Γράφει η Μαρία Αρβανίτη-Σωτηροπούλου*.

Ο ρόγχος του γέρου πλημμύριζε εφιαλτικά το μικρό πνιγερό δωμάτιο. Μύριζε άσχημα. Ενα πορτατίφ τυλιγμένο κιτρινισμένες εφημερίδες πάνω σ’ ένα κουτσό κομοδίνο γεμάτο μπουκαλάκια, ποτήρια, κουταλάκια, μπαμπάκια γέμιζε σκιές το θολό αέρα. Μια μικρή ηλεκτρική σομπίτσα στη γωνιά καθρέφτιζε την αβέβαιη φλόγα της πασχίζοντας να τη μετατρέψει σε ζέστα. Σωληνάκια κρέμονταν απ’ τη μύτη του γέρου, απ’ τη φλέβα,την κύστη του. Σωληνάκια πούμπαζαν κι έβγαζαν ζουμιά στ’ ασθενικό κορμί, μήπως και του μετάγγιζαν μια στάλα ύπαρξης ακόμη. Κάπου κάπου ο ρόγχος άλλαζε, έμοιαζε με βαθύ αναστεναγμό κι έπειτα ξανάπεφτε στην ίδια ρουτινιάρικη μελωδία. Το εμβατήριο του τέλους.

Η γριά στην κουνιστή πολυθρόνα αντίκρυ του έπλεκε μηχανικά κάποιο μαύρο νήμα και πού και πού τούριχνε κάποιο ανήσυχο βλέμμα. Ξάφνου με κόπο ανασηκώθηκε σκυφτά κι έσυρε την καρέκλα κοντύτερα στ’ ασθενικό σομπάκι. Τα πόδια της τόσο παγωμένα! Δεν τάνοιωθε απ’ το κρύο. σαν κάτι να θυμήθηκε, σίμωσε το κρεββάτι, ανασήκωσε προσεκτικά τις κουβέρτες κι άγγιξε στοργικά τα πόδια του αρρώστου.

-Παγωμένα, μονολόγησε. Βάλθηκε να ψαχουλεύει κάποιο συρτάρι στην παλιά ξύλινη ντουλάπα με τον ολόσωμο καθρέφτη. Διάλεγε, διάλεγε προσεκτικά. Τέλος έβγαλε ένα ζευγάρι μάλλινες κάλτσες. Σίμωσε προσεκτικά, λες και φοβόταν πως θα τον ξυπνήσει και μ’ απαλές κινήσεις τις φόρεσε στα λιγνά χλωμά του πόδια. Έπειτα έστρωσε τις κουβέρτες σοβολιαστά γύρω τους σα να σκέπαζε μωρό και ξαναγύρισε στη γωνιά της.

-Για φαντάσου! παραμίλησε. Να σου ζεσταίνω εγώ τα πόδια!

Ακράτητο ξεχύθηκε της μνήμης το ποτάμι μ’ εικόνες τόσο ζωντανές, χειροπιαστές, της άγγιζαν τα μάγουλα τα σκαμμένα με ρυτίδες, τη ζέσταιναν. Θυμόταν τα γέλια τους, τους ψευτοκαυγάδες τους τις κρύες νύχτες του χειμώνα, τότε που πάλευε να ζεστάνει τα πάντα παγωμένα πόδια της πάνω στα δικά του.

-Με παγώνεις, την έσπρωχνε, την έδιωχνε, τη γαργαλούσε, τη χάιδευε, τη φιλούσε, την αγκάλιαζε. Πόσο ζεστά κούρνιαζε στην αγκαλιά του!

Κοίταξε τα χέρια της που φούσκωναν στα δάχτυλα οι κόμποι. Η βέρα έπλεε στον παράμεσο κι όμως δε μπορούσε να τη βγάλει, τόσο οι κόμποι είχαν πρηστεί  Θυμήθηκε κείνο το δαχτυλίδι που της είχε αγοράσει κάποτε στα γενέθλιά της. Αληθινό, όχι βέβαια πανάκριβο, όσο άντεχαν τα οικονομικά τους, μα γιαυτήν τόσο πολύτιμο!

-Κι όμως θα μπορούσες ν’ αγοράσεις κάτι πιο πρακτικό, του είπε τότε. Χαμογέλασε αινιγματικά και τη φίλησε στην παλάμη. Τον είχε σφίξει πάνω της.

-Δε θυμάμαι ομορφότερο δώρο, του ψιθύρισε. Τώρα το δαχτυλίδι τόχει η Πάτρα, η κόρη της. Τσακώθηκαν με την Ειρήνη στη μοιρασιά των λίγων της χρυσαφικών. Και νάχαν ανάγκη! Όσα θέλουν αγοράζουν με τα λεφτά που βγάζουν απ’ τις δουλειές τους.

-Όχι καλέ μαμά, για την αξία τους. Είναι θέμα ηθικής τάξης, είπε η Πάτρα. Είμαι η μεγαλύτερη.

-Τα πρωτοτόκια ζητάς; αγρίεψε η Ειρήνη. Δίκαιη η μοιρασιά. Δε φτάνει που με ρίξατε στην προίκα.

-Εμείς φταίμε που ο προκομμένος σου σε γύρεψε ξεβράκωτη να σε στεφανωθεί;

-Σωπάστε κορίτσια, ντροπή, Σσσ ο πατέρας σας.

Τ’ άρπαξαν όπως όπως τα χρυσαφικά. Αλήθεια, κείνη την όμορφη καδένα με το σταυρό, το δώρο της πεθεράς της στον αρραβώνα, ποια να το πήρε η Πάτρα ή η Ειρήνη της;

-Τι σ’ έπιασε και τους τα μοίρασες; της είπε ο Δημήτρης.

-Τι να τα κάνω πια; τούπε λυπημένα και τούδειξε τα ροζιασμένα χέρια της. Της χάιδεψε τ’άσπρα ατίθασα μαλλιά.

-Ξέρεις, Κατερίνα, της είπε ντροπαλά. Ακόμη σ’ αγαπάω, σαν τότε, ίσως ακόμη πιο πολύ.

-Σαν πότε; του πέταξε ειρωνικά. Σαν τότε που ήθελες να με χωρίσεις;

-Ξέρεις καλά πως τότε δεν έφταιγα εγώ, της είπε πικραμένα.

-Μα το σκεφτόσουν στ’ αλήθεια μέσα σου. Έτσι δεν είναι; «Εγώ δε συμβιβάζομαι. Παίρνω το καπελάκι μου και φεύγω» Έτσι δε μούλεγες; Κι ήμουνα κι έγκυος… Ξέρεις, Δημήτρη, Πάνε τόσα χρόνια κι όλο παλεύω για να θυμηθώ την αφορμή που τσακωθήκαμε κι όλο δεν τη βρίσκω. Με είχες πει ακατάστατη, νομίζω. ‘Η ήταν για κείνο το οικοπεδάκι που δε μούγραψε ο πατέρας μου;

-Ίσως κάτι να είχε πει η αδελφή μου για σένα και το πίστεψα. Αλήθεια. Τι περίεργο! Ούτε κι εγώ θυμάμαι γιατί τσακωθήκαμε τότε.

-Και πήρες και το μαξιλάρι και τις κουβέρτες σου και στρώθηκες στον καναπέ του σαλονιού και μ’ είχες όρθια και ξυπόλυτη να σε παρακαλώ να γυρίσεις στο κρεββάτι μας… και στην κατάσταση που ήμουν.

-Ακόμη μου κρατάς κακία..

-Κουτέ, ακόμη σ’ αγαπώ. Γιαυτό στα λέω. Ο,τι με πόνεσε, ακόμη με πονεί, γιατί ακόμη τόσο σ’ αγαπάω. Θυμάσαι πού με πρωτογνώρισες;

-Πρωτομαγιά! Τέτοια γλυκιά πρωτομαγιά δεν έχω ξαναζήσει! Ένας ουρανός διάφανος σαν κρύσταλλο κι οι πρώτες ζέστες είχαν κάνει τη γη ν’ ανθοβολήσει πρώιμα και σπάταλα. Φορούσες γαλανά και στο λαιμό ένα κατάλευκο μαντήλι. Ήσουν ζιζάνιο. έτρεχες φορτωμένη αγριολούλουδα σ’ ένα καταπράσινο κάμπο…

-Πίστευα πως αν ήθελα θα δρασκέλιζα τη γη μ’ ένα μου πήδο. Ξέρεις δα σαν τον Κοντορεβυθούλη.

-Τα μάτια σου είχαν το χρώμα τ’ ουρανού…. έμοιαζες ζουμπούλι μυρωδάτο… έτρεμα ν’ απλώσω το χέρι να σ’ αγγίξω…. θαρρούσα θάσπαζες.

-Δε μ’ άγγιξες, δειλέ. Δε μου μίλησες καν. Έτρεχα στο λιβάδι κυνηγημένη απ’ τη μορφή σου. Κάθε μαργαρίτα γινόταν θύμα της αγάπης σου στα χέρια μου. «Μ’αγαπά, δε μ’ αγαπά» Είμαι τόσο μικρή κι ανόητη για να με προσέξει… Ποιοι άλλοι ήταν μαζί μας;

 

 

-Δε θυμάμαι κανένα. Ήταν εικόνες σαν τα λουλούδια, τον ουρανό, τον ήλιο. Λες κι όλα πλάστηκαν για μας, για να συναντηθούμε.

-Θυμάμαι όταν με πρωτάγγιξες. Τι δέος! Σα να γινόταν άνθρωπος κάποιος θεός μπροστά μου. Ως τότε σ’ άγγιζα στα όνειρά μου. Τώρα σε κρατούσα, έχωνα το τρομαγμένο μου πρόσωπο στο πλατύ σου στήθος. Πόσο με τρόμαζε η ζωή ως τότε! Πόσο με τρόμαζε ο θάνατος από κείνη τη στιγμή! Μη σε χάσω! Πόσο φοβόμουν μη σε χάσω!

Ο άρρωστος αναστέναξε βαθιά  Πλησίασε, χάιδεψε τ’ αραιά μαλλιά, έστρωσε με χέρι αβέβαιο το προσκεφάλι του, πήρε το μπαμπάκι, το βούτηξε σ’ ένα ποτήρι και νότισε τα σκασμένα χείλια του. Άσαρκα  χείλια δίχως δόντια, έτρεμαν καθώς ανάσαινε με δυσκολία.

-Πόσο λάτρεψα τα χείλια του καθώς περπάταγαν βήμα με βήμα γνωρίζοντας τις στράτες του κορμιού μου! Γιατί τον λάτρεψα; Για τον έρωτα, για τη φιλία, για την τρυφεράδα του; Τι μας έδεσε τόσο σφιχτά; Η σάρκα ή η καρδιά μας; Τα παιδιά μας… Πάει πέταξαν. Όσο ήταν τοσοδούλια, όσο είχαν την ανάγκη μας, τόσο τα χαρήκαμε. Έπειτα μας ξέχασαν. Το παιδί σου, πούναι σπλάχνο σου, και να ξεφεύγει τόσο μακρυά σου!! Δεν καταλαβαινόμαστε πια, λέει σε λιγάκι, μόλις φυτρώσουν τα πρώτα δικά του φτερά, μόλις μαδήσουν τα πρώτα πούπουλα… Περιπέτειες, αγωνίες, φροντίδες. Να μεγαλώσουν, να μορφωθούν, να παντρευτούν, να μη στραβοπατήσουν. Και πάντα τόσο μόνοι μας, οι δυο μας.

Θυμάμαι τότε, σ’ εκείνη την αρρώστια  σα χάσαμε το παιδί πούταν νεκρό στα σπλάχνα μου. Έκλαιγα και σε φώναζα στο χειρουργείο. Σε γύρευα στην ανυπαρξία μου, στ’ όνειρό μου. Δεν τολμούσα στο ξύπνιο μου να σε φωνάξω με τόση δύναμη. Φοβόμουν θα μ’ ειρωνευόσουν, θα με περγελούσες, ίσως θα μ’ εκμεταλλευόσουν. «Δεν κάνει να δείχνεις την αδυναμία σου στους άντρες» Έτσι με συμβούλευαν. Αδυναμία.. Έτσι λένε την αγάπη μας. Αδυναμία!

Θυμάμαι τότε που σ’ έκλεισαν στη φυλακή. Σε βασάνισαν. Κι έτρεχα απελπισμένη ψάχνοντας από πόρτα σε πόρτα να σε βρω, να σε γλιτώσω απ’ τα νύχια τους. Κι όλοι ξένοι και δικοί κουνούσαν το κεφάλι επιτιμητικά…

-Τι θέλει κι ανακατεύεται; Τι δεν κάθεται στ’ αυγά του, όπως κάνουν όλοι; Αυτός θα σώσει τον κοσμάκη; Με τι κότσια; Εγκατάλειψε την οικογένειά του! Βλέπεις τώρα συ ξενοδουλεύεις για να ζήσετε… Αν ήθελε να παραστήσει τον ήρωα, να μη παντρευόταν. Παίρνει κι άλλους στο λαιμό του… Πιο εχθρικοί ήταν οι συγγενείς σου. Έβρισκαν πως φταίω. «Η καλή γυναίκα μπορεί, αν θέλει, να στρώσει τον άντρα της. Εσύ φταις που δεν πάτησες πόδι απ’ την αρχή. Τον άφησες να κάνει του κεφαλιού του» Κι οι δικοί μου πίστευαν πως είμαι δυστυχισμένη πλάι σου. «Απότυχε στο γάμο της» Έτσι έλεγαν για μένα. Μα ευτυχώς φρόντισαν να βγεις από το κάτεργο. Ήσουν πάντα άνεργος, «υπό παρακολούθησιν» μα δίπλα μου, στην προστασία της αγκαλιάς μου. Ξυπνούσα κάθε βράδυ κι άπλωνα το χέρι να σ’ αγγίξω. Ψηλαφούσα με τα χείλια μου τις ουλές του μαρτυρίου σου. Γύρευα επιβεβαίωση της παρουσίας σου. Αφουγκραζόμουν τη ρυθμική σου αναπνοή στο σκοτάδι. Μη σε χάσω, μη σε χάσω…

Η ανάσα του άρρωστου έπαψε ν’ ακούγεται. Έτρεξε κοντά του αλαφιασμένη. Του χούφτωσε το χλωμό κέρινο πρόσωπο, τ’ αυτιά μελάνιαζαν.

-Δημήτρη, τραύλισε. Ο άρρωστος τινάχτηκε από σπασμούς.

-Το γιατρό, το γιατρό, ούρλιαξε η γριά.

Πήρε μια βαθειάν αναπνοή ο άρρωστος κι άρχισε να βήχει. Απ’ το στόμα του έτρεχαν ρόδινοι αφροί. Το μελανό χρώμα πούχε απλωθεί στο πρόσωπό του υποχωρούσε αργά αργά στρώνοντας πίσω του μιαν άσπρη μάσκα. Σκούπισε τα χείλια του προσεκτικά. τράβηξε την καρέκλα πλάι του, ακούμπησε το μέτωπό της στον ώμο του.

-Ποιος αναγνώρισε, Δημήτρη, τον κόπο, τις θυσίες σου; Μήτε τα ίδια τα παιδιά σου. Είδες τι ειρωνικά κρυφογελούν, όταν αρχίζεις και διηγείσαι τους αγώνες σου κείνα τα χρόνια. Έγινες ένας ήρωας, Δημήτρη, κι ο ήρωες είναι ξεπερασμένοι στην εποχή μας. Είναι αντιπαραγωγικοί κι αντιδραστικοί. Ανήκουν στα μουσεία, στις βιβλιοθήκες. Πρέπει να είναι στατικοί, γιαυτό τους φτιάχνουν αγάλματα. Αλλιώτικα είναι επικίνδυνοι. Ανακατεύουν τα βρωμόνερα του βάλτου.

Αλίμονο, Δημήτρη! Τι μοναχικό μονοπάτι διάλεξες ακολουθώντας τα οράματά σου! Κυνηγούσες φαντάσματα, θαρρώ, το δίκιο, το σωστό, το ίσιο. Πάλευα να διαβώ κι εγώ την πόρτα των ονείρων σου, να βρω μια θέση στους αγώνες σου. Δεν τα κατάφερα. Ήμουνα πάντα ξένη. Σα θεατής χειροκροτούσα, γιουχάιζα, ανυπομονούσα να δώσω τη λύση του δράματος. Ήσουν ένα κομμάτι μου, σ’ ένοιωθα τόσο δικό μου που πονούσα σα σε χτυπούσαν, μα πάντα ήμουν τόσο μόνη όσο και συ. Στα όνειρά μου είχε πάντα ομίχλη. δεν πίστευα σε τίποτε έξω από σένα. Εσύ ήσουν η παιδική μου παραμυθένια χώρα που φυλάκισα τις ελπίδες μου. Εγώ συμβιβάστηκα, ενηλικιώθηκα, σ’ άφησα να παίζεις κλέφτες κι αστυνόμους σαν παιδί. Σ’ άφηνα να παίζεις με τη φωτιά. Θάπρεπε να σε προστατέψω πιότερο. Ήσουν ότι πιο πολύτιμο είχα. Δεν έμοιαζα καθόλου στις Σπαρτιάτισσες που στέλνουν τα παιδιά τους στο χαμό μ’ ένα «ή ταν ή επί τας». Δεν πίστευα στη σκοπιμότητα της θυσίας και σ’ άφησα μια ζωή να θυσιάζεσαι. Έβλεπα να σε κατασπαράζουν, να σε κυνηγούν εχθροί και φίλοι. Γιατί στ’ αλήθεια όσο ο πόλεμος βαστούσε καλά το χορό, τους ήσουν τόσο χρήσιμος που σε υμνολογούσαν. Έπειτα όμως σαν έφτασε η ώρα της λευτεριάς, του θριάμβου η ώρα, τότε μεμιάς μεταμορφώθηκες σ’ επικίνδυνο θεριό. Πολωτικός, εριστικός, αρνητικός, αντιδραστικός. Δε σ’εξόντωσαν με μιας. Σιγά σιγά σε ξεφορτώσαν απ’ τα παράσημα, τη στολή, σε παράδωσαν γυμνό και δαρμένο στον περίγελο του όχλου. Του όχλου! Πόσο πίστευες στην υπεραξία του Λαού! Η λαϊκή δύναμη! έλεγες κι έλαμπε το βλέμμα σου. Εγώ δάγκωνα τα χείλια μου, μην κλάψω.

-Ως πότε θ’ αντέξεις; έλεγα.

-Ως το τέλος, μ’ αποκρινόσουν.

Εγώ δεν πίστευα στη δύναμη του όχλου. Στη δικιά σου δύναμη πίστευα. Ήσουν απ’ τους ανθρώπους που αλλάζουν τη ροή της Ιστορίας. Κι όμως σε σύντριψαν, σε ποδοπάτησαν. Είχες και συ την αδυναμία σου. Αγαπούσες τα όνειρά σου, τα πίστευες. Δε συμβιβαζόσουν.

-Ως το τέλος..

Η Κατερίνα ανατρίχιασε σύγκορμη. Ανασήκωσε το κεφάλι.

-Δημήτρη, ψιθύρισε. Τα μάτια του ορθάνοιχτα σαΐτευαν τρομαγμένα κάποιο μυστικό όραμα.

-Τόσο μακρυά μου…μουρμούρισε απογοητευμένα η Κατερίνα. Γιατί να μη σ’ ακολουθήσω; Γιατί να μείνω παθητικά πλάι σου, θεατής του αγώνα σου; Έτσι μας έμαθαν. Έτσι είναι οι γυναίκες. Στηρίζουν τους άντρες τους. Έτσι ήταν οι γυναίκες. Τώρα τους αντιμάχονται. Να, η κόρη μας η Πάτρα. Χώρισε χωρίζοντας και τα παιδιά της, ο γιος δικός του, η κόρη δικιά της. Κι η εγγονή μας τώρα δεν παντρεύεται. Συζεί με κάποια φιλενάδα. Δεν αντέχει λέει τους άντρες και την κριτική τους. Δε δένονται πια οι γυναίκες με τον έρωτα ενός άντρα…

-Δημήτρη, παραμίλησε ξανά με παράπονο. Τα χέρια σου πλοκάμια με σφιχτόδεναν. Ποτέ δε ζήλεψα το ξένο αντρίκιο βλέμμα, το ξένο άγγιγμα. Ήμουν γεμάτη πλάι σου. Πόσο γεμάτα είναι τα παιδιά μας, τα εγγόνια μας; Τι όφελος θ’ αφήσει τούτη η αμάχη στην απαλή γυναίκια καρδιά;

Άπλωσε φτερούγες τα ροζιασμένα χέρια κι αγκάλιασε το ξαπλωμένο κορμί.

-Πώς έλιωσε το κορμί σου, Δημήτρη! Σαν το κερί. Μια ζωή σαν το κερί έλιωνες. Έλιωνες και καιγόσουν και φώτιζες. Αλίμονο! Δε φτάνει ένα κερί να φωτίσει μια νύχτα μ’ ανεμοθύελλα  μήτε να μας ζεστάνει φτάνει. Ισα ίσα να μας χαρίσει μια στάλα ελπίδας.

Τα χείλη του αρρώστου έπαιξαν.

-Δημήτρη, ναι, ναι, αγάπη μου. Τι θες καλέ μου; Πες μου. Πες το μου σε μένα.

Το βλέμμα του την κάρφωνε γεμάτο αγωνία.

-Κατερίνα, ψιθύρισε με κόπο.

-Ναι, καλέ μου. Κόλλησε το γέρικο πρόσωπο στα χείλη του.

-Ο ήλιος, Κατερίνα..

-Ναι, αγάπη μου, θα βγει. Το ξέρω. Έτσι δε μούλεγες;

-Όχι, όχι, κούνησε το κεφάλι του μ’ αγωνία εκείνος. Ο ήλιος… Κατερίνα… είναι… ψέμα.

Το κεφάλι του έγειρε στο πλάι. τα μάτια του στόχευαν διαπεραστικά τη νύχτα πουρχόταν. Άδραξε το κορμί του παλεύοντας στους λυγμούς της να κρατήσει όση ζεστασιά μπορούσε. Τώρα τόξερε. Θαρχόντουσαν όλοι οι παλιοί γνωστοί. Τα ίδια τα παιδιά τους θα ψευτόκλαιγαν. Στεφάνια, παράτες, παρόλες, κλάματα. Μπορεί να τούφτιαχναν και άγαλμα. Τι κωμωδία!

-Δεν τ’ αντέχω, ψιθύρισε, θαρρείς και του ζητούσε συγγνώμη. Βαρέθηκα να παίζω το ρόλο του θεατή, φώναξε σαν ξαφνικά να θύμωσε. Πήγε στην παλιά ντουλάπα με το μεγάλο καθρέφτη, ψαχούλεψε ξανά στο συρτάρι, έβγαλε ένα ξυραφάκι. Το κρατούσε προσεκτικά, με σεβασμό θαρρείς. Χαμογέλασε θριαμβευτικά στ’ αντικαθρέφτισμά της. Κάθισε ξανά πλάι του. Του σφάλιξε χαιδευτικά τα βλέφαρα. Έπειτα αποφασιστικά χαράκωσε τους καρπούς των χεριών της δίχως σκιά πόνου να θολώσει την έκφραση του προσώπου της. Τον αγκάλιασε. Ακούμπησε το λευκό αχτένιστο κεφάλι στ’ άψυχο λιπόσαρκο στήθος, θαρρείς κι αφουγκραζόταν την καρδιά του.

Το αίμα της πότιζε τα νοτισμένα μ’ ιδρώτα του σεντόνια. Η νύχτα έπεφτε ήμερη κι ανακουφιστική σα νύστα. Η Κατερίνα αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά του αγαπημένου της.

*Η Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου γεννήθηκε το 1951 στον Πειραιά και κατάγεται από το Μεγαλοχώρι της Σαντορίνης. Μεγάλωσε στη Σύρο και τον Πειραιά, όπου τελείωσε τις γυμνασιακές της σπουδές και ζει και εργάζεται έκτοτε.
Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών από το οποίο πήρε πτυχίο Ιατρικής Σχολής το 1974 και ειδικεύτηκε (1977) στη Μικροβιολογία (Βιοπαθολογία).  Το 1983 με υποτροφία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας μετεκπαιδεύτηκε στην Αγγλία, σε θέματα Ηπατίτιδας και AIDS. Εργάστηκε σαν ιδιώτης ιατρός και στα νοσοκομεία “Τζάννειο”, Αντικαρκινικό “Μεταξά” (επιμελήτρια) και τον ΟΙΚΟ ΝΑΥΤΗ (επί πολλά χρόνια υπεύθυνη εργαστηρίων) απ’ όπου συνταξιοδοτήθηκε το 2010.
Είναι παντρεμένη με τον παιδίατρο Σωτήρη Σωτηρόπουλο, εκδότη του Ιστορικού-Λαογραφικού περιοδικού “ΔΙΒΡΗ” και έχει τέσσερα παιδιά και ένα εγγόνι.
Στα γράμματα πρωτοπαρουσιάστηκε το 1975 με το πρώτο της βιβλίο “Ιστορία δίχως όνομα” και έκτοτε έχει γράψει συνολικά 14 βιβλία (διηγήματα, μυθιστορήματα, πεζογραφήματα, δοκίμιο, μυθιστορία, παιδικά αφηγήματα):
Ιστορία δίχως όνομα (διηγήματα) 1976
Αλίμονο στον άπατρι (διηγήματα)1981
Θηλυκός άνθρωπος (διηγήματα) 1982
Ιφιγένεια εν Ελλάδι (μυθιστόρημα) 1984, 1986
Το φως του κόσμου (μυθιστόρημα) 1987
Γρηγόρης Λαμπράκης, ο πρωτοπόρος ειρηνιστής γιατρός (μελέτη) 1988
Η ώρα της σιωπής (μυθιστόρημα)  1989
Πάνω από τον 38ο Βόρειο παράλληλο (ταξιδιωτική μυθιστορία) 1991
Στη σοφία της άγνοιας δόξα (ποιητικά πεζογραφήματα) 1993
Οι ιστορίες του μικρού Αλέξανδρου (παιδικό αφήγημα) 1993
Ο παππούς από την Οντέσα (διηγήματα) 1995
Ονείρου απατηλότερα (μυθιστόρημα) 1996
Επί πτερύγων ανέμων (επιφυλλίδες δημοσιευμένες στα «εξ αφορμής» της εφημερίδας ΑΥΓΗ) 1999
Παρασύνθημα Λαμπράκης (μελέτη) 2003
Το λογοτεχνικό της έργο έχει κριθεί πολύ ευνοϊκά από εξαιρετικές προσωπικότητες των Γραμμάτων και έχει τιμηθεί με σημαντικά λογοτεχνικά βραβεία. Την περίοδο 1989-1993 διηύθυνε το Ιατρολογοτεχνικό περιοδικό “ΚΑΣΤΑΛΙΑ”.
Παράλληλα με την επιστημονική και λογοτεχνική ενασχόλησή της, η Μαρία Αρβανίτη-Σωτηροπούλου έχει να επιδείξει πλούσια κοινωνική δράση με τη συμμετοχή της στα κινήματα Ειρήνης και Πολιτισμού.
·     Από το 1992 μέχρι σήμερα είναι πρόεδρος της “Πανελλήνιας Ιατρικής Εταιρείας Προστασίας Περιβάλλοντος και κατά της Πυρηνικής και Βιοχημικής Απειλής” που αποτελεί τον Ελληνικό κλάδο της βραβευμένης με Νόμπελ Ειρήνης (1985) “International Physicians for the Prevention of Nuclear War” (ΙPPNW). Διετέλεσε μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου της ΙPPNW και μέλος του Ευρωπαϊκού  κλάδου. Με την ιδιότητα της αυτή πραγματοποίησε δύσκολες και σημαντικές αποστολές στην Τουρκία, Αλβανία, Ιράκ και Γιουγκοσλαβία σε λίαν κρίσιμες περιόδους (΄Ιμια, πόλεμος στο Κόσοβο, Βελιγράδι, Βαγδάτη κ.λ.π.).
· Το 1995 πήρε βραβείο Ειρήνης Ιπεκτσί (Ελληνο-Τουρκικής φιλίας).
· Το 1996 εξελέγη 3η “Ελληνίδα Γυναίκα της Ευρώπης” στον ομόλογο θεσμό.
· Το 2000 Τιμήθηκε με το  δημοσιογραφικό βραβείο “ Χρυσό πενάκι – Παύλος Παλαιολόγος”.
· Είναι αντιπρόεδρος του «Παρατηρητηρίου Διεθνών Οργανισμών κατά της Παγκοσμιοποίησης»
· Είναι αντιπρόεδρος του Ιδρύματος «Σταύρος Καλλέργης».
· Αρθρογραφεί συχνά σε μεγάλης κυκλοφορίας αθηναϊκές εφημερίδες και περιοδικά πάνω σε θέματα υγείας, κοινωνικά, γυναικεία και ιδιαίτερα ενημέρωσης γύρω από την πυρηνική, βιολογική και χημική  απειλή.