Χιλιάδες άνθρωποι προσπαθούν να διασχίσουν τα ελληνοτουρκικά σύνορα μεταξύ Παζάρκουλε και Καστανιών. Όνειρό τους είναι μία νέα αρχή στην Ευρώπη. Ένα ρεπορτάζ του τούρκου δημοσιογράφου Τούντσα Ογκρετέν για την DW.«Η ζωή είναι πολύ δύσκολη στην Τουρκία. Μόλις ανοίξουν τα σύνορα, θα πάω στη Γερμανία», λέει ο 18χρονος Αφγανός Μοχάμεντ. Στην πραγματικότητα φαίνεται νεότερος. Έχει μόνο μια μικρή τσάντα και μια σακούλα μαζί του. Λίγα ρούχα και μερικά τρόφιμα τον συνόδευαν στο ταξίδι του προς την Ελλάδα. Δεν ήξερε τι να περιμένει: πόσο δύσκολο θα ήταν το ταξίδι, πόσες μέρες θα χρειαζόταν και πώς θα διέσχιζε τα σύνορα – δεν γνώριζε τίποτα από όλα αυτά.

«Δεν θα εμποδίσουμε τους μετανάστες»

Τον Μοχάμεντ τον συνάντησα τυχαία στην Κωνσταντινούπολη. Στο δρόμο που βρεθήκαμε κυκλοφορούν εκατοντάδες μετανάστες, κυρίως από το Αφγανιστάν και το Πακιστάν. Εκεί συνάντησα μόνο έναν πρόσφυγα από τη Συρία. Ο Μοχάμεντ παραμένει λίγο διστακτικός πριν από την αναχώρησή του. Άλλωστε ο τούρκος πρόεδρος δήλωσε ότι θέλησε να χρησιμοποιήσει τους πρόσφυγες ως «μέσο πολιτικού εκβιασμού». Πολλοί ήταν οι μετανάστες που πρόσεξαν τη δήλωση του Ερντογάν, όταν εκείνος στις 27 Φεβρουαρίου ανακοίνωσε ότι «δεν θα εμποδίσουμε τους μετανάστες να διασχίσουν τα σύνορα». Τώρα ο δρόμος αυτός θυμίζει σταθμό λεωφορείων – «Edirne, Edirne!» [Αδριανούπολη, Αδριανούπολη! ] φωνάζουν οι οδηγοί από ταξί, λεωφορεία και αυτοκίνητα. Η Αδριανούπολη, το συνοριακό τρίγωνο Ελλάδας-Τουρκίας-Βουλγαρίας, βρίσκεται περίπου 220 χιλιόμετρα μακριά από την Κωνσταντινούπολη.

Ο Μοχάμεντ διαπραγματεύεται με έναν οδηγό, που χρεώνει περίπου 22 ευρώ ανά άτομο για το ταξίδι προς την Αδριανούπολη. Αυτός και οι πέντε φίλοι με τους οποίους συνταξιδεύει θεωρούν την τιμή παράλογα υψηλή.

«Πού είναι η οικογένειά σου;» τον ρωτάω– αυτός μου αποκρίνεται ότι βρίσκονται στην Νίγδη, μία μικρή πόλη της Κεντρικής Ανατολίας και «εργάζονται για μισθούς πείνας». Ο ίδιος έκανε δουλειές του ποδαριού και δεν είναι καθόλου ικανοποιημένος με την επαγγελματική του ζωή. «Είτε οι εργοδότες μάς απολύουν, χωρίς να μας δίνουν τα δεδουλευμένα, είτε μας δίνουν λιγότερο μισθό από ό,τι είχε συμφωνηθεί».

Ο Μοχάμεντ και οι φίλοι του τα βρίσκουν τελικά με τον οδηγό: «Θα μου δώσετε 16 ευρώ ο καθένας, μετά θα σας πάω κοντά στα σύνορα. Αν πετύχουμε αστυνομία θα επιστρέψουμε πίσω, ειδάλλως θα έχω μπλεξίματα», τους λέει.

Το όνειρο για μία νέα αρχή στη Γερμανία

Η περιπέτεια των νέων που ονειρεύονται να ξεκινήσουν μια νέα ζωή στη Γερμανία, ξεκινά με την επιβίβασή τους σε ένα γερμανικό αυτοκίνητο: ένα ασημί Volkswagen Caddy – ενώ εγώ οδηγώ ακριβώς από πίσω τους.

Μετά από 50 χιλιόμετρα, το ένα πέμπτο δηλαδή της διαδρομής προς την Αδριανούπολη, σε ένα από τα τελευταία μου τηλεφωνήματα με τον Μοχάμεντ, μου ανακοινώνει: «Αδερφέ, ο οδηγός άρχισε να αγχώνεται, ας συναντηθούμε καλύτερα κατευθείαν στην Αδριανούπολη. Αν συνεχίσετε να μας ακολουθείτε, θα μας πετάξει έξω και θα κρατήσει τα χρήματά μας».

Οδηγώντας παρατηρώ τα δεκάδες οχήματα στο δρόμο: γεμάτα τα περισσότερα, πολλοί από τους επιβαίνοντες είναι παιδιά και γυναίκες με μωρά στην αγκαλιά τους. Λίγα χιλιόμετρα πριν τη διέλευση των συνόρων στο Παζάρκουλε πρέπει να περάσω ένα σημείο ελέγχου. Περισσότεροι από δέκα αστυνομικοί με πλησιάζουν. «Παρακαλώ;», λέει ο ένας απότομα. «Είμαι δημοσιογράφος», απαντώ και δείχνω την διεθνή δημοσιογραφική ταυτότητά μου. «Ντόπιος ή ξένος;» ρωτά ο αστυνομικός. «Ντόπιος», του αποκρίνομαι και η απάντησή μου φαίνεται να τον ευχαριστεί… «Η είσοδος επιτρέπεται», μου ανακοινώνει.

Φρίκη αποκαλυπτικών διαστάσεων

Καταφθάνοντας στα σύνορα αντικρίζω χιλιάδες ανθρώπους. Ανάμεσά τους δεν υπάρχει ούτε ένας αστυνομικός ή συνοριοφύλακας. Κάθονται στο έδαφος – δεν έχουν άλλωστε και άλλη επιλογή. Κάποιοι καίνε κλαδιά για να ζεσταθούν. Ολόκληρο το τοπίο φαντάζει σαν σκηνικό από δυστοπική ταινία.

Μερικοί από τους μετανάστες κατάφεραν να περάσουν το συρματόπλεγμα και να διεισδύσουν στη συνοριακή γραμμή μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας. Αλλά η ελληνική αστυνομία περιμένει ήδη 100 μέτρα μακριά. Μόλις οι μετανάστες πλησιάσουν πολύ κοντά στα σύνορα εκτοξεύονται δακρυγόνα. Τώρα η μυρωδιά του καμένου ξύλου αναμιγνύεται με εκείνη του χημικού αερίου.

Έτσι περνούν οι δύο μέρες στα σύνορα: με καυσόξυλα, δακρυγόνα, βροχή, κρύο, κλάμα μωρών στις αγκαλιές των μανάδων τους, απελπισία, αναζήτηση νέων διαδρομών, πείνα…

Τη νύχτα συναντώ τρεις άνδρες ηλικίας μεταξύ 55 και 60 ετών. Μιλούν στη διάλεκτο της Κωνσταντινούπολης, τα ρούχα τους δεν είναι τόσο λερωμένα. Ένας από αυτούς με ρωτάει σε ποιο σημείο ακριβώς θα ανοίξουν τα σύνορα. «Δεν θα ανοίξουν», του απαντώ. Θέλω να μάθω από πού έρχονται. Μου δίνουν αντιφατικές πληροφορίες και την εντύπωση ότι είναι οι Τούρκοι που προσπαθούν να μπερδευτούν με τους μετανάστες και τους πρόσφυγες. Συζητούν για το κατά πόσο είναι καλύτερο να διασχίσουν τα σύνορα με βάρκα.

«Μόνο 100 άνθρωποι τα κατάφεραν»

Τη δεύτερη ημέρα στα σύνορα, το τηλέφωνό μου χτυπά νωρίς το πρωί. Είναι ο Μοχάμεντ. Αγόρασαν, λέει, ένα πλαστικό σκάφος για 800 τούρκικες λίρες. Αυτός και οι φίλοι του θα περιμένουν την κατάλληλη στιγμή για να διασχίσουν τον Έβρο. Με ρωτά αν θέλω να έρθω και μου στέλνει την τοποθεσία που βρίσκεται μέσω κινητού τηλεφώνου. Φτάνοντας εκεί συνειδητοποιώ πως έχουν κρυφτεί πίσω από θάμνους στις όχθες του ποταμού – στην απέναντι όχθη, περίπου 40-50 μέτρα μακριά, στέκονται άγρυπνοι φρουροί οι έλληνες αστυνομικοί.

Ο Μοχάμεντ τρώει ένα κουλούρι με σουσάμι και στη συνέχεια ανάβει ένα τσιγάρο. Όταν προσπάθησα να τον βγάλω μία φωτογραφία, αντέδρασε έντονα: «Τι κάνεις, αδελφέ, μην με τραβάς φωτογραφίες, αν με δει η μητέρα μου εδώ, θα στεναχωρηθεί πολύ και δεν ξέρει και ότι καπνίζω». Από τη μία όχθη παιδιά παίζουν μπροστά από τις πλαστικές βάρκες – από την άλλη στέκονται έλληνες αστυνομικοί οπλισμένοι.

Οι νεαροί άνδρες προσπαθούν τώρα να βρουν μια κατάλληλη διαδρομή με τα κινητά τους τηλέφωνα για να διασχίσουν τον ποταμό. Ο Μοχάμεντ λέει στους άλλους ότι ο αριθμός εκείνων που κατάφεραν να διασχίσουν τον ποταμό υπολογίζεται σε 100 ανθρώπους. Ο αριθμός εκείνων που πιάστηκαν κι αναγκάστηκαν να επιστρέψουν είναι πολύ μεγαλύτερος.

Η συνοριακή γραμμή μυρίζει πόλεμο

Τελικά επιστρέφω στην πύλη του Παζάρκουλε και βλέπω ότι ο αριθμός των μεταναστών που περιμένουν είναι τώρα γύρω στις 3.000. Άνθρωποι διαφόρων εθνικοτήτων βρίσκονται στα σύνορα: Αφρικανοί, Ιρανοί, Πακιστανοί και Παλαιστίνιοι. Ωστόσο, οι περισσότεροι είναι Αφγανοί. Ο αριθμός των Σύρων προσφύγων είναι αμελητέος. Οι εντάσεις με την ελληνική αστυνομία στο μεταξύ έχουν αυξηθεί σημαντικά.

Όσο περισσότεροι άνθρωποι σπρώχνονται για να περάσουν τα σύνορα, τόσο περισσότερο δακρυγόνα πέφτουν στο πλήθος. Πέντε άτομα τραυματίστηκαν σοβαρά ακριβώς μπροστά μου, ανάμεσά τους κι ένα παιδί. Οι μετανάστες αντιδρούν με βία, μερικοί πετούν πέτρες στους Έλληνες αστυνομικούς. Η περιοχή των συνόρων θυμίζει πλέον εμπόλεμη ζώνη.

Μέσα σε όλο αυτό το χάος πέφτει το μάτι μου σε έναν ψηλό, νέο άνδρα, ο οποίος μιλάει άπταιστα τουρκικά, αγγλικά και περσικά. Σηκώνει τα χέρια του ψηλά και φωνάζει και στις τρεις γλώσσες: «Χορτάσαμε πια τον πόλεμο, καθίστε, μην πετάτε άλλες πέτρες. Είμαστε εδώ γιατί θέλουμε να κάνουμε μία νέα αρχή».

Ο Τούντσα Ογκρετέν είναι τούρκος δημοσιογράφος. Κατηγορούμενος για τρομοκρατική προπαγάνδα μετά την απόπειρα πραξικοπήματος στην Τουρκία φυλακίστηκε στις 25 Δεκεμβρίου 2016 και έμεινε υπό κράτηση μέχρι τις αρχές Δεκεμβρίου 2017.

Επιμέλεια: Χρύσα Βαχτσεβάνου