Αγαθοκλής Αζέλης, Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Βιέννης.

Διδάσκοντας κρίσιμα ιστορικά φαινόμενα στο σχολείο· προβληματισμοί, θεωρητικές και μεθοδολογικές προτάσεις με αφορμή το βιβλίο: Άγγελος Παληκίδης (επιμ.), Κριτικές προσεγγίσεις του ναζιστικού φαινομένου. Από την ιστοριογραφία και την πολιτική θεωρία στη σχολική ιστορική μάθηση, εκδ. Επίκεντρο, Αθήνα 2013[i].

azelis-250x160Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί συνάδελφοι, μετά από αρκετά χρόνια διδασκαλίας στη σχολική τάξη και ακόμα περισσότερα ζωής, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα, ότι η αφήγηση, μολονότι έχει δαιμονοποιηθεί αρκετά από μεταμοντέρνους παιδαγωγούς που εστιάζουν στην παρουσίαση δομών ή εμμένουν στην ομαδοσυνεργατκή μέθοδο ως πανάκεια, αποτελεί σημαντικό εργαλείο στην ανθρώπινη επικοινωνία και στη διδακτική πράξη. Θα ξεκινήσω λοιπόν την εισήγησή μου με μια σπονδυλωτή αφήγηση, στην οποία παρουσιάζεται ενδεικτικά πώς διαμορφώθηκαν οι γνώσεις ενός μέσου ανθρώπου (οι δικές μου) πριν γίνει ιστορικός, καθώς και πώς αργότερα η βιωματική μάθηση συμπλήρωνε την επιστημονική, στον τομέα που αφορά στο Ναζισμό, στους Εβραίους ως «εθνοτική ομάδα» και στο Ολοκαύτωμα, θεωρώντας ότι θα καταδείξει μια τυπική πορεία πρόσληψης τυπικών και άτυπων γνώσεων για ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα του 20ού αιώνα.

 

Για τον Ναζισμό οι βασικές πληροφορίες στην παιδική μου ηλικία προέρχονταν από τις αφηγήσεις των γονιών μου, οι οποίοι βίωσαν την κατοχή, ο ένας στο βουνό και ο άλλος στην Αθήνα, από έναν θείο που είχε επιστρέψει ζωντανός με εφ’ όρου ζωής μαυρισμένο κορμί από ένα «στρατόπεδο εργασίας» στη Γερμανία, από τις γνωστές ελληνικές ταινίες στην τηλεόραση και ελάχιστα έως καθόλου από το σχολείο, είτε από το σχολικό μάθημα είτε από τις σχολικές γιορτές.

 

Στο διπλανό διαμέρισμα στην Αθήνα, στα χρόνια του Δημοτικού και του Γυμνασίου, έμενε ένας συμπαθέστατος Βλάχος ηλικιωμένος κύριος, ο οποίος μπαινόβγαινε στο σπίτι μας. Ο μπαρμπα-Κώστας Π. εργαζόταν λέει στο εργαστήριο ενός Εβραίου, για τον οποίο μετέφερε παράξενα πράγματα. Ότι γενικώς ήταν σφιχτοχέρης, έτρωγε ψωμί με μαρούλι για κολατσιό, όμως στον Πόλεμο των Επτά Ημερών έστειλε στο Ισραήλ το ποσό των δύο εκατομμυρίων δραχμών για οικονομική ενίσχυση. Ο μπαρμπα-Κώστας έστειλε συγχαρητήρια επιστολή στον στρατηγό Νταγιάν (θα τον θυμάστε οι συνομήλικοι τον μονόφθαλμο στρατηγό) για τα πολεμικά του επιτεύγματά, από την άλλη όμως μου ενεχείρισε ένα παράξενο βιβλίο (ήμουν στις αρχές του Γυμνασίου, οπότε καταλαβαίνετε γιατί με παραξένεψε) με τίτλο «Τα πρωτόκολλα των σοφών της Σιών» στο οποίο υποστηριζόταν η ιδέα της παγκόσμιας συνομωσίας των Εβραίων, το οποίο, όπως έχει υποστηριχθεί από έγκριτους επιστήμονες, είναι χαλκευμένο.

 

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η ελληνική τηλεόραση παρουσίασε το ντοκιμαντέρ «Ολοκαύτωμα», το οποίο με τη φρίκη που γεννούσε έδινε μια νέα όψη και συσσωρευμένα στοιχεία για το επίμαχο θέμα. Η αδελφή μου αγόρασε και το ομότιτλο βιβλίο. Κάτι άρχισε να κινητοποιείται στο μυαλό μου. Οπότε, λίγο αργότερα, φοιτητής πια, που βρέθηκα για λίγο στη Γερμανία, αναζήτησα το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Νταχάου το οποίο επισκέφθηκα. Υπήρχε λοιπόν, τόσο αυτό όσο και το Ολοκαύτωμα!

 

Στα φοιτητικά χρόνια όλο και κάτι μαθαίναμε από την ανάγνωση λογοτεχνίας, τον κινηματογράφο, τη μουσική. Για να μη μακρηγορώ, τη δεκαετία του 1990 που ζούσα στη Βιέννη, βρέθηκα μέλος του 1ου Θεατρικού Αναλογίου της Βιέννης (ErstesWienerLesetheater), το οποίο διηύθυνε τότε μια εμβληματική ηλικιωμένη κυρία, η IlseAschner, Εβραία της Βιέννης, με κάποια θητεία στα ναζιστικά κρατητήρια και ψυχή της αντίστασης κατά του ανερχόμενου πολιτικού αναθεωρητισμού, όσον αφορά στο Ναζισμό, στην Αυστρία. Ανεβάσαμε το θεατρικό έργο του PeterWeiss: DieErmittlung(Η δίκη) το οποίο στηριζόταν σε μαρτυρίες για το Ολοκαύτωμα. Έτσι έμαθα πολλά πράγματα, στη συνέχεια δε συνομίλησα με επιζήσαντες των κολαστηρίων αλλά και αυστριακούς πολίτες που έζησαν την εποχή. Η ιστορία ερχόταν να με συναντήσει με χίλια πρόσωπα. Η Αρμένισσα μελαχρινή σπιτονοικοκυρά μου RusanLangsnerJacobian, πρώην σύζυγος του Ρωσσοεβραίου DavidLangsner, έλεγε χαρακτηριστικά: «Ήταν τέτοια η διαβρωτική επίδραση του ναζισμού, που ακόμη κι εγώ κοιταζόμουν επανειλημμένα κρυφά στον καθρέφτη κι έβλεπα τα κατάμαυρα μαλλιά μου να χρυσίζουν…».

 

Η τελευταία μου εμπειρία έχει να κάνει με μια σπουδαία Εβραία διανοουμένη της Βιέννης, ψυχή ενός επιστημονικού κύκλου μελέτης του 18ου αιώνα, την αείμνηστη EdithRosenstrauchKönigsberg. Είχε περάσει τα 70 όταν αποφάσισε να επισκεφθεί το στρατόπεδο του Άουσβιτς, στο οποίο μαρτύρησαν οι δυο της γονείς. Σε όλη της τη ζωή έφερε μέσα της αυτό το τραύμα, όμως εκείνη η επίσκεψη με την οπτική επαφή τής επέφερε νευρικό κλονισμό. Με την ψυχή της σε κατάρρευση οδηγήθηκε στο δικό της μαρτυρικό θάνατο. Ενδιαμέσως δεν την είδα, είχα επιστρέψει στην Ελλάδα και είχα αρχίσει ήδη να διδάσκω μεταξύ άλλων νεότερη και σύγχρονη ιστορία στη Δημόσια Εκπαίδευση. Ενότητα της ύλης αποτελεί και το φαινόμενο του Ναζισμού και το Ολοκαύτωμα. Στην τάξη έρχονταν να συναντηθούν τρεις κόσμοι. Ο δικός μου, εσωτερικά πιο οικείος, με το γνωστικό και βιωματικό φορτίο που έπρεπε να συναιρεθεί σε μια (;) διδακτική ώρα· Το διδακτικό υλικό, ενσωματωμένο στα σχολικά εγχειρίδια, σύμφωνα με το αναλυτικό πρόγραμμα· τέλος οι μαθητές, με τις άγνωστες σε μένα γνωστικές προδιαγραφές, οι οποίες έπρεπε να ανιχνευθούν ταχύτατα ώστε να προσαρμοστεί το μάθημα σε αυτές. Και ξανά προέκυπτε το ερώτημα: πώς χωράνε όλα αυτά στον δεδομένο διδακτικό χρόνο; Όταν ερευνούμε συστηματικά ένα γνωστικό αντικείμενο, συνειδητοποιούμε πόσο πολλές και σημαντικές πτυχές διαθέτει, καθεμιά από τις οποίες ξεδιπλώνει τις δικές της. Το μεγάλο ερώτημα στη διδακτική πράξη είναι η επίτευξη της αποτελεσματικής αφαίρεσης.

 

Για να καταθέσω ένα ενδιάμεσο συμπέρασμα, η δική μου γενιά ελάχιστα πράγματα έμαθε για τον Ναζισμό και το Ολοκαύτωμα από τις εγκύκλιες σπουδές. Οι περισσότερες πληροφορίες είτε υπήρξαν, εμμέσως έστω, βιωματικές είτε αποτελούσαν προϊόν της τύχης. Επομένως μπορούσε να συναντηθεί κανείς με πληροφορίες για το κορυφαίας σημασίας αυτό φαινόμενο, μπορούσε και όχι.

 

Μου έδωσε λοιπόν μεγάλη χαρά η έκδοση του εξαιρετικού συλλογικού τόμου που παρουσιάζουμε σήμερα, καθώς αφενός βοηθάει εμάς τους εκπαιδευτικούς (χωρίς να είμαστε οι μόνοι αποδέκτες του) να εμπλουτίσουμε τις γνώσεις μας στα περί ου ο λόγους ιστορικά αντικείμενα, αφετέρου δε μας προσφέρει πολυάριθμες εμπεριστατωμένες εφαρμόσιμες διδακτικές προτάσεις, τις οποίες μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε είτε αυτούσιες είτε τροποποιώντας τις ανάλογα με τις διδακτικές μας σκοποθεσίες και το μαθητικό δυναμικό στο οποίο απευθυνόμαστε. Τα κείμενα προέρχονται από την πέννα ιστορικών οι οποίοι κατέχουν αφενός τη σφαιρική γνώση κι αφετέρου τη διδακτική εμπειρία, δεν πρόκειται λοιπόν για πειράματα σε κοινωνικό και εκπαιδευτικό κενό. Ας προχωρήσω τώρα σε μια αδρομερή παρουσίαση της θεματικής του βιβλίου, η οποία στηρίζεται στη χρήσιμη και εμπεριστατωμένη εισαγωγή του επιμελητή του τόμου, του κ. Παληκίδη. Ο συγγραφέας λοιπόν εξηγεί καταρχάς (σ. 7) την ανάγκη που γέννησε την ιδέα της συγγραφής του ανά χείρας τόμου: «Σήμερα βιώνουμε σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο οδυνηρές επιπτώσεις των χρόνιων αδυναμιών της παιδείας μας γενικότερα και της ιστορικής μας εκπαίδευσης ειδικά. Με υποτυπώδη ιστορική συνείδηση και παροντιστική αντίληψη, με άγνοια που κάνει ακόμη και το προφανές να μοιάζει με πρωτοφανές, αισθανόμαστε ανίκανοι να κατανοήσουμε τα γεγονότα του παρόντος διασυνδέοντάς τα με το παρελθόν –γι’ αυτό και ανασύρουμε κάθε τόσο από το συλλογικό υποσυνείδητο και στιλβώνουμε στεροτυπικά σχήματα του παρελθόντος. Αυτές οι αδυναμίες, ασύγγνωστες για πολιτισμένες κοινωνίες που προσφέρουν εννεαετή ή δωδεκαετή εκπαίδευση (για να μη συνυπολογίσω και την ακαδημαϊκή εκπαίδευση που δυστυχώς δεν έχει κι αυτή να επιδείξει θεαματικές προόδους στον τομέα αυτό), καθιστούν την κοινωνία μας εύκολα χειραγωγήσιμη, έκθετη στην προπαγάνδα).» Ο επιμελητής παρουσιάζει διεξοδικά τις απόψεις του, προσωπικά ως φιλόλογος και ιστορικός θα ήθελα να υπογραμμίσω και να συνυπογράψω την άποψή του, ότι υποβαθμίζεται συστηματικά η διδασκαλία του μαθήματος της Ιστορίας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, καθώς ανατίθεται η διδασκαλία της σε μη ειδικούς, οι οποίοι προσπαθούν μεν για το καλύτερο, όμως δεν διαθέτουν το γνωστικό και μεθοδολογικό υπόβαθρο για να φέρουν εις πέρας αυτό το έργο.

 

Το ανά χείρας βιβλίο, για να προχωρήσουμε στο κατ’ εξοχήν θέμα μας, αποτελείται από τρεις ενότητες. Στην πρώτη ενότητα με τίτλο «Θεωρητικές προσεγγίσεις του ναζιστικού φαινομένου» παρουσιάζονται κείμενα που παρουσιάζουν και ερμηνεύουν διεξοδικά το ναζιστικό φαινόμενο, «εστιάζοντας κυρίως στις μορφές με τις οποίες αυτό αποτυπώθηκε στις επίσημες αφηγήσεις, στη δημόσια ιστορία και στις τοπικές μνήμες ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύονται οι αντιφάσεις και οι συγκρούσεις που εξακολουθούν μέχρι σήμερα να μαίνονται γύρω από αυτό.» Η πρώτη σε σειρά μελέτη, του Βασίλη Μπογιατζή, η οποία τιτλοφορείται «Μελετώντας το απόλυτο κακό: μια επισκόπηση της ιστοριογραφίας του Ναζισμού από τις πρώτες ερμηνείες ως τη NewConsensus και τη συνθετική προσέγγιση του RogerGriffin» παρουσιάζει με διαυγή εποπτικότητα την εξέλιξη της ιστοριογραφίας και των ερμηνευτικών σχημάτων για το Ναζισμό, ενώ δίνει έμφαση στην «πολυεπίπεδη ενσυναισθητική ερμηνεία του ναζιστικού φαινομένου που διατύπωσε ο βρετανός καθηγητής πολιτικής ιστορίας RogerGriffin.» Η δεύτερη μελέτη υπογράφεται από την Έλλη Λεμονίδου και φέρει τον τίτλο «Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος: ιστοριογραφία, δημόσια ιστορία και ιστορική εκπαίδευση». Πραγματεύεται τον τρόπο προσέγγισης του Ναζισμού από την μεταπολεμική ιστοριογραφία και τη διασύνδεση της ιστορίας με τη μνήμη στην μεταπολεμική Ευρώπη. Ακολούθως παρουσιάζει τις δημόσιες χρήσεις της ιστορίας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου δίνοντας έμφαση στον κινηματογράφο και την αλληλεπίδραση της ιστοριογραφίας του πολέμου και της δημόσιας ιστορίας με την ιστορική εκπαίδευση των νέων.

 

Ο Γιώργος Κόκκινος υπογράφει τη μελέτη «Ιστορικός αναθεωρητισμός και άρνηση του Ολοκαυτώματος (negationnisme)», οποία αναφέρεται στο ευαίσθητο θέμα της άρνησης της ύπαρξης του Ολοκαυτώματος και στις θεωρίες του λεγόμενου «ιστορικού αναθεωρητισμού» η οποία τη στηρίζει. Με τη διεισδυτική του έρευνα φέρνει στο φως τις πολιτικές προθέσεις οι οποίες ελλοχεύουν πίσω από τον λεγόμενο αναθεωρητισμό, ο οποίος χρησιμοποιεί ιστορικές μεθοδεύσεις και πρακτικές οι οποίες καλούνται να υποβαθμίσουν, να σχετικοποιήσουν ή να δικαιολογήσουν τα ναζιστικά εγκλήματα, ακόμη και να τα εξισώσουν με άλλα ιστορικά εγκλήματα. Αξίζει να σημειωθεί η τάση εξομοίωσης του Ολοκαυτώματος με τις σταλινικές εκκαθαρίσεις κατά τη δεκαετία του 1930, παρά τις διαφορετικές ιδεολογικές καταβολές των πρωτεργατών και εκτελεστών των απάνθρωπων ενεργειών. Κλείνοντας ο συγγραφέας υπογραμμίζει τους πολιτικούς και έμπρακτους κινδύνους που προκύπτουν από την ευρεία διάδοση που γνωρίζουν στις μέρες μας οι «μνημοκτονικές αυτές στρεβλώσεις στη δημόσια ιστορία».

 

Ο επιμελητής της έκδοσης του βιβλίου Άγγελος Παληκίδης με την εργασία «Ο Ναζισμός στα ελληνικά σχολικά εγχειρίδια», «επιχειρεί να αναλύσει και να ερμηνεύσει τον τρόπο παρουσίασης του Ναζισμού στα σύγχρονα εγχειρίδια Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού, Γ΄ Γυμνασίου και Γ΄ Λυκείου. Τα ερωτήματα που θέτει χωρίζονται σε τέσσερις κατηγορίες και έχουν να κάνουν α) με το βαθμό που τα εγχειρίδια ανταποκρίνονται σε σύγχρονα ζητήματα και προβληματισμούς των μαθητών και γενικότερα της ελληνικής κοινωνίας (επικαιροποίηση), β) με τον τρόπο παρουσίασης του Ολοκαυτώματος, γ) με την αναπαραγωγή των ιστορικών μύθων αντίστασης στο Ναζισμό, που κατασκευάστηκαν στη μεταπολεμική Ευρώπη (κατασκευή και διαχείριση της μετα-μνήμης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου) και δ) με τη λειτουργία των ιστορικών πηγών που επιλέχθηκαν από τους σχολικούς συγγραφείς και τις δυνατότητες που αυτές προσφέρουν στην άσκηση ιστορικών δεξιοτήτων».

 

Ο Βασίλης Δαλκαβούκης με την ευρηματικής θεματικής μελέτη του «Η μνήμη της ναζιστικής Κατοχής στο δημόσιο χώρο. Η περίπτωση των οδωνυμίων» αντιμετωπίζει τη συγκρουσιακή δεκαετία του 1940 στα οδωνύμια δύο επαρχιακών δήμων, της Βέροιας και του Βόλου., αντιμετωπίζοντας τους οδωνυμικούς χάρτες των πόλεων ως μνημονικούς τόπους.

 

Στη δεύτερη ενότητα του βιβλίου με τίτλο «Διδακτικές προσεγγίσεις, διδακτική μεθοδολογία και σενάρια διδασκαλίας «προτείνονται στρατηγικές διδασκαλίας και σχεδιάζονται διδακτικά σενάρια που αξιοποιούν με σύγχρονες ενσυναισθητικές και ανακαλυπτικές μεθόδους πολύμορφες ιστορικές πηγές». Η ενότητα αρχίζει με την εργασία του Δημήτρη Μαυροσκούφη «Στρατηγικές για την αξιοποίηση των πηγών και τη μεθόδευση της διδασκαλίας». Ο συγγραφέας αφού παρουσιάσει μια σύγχρονη μεθοδολογία διδασκαλίας ιστορικών φαινομένων με συγκρουσιακό χαρακτήρα, προτείνει έντεκα στρατηγικές διδασκαλίας με τη χρήση ιστορικών πηγών. Η Κατερίνα Μπρεντάνου προτείνει στη δική της μελέτη ένα βιωματικό εργαστήριο διδασκαλίας που το ονομάζει «Αποκαλύπτοντας τη συνενοχή», στο οποίο με τη χρήση ιστορικών πηγών «επιχειρεί να ενεργοποιήσει το ενδιαφέρον των μαθητών για την ιδεολογία του Ναζισμού και να αποκρυπτογραφήσει την εγκληματική γοητεία του μέσα από πέντε διαδοχικά στάδια.» Στο εργαστήριο αυτό ο Ναζισμός διασυνδέεται με στερεοτυπικές αντιλήψεις της σημερινής κοινωνίας.

 

Η Βασιλική Σακκά, με την εργασία της «Εμείς και οι «άλλοι»: η εμπειρία του ανεπαίσθητου εκφασισμού μιας κοινωνίας και η σύγχρονη συγκυρία», προσεγγίζει τη διδασκαλία του Ολοκαυτώματος αναδεικνύοντας τόσο τις γενικές όσο και τις τοπικές διαστάσεις του. «Σχεδιάζει ένα εξαιρετικά πλούσιο σε υλικό διαθεματικό project, συμβατό με το Αναλυτικό Πρόγραμμα του ελληνικού σχολείου, το οποίο μπορεί να αξιοποιηθεί σε όλες τις σχολικές βαθμίδες». Τέλος η Ζέτα Παπανδρέου με την εργασία της «Ναζιστική κατοχή στην Ελλάδα και άσκηση αντιποίνων» «συγκροτεί ένα ιστορικό διδακτικό εργαστήριο που απευθύνεται σε μαθητές Γυμνασίου και Λυκείου και αναφέρεται στις θηριωδίες που διαπράχθηκαν στην Ελλάδα από τα στρατεύματα κατοχής με πεδίο μελέτης τη σφαγή του Διστόμου (…) Αντιμετωπίζοντας το χώρο και τους επιζήσαντες ως μνημονικό τόπο και ως μνημονική κοινότητα αντίστοιχα, εστιάζει στα στάδια διαχείρισης της τραυματικής μνήμης και του πένθους των επιζησάντων και αναδεικνύει τις πολλαπλές όψεις των θυτών και των θυμάτων» αποτρέποντας στερεοτυπικές γενικεύσεις.

 

Στο τρίτο και τελευταίο μέρος του βιβλίου προσφέρεται πλούσιο και πολύπλευρο υλικό ή αναφορές, στα οποία μπορεί να στηριχθεί ο εκπαιδευτικός, προκειμένου να συγκροτήσει τα δικά του σχέδια μαθήματος. Πρόκειται για γραπτές πηγές, φωτογραφίες, κινηματογραφικές ταινίες, ιστότοπους. Ακόμη και μια γρήγορη επιλογή από τα παραπάνω μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην οργάνωση ενός αποτελεσματικού μαθήματος. Πρόκειται λοιπόν για ένα πολύ σημαντικό βιβλίο, οι συγγραφείς του οποίου, καλοί και μεθοδικοί γνώστες του αντικειμένου, παρουσιάζουν αρκετά συνοπτικά πλην όμως ιδιαιτέρως εποπτικά, μεγάλη ποικιλία προσεγγίσεων, θεωρητικών και διδακτικών, και αποτελεί ένα πολύτιμο εργαλείο γι τον εκπαιδευτικό αλλά και για οποιονδήποτε πολίτη έχει ενδιαφέρον για την ιστορία.

 

Θεωρώ αναγκαίο να τονίσω σε αυτό το σημείο, ότι σε μια χώρα στην οποία οι περισσότεροι είμαστε τραγικά αυτοδίδακτοι (για να μιλήσω με τα λόγια του Σεφέρη), συχνά δε εμπειροτέχνες της διδακτικής, το βιβλίο που μόλις παρουσίασα αποτελεί καρπό της συνεργασίας επιστημόνων και παιδαγωγών οι οποίοι είναι εξειδικευμένοι θεωρητικά και πρακτικά στο αντικείμενο που παρουσιάζουν. Μας προσφέρουν λοιπόν ένα θεωρητικό και μεθοδολογικό εργαλείο σε συνδυασμό με συγκεκριμένες διδακτικές προτάσεις άμεσα εφαρμόσιμες στη διδακτική πράξη. Γεφυρώνουν δηλαδή το χάσμα ανάμεσα στις θεωρητικές προσεγγίσεις και στην ανάγκη του μάχιμου εκπαιδευτικού για συγκεκριμένη καθοδήγηση στην καθημερινή του διδακτική πορεία. Το βιβλίο εστιάζει βεβαίως στη διδακτική συγκεκριμένων ιστορικών φαινομένων, όμως ο εκπαιδευτικός μπορεί να αξιοποιήσει τις μεθοδολογικές προτάσεις σε όλα τα ιστορικά «γεγονότα» τα οποία καλείται να διδάξει, καθώς έχει στη διάθεσή του πολυπρισματικά εύπλαστα διδακτικά εργαλεία και όχι μοντέλα αποκλειστικής χρήσης.

 

Θα κλείσω πάλι βιωματικά, λέγοντας λίγα λόγια για τα βήματα που ακολούθησα ο ίδιος στο δικό μου σχολείο κατά τη διδασκαλία του Ναζισμού και του Ολοκαυτώματος. Βεβαίως δεν είναι αντιπροσωπευτικό το σχολείο μου, διότι είναι Μουσικό και επομένως ενιαίο Γυμνάσιο και Λύκειο στο οποίο οι μαθητές μένουν έξι χρόνια και έχουμε τη δυνατότητα να τους διαμεσολαβήσουμε την ιστορική γνώση σε περισσότερα από ένα στάδια, αναλαμβάνοντας τη διδασκαλία της ίδιας περίπου ύλης σε γυμνασιακή και λυκειακή τάξη. Επίσης έχουμε το πλεονέκτημα των εμπλουτισμένων σχολικών γιορτών και γενικότερα «μουσικοφιλολογικών» εκδηλώσεων. Έτσι, με τους φετινούς μαθητές μου της Γ΄ Λυκείου είχα την τύχη να συναντηθώ στο μάθημα της Ιστορίας ήδη στη Γ΄ Γυμνασίου, στο οποίο μπήκαν τα πρώτα θεμέλια για το θέμα (για την ακρίβεια το θέμα το είχαμε ήδη προσεγγίσει στο μάθημα της λογοτεχνίας σε προηγούμενες τάξεις με κείμενα της Άννας Φρανκ, του Ψαθά και του Μπρεχτ), συνεργαστήκαμε σε μουσικοφιλολογικό αφιέρωμα στο Ολοκαύτωμα παρουσιάζοντας το έργο των Θεοδωράκη–Καμπανέλλη «Μαουτχάουζεν» συμπληρωμένο με την ανάγνωση ποιημάτων αφιερωμένων στο Ολοκαύτωμα, (όλα εσωτερική παραγωγή του σχολείου, ακόμη και η μετάφραση των ποιημάτων). Αυτή η βιωματική προσέγγιση είχε προετοιμάσει τα παιδιά για μια πιο θεωρητική και με ταχύτερους ρυθμούς προσέγγιση στο μάθημα της Ιστορίας στην Γ΄ Λυκείου. Πλέον είχα στη διάθεσή μου και το πολύτιμο υλικό τούτου του βιβλίου, από το οποίο παρουσίασα χαρακτηριστικά κείμενα, με σχολιασμό δικό μου και συζήτηση με τους μαθητές. Εκτιμώ ότι οι τελευταίοι έχουν γνωρίσει αρκετές πλευρές του θέματος κι έχουν ευαισθητοποιηθεί αρκετά, ώστε να διαθέτουν ένα δυναμικό πρίσμα κριτικής πρόσληψης των μελλοντικών τους γνωστικών εμπειριών και βιωμάτων, όταν πλέον θα έρχονται να τους συναντήσουν οι πληροφορίες, όπως εμένα, ενδεχομένως δε κι εσάς.

 

 

 

Αγαθοκλής Αζέλης

 

Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Βιέννης

 

 

 


[i] Το κείμενο αποτελεί ομιλία που εκφωνήθηκε σε ημερίδα του Συνδέσμου Φιλολόγων Τρικάλων στις 21/02/2014.