Περιζήτητες οι πορσελάνες των ναζί

Στο Άλαχ της Βαυαρίας υπήρχε ένα εργοστάσιο πορσελάνης, το οποίο διαχειρίζονταν τα SS και βασιζόταν στην καταναγκαστική εργασία. Αντικείμενα που φτιάχτηκαν εκεί έχουν σήμερα ζήτηση από συλλέκτες.Πορσελάνινα αντικείμενα αξίας πολλών χιλιάδων ευρώ από το ιστορικό εργοστάσιο πορσελάνης στο Άλαχ της Βαυαρίας είναι σήμερα περιζήτητα σε όλο τον κόσμο. Το διαδικτυακό κατάστημα της Πορσελάνης Allacher (Allacher Porzellan) διαθέτει προς πώληση πολλών ειδών αυθεντικά κειμήλια, άλλα με πιο ρομαντικό στιλ κι άλλα με πιο έντονη πολιτική χροιά. Βέβαια αυτό το βαυαρικό εργοστάσιο πορσελάνης δεν είναι σαν όλα τα άλλα. Την περίοδο του εθνικοσοσιαλισμού ήταν ο βασικός προμηθευτής πορσελάνης του ναζιστικού καθεστώτος, των SS και βέβαια του αδίστακτου διοικητή τους Χάινριχ Χίμλερ.

Αν γυρίσει κανείς ανάποδα τα βάζα, τις διακοσμητικές φιγούρες ή τα κηροπήγια που κατασκευάζονταν εκεί θα βρει το διακριτικό τους γνώρισμα: γράμματα από το παλαιογερμανικό αλφάβητο. Αντίστοιχα λογότυπα είχαν και άλλες διάσημες γερμανικές πορσελάνες, όπως η Nymphenburg που είχε για λογότυπο τον γαλανόλευκο βαυαρικό θυρεό ή το Πρωσικό Βασιλικό Εργοστάσιο που είχε ως διακριτικό γνώρισμα ένα σκήπτρο. Ο Χάινριχ Χίμλερ δώριζε πάντως σε φίλους και γνωστούς του από τα SS μόνο πορσελάνες Allacher με προσωπικές αφιερώσεις, ενώ έκανε επίσης ακόμη και παραγγελίες για την κατασκευή συλλεκτικών συλλογών. Βέβαια για την κατασκευή όλων αυτών των αντικειμένων υποχρεώνονταν να εργαστούν κρατούμενοι από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Νταχάου. Υπάρχει επίσης μια φωτογραφία-ντοκουμέντο του Χίμλερ με τον Χίτλερ, μπροστά από μια συλλογή μαύρων, πορσελάνινων στρατιωτών. Είχαν φιλοτεχνηθεί από τον εικαστικό Ρίχαρντ Φέρστερ, που εργαζόταν στο εργοστάσιο του Άλαχ. Ήταν ένα δώρο για τα 55α γενέθλια του Φύρερ τον Απρίλιο του 1944.

Η ταύτιση με τους ναζί

Το εργοστάσιο πορσελάνης του Άλαχ ιδρύθηκε από τον ουγγρικής καταγωγής κατασκευαστή πορσελάνης Φραντς Νάγκι και τον ζωγράφο Καρλ Ντίμπιτς το 1920.Το εργοστάσιο κατασκευάστηκε σε ένα ιδιωτικό οικόπεδο στο Άλαχ κοντά στο Μόναχο. Για την πορσελάνη Allacher σχεδίαζαν επίσης ο Ρ. Φέρστερ και ο Τέοντορ Κέρνερ. Ο Ντίμπιτς έγινε από την πρώτη στιγμή πεπεισμένος εθνικοσοσιαλιστής και είχε επαφές με τις ναζιστικές ένοπλες δυνάμεις ασφαλείας υπό τον Χίμλερ. Στα τέλη της δεκαετίας του '30 τα SS ανέλαβαν τη διαχείριση του βαυαρικού εργοστασίου. Έκτοτε η Allacher παρασκεύαζε κυρίως δώρα για τα SS, τη Βέρμαχτ και τη ναζιστική αστυνομία. Το 1943 εργάζονταν εκεί έως και 100 κρατούμενοι στρατοπέδων συγκέντρωσης. Το 1937 ο κατάλογος της Allacher Porzellan περιείχε σχεδόν 80 μοντέλα. Μάλιστα είχαν παρουσιαστεί και σε ειδική έκθεση, και είχαν χαρακτηριστεί σε περιοδικό της εποχής ως «αντανάκλαση της εποχής, της ζωής και της εθνικής ταυτότητας» της Γερμανίας.

Όπως αναφέρει ο Άλμπερτ Κνολ, που εργάζεται στο αρχείο του Νταχάου, το ίδιο το αρχείο αγοράζει επίσης πορσελάνες Allacher για ιστορικούς λόγους. Αλλά δεν είναι ο μοναδικός ενδιαφερόμενος. Συλλέκτες από όλο τον κόσμο ανακαλύπτουν ξανά αυτές τις πορσελάνες που έχουν ταυτιστεί με τις μελανότερες σελίδες της γερμανικής ιστορίας.

Αλλά τι είναι αυτό που τους παρακινεί, απλά και μόνο η οικονομική τους αξία σήμερα ή μια νοσηρή νοσταλγία για το ναζιστικό παρελθόν; Ο Αντρέας Κνολ δεν μπορεί να απαντήσει με σιγουριά. Σίγουρα όμως οι πορσελάνες που έχουν σήμερα μεγάλη ζήτηση είναι αυτές που έχουν κάποια πολιτική σημασία. «Πούλησα πρόσφατα μια χρωματιστή πορσελάνη που απεικονίζει έναν στρατιώτη των SS για 50.000 ευρώ» αναφέρει για παράδειγμα ο Αντρέας Τίελ από το Νταχάου. Πάντως σήμερα μπορεί κανείς να βρει πορσελάνες Allacher τόσο σε καταστήματα με αντίκες ιδίως στη Βαυαρία αλλά ακόμη και στο ebay. Ωστόσο, όλοι όσοι ενδιαφέρονται ή αγοράζουν για συλλεκτικούς σκοπούς αυτές τις πορσελάνες οφείλουν να γνωρίζουν, αναφέρει ο Αντρέας Κνολ, ότι από πίσω τους κρύβεται μια απάνθρωπη ιδεολογία και ότι για αυτές εργάστηκαν κάτω από άκρως επικίνδυνες συνθήκες φυλακισμένοι του ναζιστικού καθεστώτος στα στρατόπεδα του θανάτου.

Μετά τον πόλεμο το εργοστάσιο κατασχέθηκε από τα αμερικανικά στρατεύματα. Έβαλε λουκέτο το 1978.

Γκέοργκ Έτσχαϊτ, dpa/ Δήμητρα Κυρανούδη