Κύπρος: 40 χρόνια εισβολής-κατοχής

Γράφει ο δημοσιογράφος Βαγγέλης Πάλλας.

Η Κύπρος βρίσκεται μπροστά σ’ ένα εξαιρετικά δύσκολο και κρίσιμο σταυροδρόμι. Τα προβλήματα και οι προκλήσεις που εγείρονται ενώπιον του λαού και της χώρας μας είναι πολλά. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν δύο, των οποίων η εξέλιξη θα καθορίσει το παρόν και το μέλλον του τόπου μας.
Το πρώτο πρόβλημα είναι η κατοχή μεγάλου μέρους του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας και η ντε φάκτο διαίρεση που η Τουρκία επέβαλε με τη δύναμη των όπλων το 1974. Η παράνομη παρουσία της Τουρκίας στην Κύπρο, η κατοχή και η διαίρεση εγκυμονούν τεράστιους κινδύνους για την πατρίδα μας. Σαράντα χρόνια από το προδοτικό πραξικόπημα της χούντας των Αθηνών και της ΕΟΚΑ Β’ και από τη βάρβαρη τουρκική εισβολή με την παρέλευση του χρόνου να παγιώνει τα τετελεσμένα της εισβολής και της κατοχής, η επίτευξη λύσης αποτελεί αδήριτη ανάγκη.
Η διασφάλιση ενός ειρηνικού μέλλοντος έχει ως προαπαιτούμενο την επίτευξη λύσης στο Κυπριακό. Λύση η οποία θα προνοεί τερματισμό της τουρκικής κατοχής και του εποικισμού, καθώς και την επανένωση του τόπου και του λαού. Λύση που να αποκαθιστά τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις βασικές ελευθερίες όλων των Κυπρίων σε μια αποστρατιωτικοποιημένη κοινή πατρίδα. Συνεπείς με τη θέση μας, αλλά και με την πάγια θέση της ελληνοκυπριακής πλευράς για λύση που να προνοεί για αποστρατιωτικοποίηση, εναντιωνόμαστε στην πρόθεση της κυβέρνησης για ένταξη στο ΝΑΤΟ και τα παρακλάδια του, όπως είναι ο Συνεταιρισμός για την Ειρήνη. Όραμα μας να μπορούν Ελληνοκύπριοι, Τουρκοκύπριοι, Μαρωνίτες, Αρμένιοι και Λατίνοι χωρίς έξωθεν επεμβάσεις να δημιουργούν το κοινό τους μέλλον σε συνθήκες μόνιμης ειρήνης και ασφάλειας.
Η επίτευξη μιας τέτοιας λύσης επιβάλλει αφοσίωση και συνέπεια στα περί Κύπρου ψηφίσματα του ΟΗΕ –που προνοούν για λύση δικοινοτικής διζωνικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα όπως την ερμηνεύουν τα Ηνωμένα Έθνη- στις συμφωνίες υψηλού επιπέδου του 1977 και ‘79 και στο διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο. Επιβάλλει απαρέγκλιτη συνέπεια στις αρχές λύσης, αλλά και ρεαλισμό στη διαμόρφωση και άσκηση πολιτικής.
Ο δρόμος μέχρι την επίτευξη λύσης δεν θα είναι εύκολος ούτε και απλός. Στη διαπραγμάτευση οι δυσκολίες θα είναι πολλές. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας επιβάλλεται σ’ αυτή τη διαδικασία να υπερασπίζεται αρχές. Επιβάλλεται να προωθήσει τη συλλογικότητα στα πλαίσια του Εθνικού Συμβουλίου, να ενημερώνει και να διαβουλεύεται συνεχώς με τις πολιτικές δυνάμεις. Επιβάλλεται να εμπλέκει τα πέντε μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας στο πλαίσιο μιας πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής.
Το δεύτερο πρόβλημα που επιβάλλεται να αντιμετωπίσουμε είναι η οικονομική κρίση που ταλανίζει τη χώρα μας. Η Κύπρος είναι θύμα της συστημικής κρίσης του καπιταλισμού, που έχει πλήξει με ιδιαίτερη δριμύτητα την Ευρωζώνη, αλλά και της κρίσης του τραπεζικού συστήματος στη χώρα. Η συμφωνία του Γιούρογκρουπ με τον Πρόεδρο Αναστασιάδη για το κούρεμα καταθέσεων έχει καταστρέψει την οικονομία μας και την έχει ρίξει σε ένα φαύλο κύκλο ανατροφοδοτούμενης και επιδεινούμενης ύφεσης. Την κρίση και την ύφεση την πληρώνουν οι εργαζόμενοι, οι χαμηλοσυνταξιούχοι, οι άνεργοι, οι μικρομεσαίοι, οι ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι με την επιβολή του αντιλαϊκού μνημονίου τα κέρδη έχουν αυξηθεί σημαντικά ενώ η αγοραστική αξία των μισθών έχει επιστρέψει στα επίπεδα του 1996.
Η κυβέρνηση και το κυβερνών κόμμα όχι μόνο δεν αντιστέκονται στη νεοφιλελεύθερη επίθεση της Τρόικα και στο μνημόνιό της, αλλά το χρησιμοποιούν ως άλλοθι για να προωθούν τις αντιλαϊκές πολιτικές τους. Η κυβέρνηση όχι μόνο δεν συζητά καμιά άλλη λύση για έξοδο από το μνημόνιο, όχι μόνο δεν περιορίζεται στην πιστή εφαρμογή του, αλλά ενεργεί ως τροϊκανότερη των τροϊκανών επιβάλλοντας πρόσθετα αντιλαϊκά μέτρα. Αυτό όμως προκαλεί τη φτωχοποίηση μεγάλου μέρους του λαού, αυξάνει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς την ανεργία, αλλάζει τα εργασιακά δεδομένα σε βάρος των εργαζομένων, ξεπουλά το δημόσιο πλούτο, ξηλώνει το κοινωνικό κράτος και εκμηδενίζει την όποια προοπτική για έξοδο από την κρίση.
Οι προοδευτικές δυνάμεις έχουν καταθέσει ολοκληρωμένη πρόταση για αποδέσμευση από το μνημόνιο σύντομα. Δυστυχώς, η κυβέρνηση αρνείται πεισματικά να συζητήσει αυτή την πρόταση. Είναι φανερό ότι η κυβέρνηση και τα κόμματα που την στηρίζουν στα μνημονιακά αδιέξοδα, κρατούν την Κύπρο εγκλωβισμένη στα αδιέξοδα του μνημονίου που παίρνει τη χώρα μας πολλές δεκαετίες πίσω. Δεν αρκεί βέβαια η πρόταση για αποδέσμευση από το μνημόνιο. Εντός και εκτός Βουλής, πρέπει να προωθηθούν προτάσεις για άμβλυνση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο λαός μας, για αποτροπή των ιδιωτικοποιήσεων και προστασία του δημόσιου πλούτου, για στήριξη της ανάπτυξης και του κοινωνικού κράτους.
Η διαχείριση των υδρογονανθράκων, αποτελεί πλέον ζήτημα ζωής για τη χώρα και το λαό μας. Δυστυχώς οι καθυστερήσεις, καθώς και οι αποφάσεις της κυβέρνησης για περιορισμό του κράτους και μεταφοράς στο ιδιωτικό κεφάλαιο της διαχείρισης των υποδομών, μας δημιουργούν εύλογες υποψίες και έγνοιες. Επιβάλλεται η δημιουργία Εθνικού Συμβουλίου για συλλογική και χρηστή διαχείριση των υδρογονανθράκων προς όφελος της κοινωνίας.
Αλληλεγγύη με τον Μουράτ Κανατλί
Εκφράζουμε την αλληλεγγύη μας στον Μουράτ Κανατλί, Οργανωτικό Γραμματέα του Κόμματος Νέα Κύπρος, ο οποίος συνελήφθηκε από τις κατοχικές αρχές λόγω άρνησης του να υπηρετήσει τη θητεία του στον κατοχικό στρατό. Την ίδια στιγμή καταδικάζει την ενέργεια του κατοχικού στρατού που για ακόμη μια φορά δείχνει το βίαιο χαρακτήρα του.
Τόσο ο ίδιος, όσο και το Κόμμα του, αγωνίζονται διαχρονικά για τερματισμό της κατοχής και επανένωσης του τόπου.
(Μετά από αλλεπάλληλες διαμαρτυρίες τόσο στην Κύπρο και το εξωτερικό οι κατοχικές δυνάμεις εξαναγκάστηκαν να αφήσουν ελεύθερο τον Μουράτ Κανατλί).

ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟ ΜΑΘΗΜΑ ΣΤΑ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΑ
Τα ελληνικά άρχισαν να διδάσκονται ως υποχρεωτικό μάθημα στα δημοτικά σχολεία στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου.
Εξάλλου, το Ανώτατο Εκπαιδευτικό Συμβούλιο αποφάσισε την κατάργηση της πρωινής ορκωμοσίας των μαθητών των Δημοτικών Σχολείων.
Πρόκειται για έναν όρκο με έντονο εθνικιστικό περιεχόμενο και που δηλώνει την υπερηφάνεια των μαθητών για την τουρκική καταγωγή τους.
Σε άλλη απόφαση του το Συμβούλιο αποφάσισε να μην λειτουργήσει η Θεολογική Σχολή Χαλάλ Σουλτάν.