Όποιος έκρυβε Εβραίους επί ναζισμού διακινδύνευε τη ζωή του. Χιλιάδες άνθρωποι ωστόσο το τολμούσαν. Πολλοί αργότερα έλαβαν τον τίτλο «Δίκαιοι των Εθνών». Μια καθυστερημένη αναγνώριση για τη διάσωση του Πολάνσκι.Το φαγητό ήταν κυρίως πατάτες αλατισμένες, μερικές φορές γάλα και το καλοκαίρι υπήρχαν επίσης μανιτάρια ή βατόμουρα. Οι Μπουχάλας ήταν μια φτωχή οικογένεια με τρία παιδιά και ζούσαν σε ένα μικρό σπίτι 40 χιλιόμετρα από την Κρακοβία. Και όμως αποφάσισαν να μοιραστούν τα λιγοστά που είχαν με ένα μικρό Εβραιόπουλο για σχεδόν δύο χρόνια. Ο πατέρας του μικρού κατάφερε να τον βγάλει τον Μάρτιο του 1943 από το γκέτο της Κρακοβίας κόβοντας το συρματόπλεγμα με μια πένσα.

Αργότερα δήλωσε ότι η καλοσύνη που του έδειξε η Στεφανία Μπουχάλα, η «μητέρα του», ήταν «καταπληκτική». Το ζευγάρι διακινδύνευε πραγματικά τη ζωή του επειδή έκρυβε έναν Εβραίο στην κατεχόμενη Πολωνία. Πολύ αργότερα έγινε γνωστό ότι το μικρό αγόρι είχε γίνει ο παγκοσμίου φήμης σκηνοθέτης Ρομάν Πολάνσκι.

Ο Πολάνσκι ταξίδεψε δύο φορές στο χωριό Βιζόκα μετά τον πόλεμο για να βρει ίχνη αυτών που τον έσωσαν. Στην αυτοβιογραφία του έγραψε αργότερα ότι κοιτάζοντας το σπίτι δύσκολα μπορούσε να φανταστεί πώς μπορούσαν έξι άνθρωποι να ζήσουν σε μια τόσο μικρή καλύβα.

Μια συγκινητική συνάντηση

Αυτό που δεν είχε καταφέρει εδώ και χρόνια, οι νέοι σκηνοθέτες Ματέους Κούντλα και Άννα Κοκόσκα-Ρόμερ το πέτυχαν. Παράλληλα με τα γυρίσματα της ταινίας τους σχετικά με τις εμπειρίες του Πολάνσκι και του φίλου του, του παγκοσμίου φήμης φωτογράφου Ρίτσαρντ Χόροβιτς, στον πόλεμο, έψαχναν για ζωντανούς συγγενείς της οικογένειας Μπουχάλα.

Γνώρισαν λοιπόν τον Στάνισλαβ Μπουχάλα, τον εγγονό της Στεφανίας και του Γιαν. Δεν είχε ιδέα ότι οι παππούδες του έκρυβαν τον Πολάνσκι και πιθανότατα έσωσαν τη ζωή του με αυτόν τον τρόπο. Ο Λούντβικ, πατέρας του Στάνισλαβ, ήταν πεπεισμένος μέχρι το θάνατό του το 1999, ότι ο «Ρόμεκ» ήταν αδελφός του. Πιθανώς οι γονείς το παρουσίασαν έτσι, ώστε να μην θέσουν σε κίνδυνο την οικογένεια. Ο Στάνισλαβ πίστευε όλα αυτά τα χρόνια ότι είχε έναν θείο στην Αμερική και ήξερε μόνο ότι λεγόταν Ρόμεκ.

Αν είχε διαβάσει την αυτοβιογραφία του Πολάνσκι, πιθανότατα θα είχε συνειδητοποιήσει ότι οι σωτήρες που περιγράφονταν εκεί ήταν οι παππούδες του.

Μόνο όμως μετά την συνάντηση με τον Πολάσνκι οι σκηνοθέτες βεβαιώθηκαν ότι είχαν βρει αυτό που αναζητούσαν. «Όταν ο Στάνισλαβ Μπουχάλα του έδειξε φωτογραφίες της γιαγιάς του, ο Πολάνσκι απάντησε συγκινημένος: «Ναι, αυτή είναι. Μου έσωσε τη ζωή», δήλωσε στην DW η παραγωγός της ταινίας, Άννα Κοκόσκα-Ρόμερ.

Δηλώνει πως το κοινό ταξίδι στο χωριό ήταν μια συγκινητική στιγμή τόσο για τον Ρομάν Πολάνσκι όσο και για τον Στάνισλαβ Μπουχάλα. Ήταν ακόμα η πρώτη επίσκεψη του Στάνισλαβ στο χωριό των παππούδων του. «Ο Πολάνσκι διηγήθηκε τα πάντα για τους παππούδες του: πού ήταν το σπίτι, τι έκανε ο παππούς του, που ωρίμαζαν τα μήλα και τα δαμάσκηνα. Ο Πολάνσκι τον οδήγησε πίσω στις ρίζες του», λέει η Άννα Κοκόσκα-Ρόμερ.

Η καθυστερημένη αναγνώριση

Μετά από αυτή τη συνάντηση, ο Πολάνσκι απευθύνθηκε στο Yad Vashem, το μνημείο στην Ιερουσαλήμ, το οποίο τιμά τη μνήμη όσων εξοντώθηκαν από τους Ναζί και τεκμηριώνει επιστημονικά τα σχετικά γεγονότα. Ο σκηνοθέτης υπέβαλε αίτηση για τη σχετική διάκριση και έγραψε: «Μου έδωσε καταφύγιο και έθεσε σε κίνδυνο τη ζωή της και τη ζωή της οικογένειάς της. Ήταν μια ευαίσθητη, ευγενική και εργατική γυναίκα».

Η οικογένεια των Μπουχάλα βρίσκεται τώρα ανάμεσα σε περισσότερους από 27.000 «Δίκαιους των Εθνών» σε όλο τον κόσμο. Το γεγονός ότι 7.000 από αυτούς – περίπου το ένα τέταρτο – ήταν Πολωνοί είναι ένας εντυπωσιακός αριθμός, αλλά είναι κατανοητό, λέει η Μπάρμπαρα Ένγκελινγκ, ιδρυτής του Κέντρου Έρευνας για το Ολοκαύτωμα στην Πολωνική Ακαδημία Επιστημών.

Σε συνέντευξη στη DW, υπενθύμισε ότι μέχρι το Ολοκαύτωμα, οι περισσότεροι (περίπου τρία εκατομμύρια) των δολοφονημένων Εβραίων είχαν ζήσει στην Πολωνία. «Θα ήταν παράξενο αν σε μια χώρα όπου υπήρχαν τόσοι πολλοί Εβραίοι, και ήταν το επίκεντρο του Ολοκαυτώματος, δεν υπήρχαν και πολλοί άνθρωποι για να βοηθήσουν».

Μαγκνταλένα Γκβοτζ-Παλοκάτ

Επιμέλεια: Μαρία Ρηγούτσου