Μπορεί να αυξάνονται οι κεντρόφυγες τάσεις στην Ευρώπη, αλλά η Γερμανία στηρίζει πιο ξεκάθαρα από ποτέ τη δημιουργία ομοσπονδιακού ευρωπαϊκού κράτους. Είναι ρεαλιστικό;Ήρθε η ώρα για τις «Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης»; Σοσιαλδημοκράτες (SPD), Πράσινοι και Φιλελεύθεροι (FDP) δεν χρησιμοποιούν ακριβώς αυτόν τον όρο. Ωστόσο η διατύπωση, την οποία έχουν συνυπογράψει τα τρία κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού στο Βερολίνο στη σελίδα 131 της προγραμματικής συμφωνίας για τη νέα κοινοβουλευτική περίοδο, είναι ξεκάθαρη: Ζητούμενο είναι η μετεξέλιξη της ΕΕ σε ένα «ομοσπονδιακό, ευρωπαϊκό κράτος». Για τη σημερινή εποχή ο στόχος θεωρείται εξαιρετικά φιλόδοξος. Καμία άλλη ευρωπαϊκή κυβέρνηση δεν έχει τολμήσει παρόμοια εξαγγελία.

Βέβαια το όραμα της Ομοσπονδιακής Ευρώπης δεν είναι καινούριο. Ακόμη και στην ιδρυτική Συνθήκη της Ρώμης, το 1957, εκφράζεται η «βούληση» για μία «όλο και στενότερη ένωση» των ευρωπαϊκών λαών. Τον μακροπρόθεσμο στόχο της «ολοένα και στενότερης ένωσης» (ever closer union) επαναφέρει η Συνθήκη της Λισαβόνας το 2009. Ο πρώην πρόεδρος της Κομισιόν Ζακ Ντελόρ συνήθιζε να λέει ότι «η Ευρώπη είναι σαν τον ποδηλάτη, αν σταματήσει να κινείται θα πέσει». Πάντως τα τελευταία χρόνια έχουν εκλείψει οι φιλόδοξες διακηρύξεις. H έξοδος της Μ.Βρετανίας από την «Ευρώπη των 28» το 2020 ήταν η πιο ηχηρή μέχρι σήμερα απόρριψη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Το τέλος των μεγάλων οραμάτων

Ούτως ή άλλως οι Βρετανοί διέθεταν πάντα μία δόση ευρω-σκεπτικισμού. Αλλά και ο ολλανδός πρωθυπουργός Μαρκ Ρούτε, σε ομιλία του στο Βερολίνο το 2018, ανέφερε ότι δεν του αρέσει καθόλου «αυτή η τρομακτική συζήτηση για μία ολοένα και στενότερη ένωση». Κατά την άποψή του πρόκειται για ρομαντική προσέγγιση, την οποία ο ίδιος δεν αποδέχεται. Ακόμη και ο πρώην πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ έλεγε το 2018 (σε μία εποχή, σημειωτέον, που είχε αποχωρήσει πλέον από το αξίωμά του) ότι «η απάντηση για τα προβλήματά μας δεν είναι να ενδυναμώσουμε ανεδαφικά και μάλλον αφελή οράματα για την πλήρη ευρωπαϊκή ενοποίηση, ακόμη και αν έχουν αγνές προθέσεις όσοι τα υποστηρίζουν. Πρώτον, γιατί είναι απλώς ανέφικτα. Δεύτερον, γιατί, κατά παράδοξο τρόπο, όσο τα διαφημίζουμε, τόσο αυξάνονται οι φωνές των ευρω-σκεπτικιστών και αυτό δεν συμβαίνει μόνο στη Μ.Βρετανία».

Η Γαλλία και η Ολλανδία, χώρες με έντονη φιλο-ευρωπαϊκή παράδοση, ήταν τελικά εκείνες που απέρριψαν, σε δημοψήφισμα, το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα, στέλνοντας το μήνυμα ότι η περαιτέρω ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν ανταποκρίνεται (πλέον) στις επιθυμίες της πλειοψηφίας. Την άρνηση προσυπογράφουν εθνολαϊκιστικά κόμματα, πολλά εκ των οποίων ασκούν κυβερνητικά καθήκοντα, όπως συμβαίνει στην Ουγγαρία και στην Πολωνία.

«Κανείς δεν θέλει το ομοσπονδιακό κράτος»

Η προσήλωση του Βερολίνου στον στόχο της Ομοσπονδιακής Ευρώπης είναι λοιπόν, αν μη τι άλλο, μία θαρραλέα εξαγγελία. Είναι όμως και εφικτή; Μάλλον όχι, υποστηρίζει ο πολιτικός επιστήμων Γιοχάνες Βάρβικ από το πανεπιστήμιο του Χάλε. «Ακόμη κι αν τα κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού την ενστερνίζονται πραγματικά, η ιδέα πολύ γρήγορα θα θυσιαστεί στον βωμό του ρεαλισμού. Κανείς στην Ευρώπη δεν επιθυμεί την υλοποίησή της» επισημαίνει ο Βάρβικ, μιλώντας στην DW.

«Ήταν μία έκπληξη η εξαγγελία περί ομοσπονδιακού κράτους» λέει από την πλευρά του ο Ντάνιελ Ρέντερ, ιδρυτής της φιλοευρωπαϊκής κίνησης Puls στο Βερολίνο. Ο ίδιος δεν πιστεύει ότι η Ομοσπονδιακή Ευρώπη είναι μονόδρομος, εκτιμά όμως ότι «από τη στιγμή που συνειδητοποιούμε ότι τις μεγάλες προκλήσεις της εποχής μας – κλιματική αλλαγή, μετανάστευση, πανδημίες, αντιπαράθεση με τη Ρωσία και άλλα ζητήματα – δεν μπορούμε ούτε να τις αντιμετωπίσουμε σε εθνικό πλαίσιο, αλλά ούτε να τις αναθέσουμε αποκλειστικά στις ΗΠΑ ή στην Κίνα, τότε είναι σαφές ότι χρειαζόμαστε περισσότερη ευρωπαϊκή ενοποίηση».

Κρίνοντας κατά περίπτωση

Σε ορισμένους τομείς, για παράδειγμα στην ενιαία εσωτερική αγορά και στην πολιτική εμπορίου, η ΕΕ έχει ήδη κάνει γενναία βήματα προς την «ομοσπονδίωση». Σε άλλα ζητήματα τα κράτη-μέλη δεν θέλουν να απολέσουν τις αρμοδιότητές τους και προτιμούν τη λύση του αμοιβαίου συντονισμού και της διακυβερνητικής συνεργασίας. Η καταπολέμηση της πανδημίας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα για τα πλεονεκτήματα και τις αδυναμίες του συστήματος. Σήμερα η υγεία παραμένει εθνική αρμοδιότητα, κάτι που άλλοι επικροτούν και άλλοι επικρίνουν. Παράλληλα όμως, η ΕΕ θεσπίζει ένα γενναιόδωρο ταμείο για την αντιμετώπιση των οικονομικών συνεπειών της πανδημίας. Και εκεί αρχίζουν τα κρίσιμα ερωτήματα: Ποιος πληρώνει; Ποιος κερδίζει; Στα οικονομικά ισχυρά κράτη-μέλη αναβιώνει ο τρόμος για μία «Ένωση Χρέους», στην οποία οι πλουσιότεροι θα χρηματοδοτούν σε μόνιμη βάση τις πιο φτωχές χώρες. Αυτό και μόνο αρκεί, για να πνιγεί εν τη γενέσει του το όραμα της Ομοσπονδιακής Ευρώπης.

Πάντως ο πολιτικός επιστήμων Γιοχάνες Φάρβικ θεωρεί ότι «καλό είναι να μην αποκηρύξουμε το όραμά μας», όσοι ενδοιασμοί και αν υπάρχουν. Κατά την άποψή του η ΕΕ είναι ένα εύθραυστο οικοδόμημα με περιορισμένη ικανότητα δράσης και μόνο αν γίνει πιο αποτελεσματική θα αυξηθεί η αποδοχή της από τους ίδιους τους ευρωπαίους πολίτες. Μόνο που εδώ τίθεται το κλασικό ερώτημα για την κότα και το αυγό, τονίζει ο Γιοχάνες Φάρβικ: «Χωρίς αποδοχή δεν θα δούμε αποτελεσματικότητα, χωρίς αποτελεσματικότητα δεν υπάρχει αποδοχή. Πρέπει να υπερβούμε αυτό το δίλημμα, διαφορετικά φοβάμαι ότι θα έχουμε δυσάρεστες εξελίξεις στην ΕΕ».

Κρίστοφ Χάσλεμπαχ

Επιμέλεια: Γιάννης Παπαδημητρίου