ότι γνώρισε μια Μποβουάρ όλο κέφι για ζωή, φιλική κι ανοιχτόκαρδη. Προς τα έξω είχε υιοθετήσει μια κάπως στυφή, αμυντική στάση, ίσως επειδή ένιωθε ότι βρισκόταν στο στόχαστρο επιθέσεων και δυσφημιστικών σχολίων. «Εγώ προσωπικά», καταλήγει η Σβάρτσερ, «θαύμαζα στη Μποβουάρ ότι σε περιπτώσεις όπου χωρούσαν αμφιβολίες δεν δίσταζε να πάρει την πιο ριζοσπαστική θέση παρά το αντίθετο».

Ουλρίκε Χόφζες, dpa

Επιμέλεια: Σπύρος Μοσκόβου