Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ ανοίγει τον παγκόσμιο διάλογο προσκαλώντας στο τραπέζι της συζήτησης προσωπικότητες που ζουν από κοντά τα προβλήματα, τις μη κατά καιρούς υλοποιήσιμες δεσμεύσεις της εκάστοτε εξουσίας, τις αγωνίες αλλά και τις ανησυχίες για το μέλλον του ελληνισμού.

Σε αυτό το διάλογο καλούνται να συμμετέχουν μετά από πρόσκληση της εφημερίδας, προσωπικότητες που με την άποψή τους θα καταγράψουν προβλήματα, θα προτείνουν λύσεις παρουσιάζοντας τις δικές τους απόψεις για ένα καλύτερο αύριο. Οι υποσχέσεις μέχρι τώρα της εκάστοτε εξουσίας ήταν πολλές, οι δεσμεύσεις ακόμα περισσότερες, οι πολιτικές ωστόσο και τα μέτρα δεν ακολούθησαν ποτέ το δρόμο της υλοποίησης. Σε αυτή την

πρώτη προσπάθεια συμμετέχουν ο Φαίδων Γ. Κοτσαμπόπουλος, Εκτελεστικός Αντιπρόεδρος Γερμανο-Ελληνικού Επιχειρηματικού Συνδέσμου DHW, ο Δημήτρης Κούρος Πρόεδρος Ένωσης Ιδιοκτητών Ακινήτων Απόδημου Ελληνισμού, ο Γιάννης Κορίνθιος (Ηγετικό στέλεχος της Ομογένειας Ιταλίας) και ο Ομότιμος Καθηγητής στο ΑΠΘ Ιωάννης Τουλουμάκος. 


Πώς θα ξανακερδιθεί η Διασπορά;

Είχε απολύτως δίκιο τον Δεκέμβριο του 2011 ο Αλέξης Παπαχελάς όταν σε κύριο άρθρο του στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ έγραφε για ποιούς λόγους η Ελλάδα πρέπει να ξανακερδίσει την Διασπορά. Από τότε δυστυχώς δεν έχει γίνει τίποτε. Το μητροπολιτικό κέντρο μένει βουβό. Codjambopoulos

Με τον ανασχηματισμό της Κυβέρνησης μετά την έξοδο της ΔΗΜΑΡ άλλαξε και ο Υφυπουργός Εξωτερικών αρμόδιος για τον Απόδημο Ελληνισμό και τα θέματα της Διασποράς ξαναβρέθηκαν στο επίκεντρο της πολιτικής συζήτησης. Ο ΄Ακης Γεροντόπουλος ξεκινά έναν αγώνα για την ανασύσταση του Υφυπουργείου, προσπαθώντας να μαζέψει τα ασυμμάζευτα, και την επαναδιατύπωση των σημαντικών θεμάτων που αφορούν την Διασπορά. Και όλα αυτά με προϊστάμενο έναν σκληρό και δύσκολο Υπουργό Εξωτερικών. Του ευχόμαστε καλή δύναμη και επιτυχία στο έργο του! 

Η Διασπορά της Κεντρικής Ευρώπης βρίσκεται γεωγραφικά, πληροφοριακά και συναισθηματικά πολύ κοντά στο μητροπολιτικό κέντρο, αγωνιά και μάχεται για την όσον το δυνατόν γρηγορότερη έξοδο του τόπου από την κρίση. Συγχρόνως βάλλεται από δύο πλευρές: από την μία πρέπει συνέχεια να δικαιολογείται στο εσωτερικό της χώρας για την πολιτική του κράτους όπου κατοικεί, αν δηλ. αυτή η πολιτική είναι κριτική προς την Ελλάδα ή δεν συμβαδίζει με την ιδεολογία του καθενός, και από την άλλη πρέπει να εξηγεί στις χώρες όπου ζει για ποιόν λόγο γίνονται όλα αυτά στην Ελλάδα και να αγωνίζεται καθημερινά για να αμβλύνει τις τόσες και τόσες προκαταλύψεις κατά των Ελλήνων. Γι αυτήν της την συμπεριφορά η Διασπορά δεν περιμένει κανένα ευχαριστώ από τον ελλαδικό κόσμο. Το κάνει από καθήκον και αγάπη για την πατρίδα.

Εκείνο όμως που επιζητεί η Διασπορά από το μητροπολιτικό κέντρο είναι μία σωστή, δίκαιη και ίση μεταχείρηση, κάτι δυστυχώς που μέχρι σήμερα αδυνατεί να της το προσφέρει η πολιτική και επιχειρηματική ελίτ της χώρας που θέλουν την Ελλάδα αποκλειστικό παιχνιδότοπο δικό τους και μόνον.

Τρία είναι τα βασικά ερωτήματα που απαιτούν άμεση και ειλικρινή απάντηση ώστε να υπάρξει αποφασιστική αλλαγή στάσης της Διασποράς και να ξανακερδιθεί αυτή σαν ισχυρός σύμμαχος:

1.      Επιθυμεί η πολιτική ελίτ της Ελλάδος την ίδρυση Υπουργείου Απόδημου Ελληνισμού ή όχι;

Οι Γενικές Γραμματείες και τα Υφυπουργεία που προϋπήρξαν δεν έφεραν το αποτέλεσμα που οροματιζόταν η Διασπορά. Χρησιμοποιήθηκαν από τις εκάστοτε κυβερνήσεις αποκλειστικά για κομματικούς και ψηφοθυρικούς λόγους. Κανένα αίτημα της Διασποράς δεν εισακούσθηκε ποτέ, καμμία πρόταση δεν εξετάσθηκε. Όλα τα ήξεραν οι «αρμόδιοι» που άλλαζαν κάθε έξη μήνες καλλίτερα, η Διασπορά δεν είχε ποτέ ιδέα. Μόνιμο επιχείρημα: «Αυτά στην Ελλάδα δεν γίνονται». Τελικά είδαμε το αποτέλεσμα και το τί πραγματικά γίνεται στην Ελλάδα. Πρέπει λοιπόν να υπάρξει τεκμηριωμένη ανάλυση των αιτιών και λόγων για τους οποίους το μητροπολιτικό κέντρο τελικά απέτυχε να οργανώσει έναν μόνιμο φορέα της ελληνικής διοίκησης που να έχει καταγράψει με επιστημονικά κριτήρια την δύναμη της Διασποράς και να έχει καλλιεργήσει μαζί της αγαθές σχέσεις μακρυά από μικροκομματικά και πελατειακά τερτίπια, κάτι που έτσι κι αλλοιώς αυτή απεχθάνεται και απορρίπτει.

2.      Επιθυμεί η πολιτική ελίτ της Ελλάδος χειραφετημένο και αυτόνομο φορέα της Διασποράς ή όχι;

Η πολιτική ελίτ της Ελλάδος ναι μεν ίδρυσε το Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού. Με την συνταγματική όμως κατοχύρωση του ΣΑΕ έπραξε μέγιστο πολιτικό λάθος. Διότι τώρα το κράτος είναι εξαναγκασμένο να διατηρήσει και να συντηρήσει με κάθε τρόπο έναν φορέα, ο οποίος δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στις προσδοκίες της Διασποράς, αποκλειστικά και μόνον επειδή προβλέπεται συνταγματικά. Έτσι φθάσαμε στο σημείο να χρηματοδοτείται ένας αμφιβόλου αντιπροσωπευτικότητας και λειτουργίας θεσμός υπό την στενή καθοδήγηση και επιτήρηση του κράτους. Πολύ προτιμώτερο θα ήταν το σύνταγμα να προέβλεπε γενικά και αόριστα έναν φορέα της Διασποράς με κατοχυρωμένο ρόλο. Από εκεί και πέρα μητροπολιτικό κέντρο και Διασπορά θα πρέπει από κοινού να ορίζουν κατόπιν διαβούλευσης και σύμφωνα με τις εξελίξεις ελλαδικά και παγκοσμίως όλες τις λεπτομέρειες ύπαρξης, ονόματος, οργάνωσης, εκπροσώπησης, γεωγραφικής παρουσίας κ.ο.κ. με σχετικό νόμο.

3.      Επιθυμεί η πολιτική ελίτ της Ελλάδος την ψήφο της Διασποράς ή όχι;

Η ιστορία αυτού του θέματος έχει πλέον πείσει την Διασπορά, ότι κανένα ελληνικό κόμμα δεν επιθυμεί την ενεργό συμμετοχή της Διασποράς στις εθνικές εκλογές. Αντιμετωπίζουν δε το θέμα με ανειλικρίνεια κοροϊδεύοντας επί μονίμου βάσεως την Διασπορά. Δεν τολμούν να πουν την αλήθεια και αυτό λειτουργεί εν τέλει εις βάρος τους. Προβάλλουν δήθεν προβλήματα άλλων κρατών, δυσκολίες εφαρμογής και αντιπροσωπευτικότητας και φόβους αλλοίωσης του εκλογικού αποτελέσματος, λες και επρόκειτο για εχθρούς του έθνους. Από την άλλη είναι γνωστό σε όλους, ότι υπάρχουν πρότυπα ευρωπαϊκών κρατών όπως αυτό π.χ. της Ιταλίας που λειτουργεί παραδειγματικά, άψογα και τελείως αρμονικά εδώ και πολλές δεκαετίες.

Αναμένοντας τις απαντήσεις του μητροπολιτικού κέντρου και των αρμοδίων ευχαριστούμε την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ που εγκαινιάζει τον διάλογο πάνω σε αυτά τα καυτά θέματα της Διασποράς και ευχαρίστως να επανέλθουμε με συγκεκριμμένες προτάσεις για τα παραπάνω σε επόμενο φύλλο.

Φαίδων Γ. Κοτσαμπόπουλος (Εκτελεστικός Αντιπρόεδρος Γερμανο-Ελληνικού Επιχειρηματικού Συνδέσμου DHW)

Επαναφορά του θεσμού μονίμου κάτοικου εξωτερικού!!

Η Ελλάδα είναι  από τις ελάχιστες χώρες μαζί με το Ισραήλ, που πριν την ίδρυσή τους ως κράτος, διέθεταν “διασπορά “. KOUROSΑς μην παραβλέπει κανείς ότι ακόμη και αυτή η ίδρυση του Νεοελληνικού Κράτους ήταν σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα ενεργειών της ελληνικής διασποράς που ζούσε στα εδάφη της τότε κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης και της Βορείου Αφρικής. Η διασπορά ήταν αυτή που  κατά την ίδρυση του Νεοελληνικού Κράτους συνείσφερε στην οικονομική ενίσχυσή του, ακόμη και στην χρηματοδότηση πολέμων για την απελευθέρωση ελληνικών εδαφών που κατείχε ακόμη η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ως εκ τούτου θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι οι σχέσεις της διασποράς με το μητροπολιτικό κέντρο ήταν πάντα ισχυρές και η ανιδιοτελής αγάπη της προς την χώρα καταγωγής της, την οδηγούσε να συνδράμει οικονομικά με την εισροή κεφαλαίων που είχαν αποκτηθεί στο εξωτερικό. Το μητροπολιτικό κέντρο αντιλαμβανόμενο την σημασία και την αξία αυτής της σχέσης θέσπιζε με ειδικές διατάξεις την ιδιαίτερη μεταχείριση των κεφαλαίων αυτών. Αυτό οδηγούσε στην άντληση κεφαλαίων από την διασπορά ανεξάρτητα από τις εκάστοτε οικονομικές συγκυρίες που επικρατούσαν στην Ελλάδα, συγκυρίες που κατά κανόνα ήταν αυτές των διαρκών οικονομικών προβλημάτων. Κάπως έτσι θεσπίστηκε ο θεσμός του «μονίμου κατοίκου εξωτερικού», όπως και ο νόμος περί προστασίας κεφαλαίων εξωτερικού , που τον τελευταίο καιρό επικρίνεται άδικα ως νόμος για την προστασία των εφοπλιστών, παραβλέποντας συγχρόνως ότι πρόκειται για προστασία κεφαλαίων που προέρχονται από εργασία στο εξωτερικό και όχι στο εσωτερικό της Ελλάδος.

Ο θεσμός του «μονίμου κατοίκου εξωτερικού» εξυπηρετούσε τον παραπάνω σκοπό και απευθυνόταν κατά κύριο λόγο στην μεγάλη μάζα των μεταναστών που μετανάστευσαν από το 1900 και μετά από την Ελλάδα σε διάφορα μέρη του κόσμου, με αποτέλεσμα να μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι δεν υπάρχει μέρος στην υφήλιο όπου να μην κατοικοεδρεύουν Έλληνες.  Για να χαρακτηριστεί κανείς «μόνιμος κάτοικος εξωτερικού» έπρεπε να κάνει σχετική αίτηση στα αρμόδια προξενεία και μετά από έλεγχο να καταχωρηθεί σχετική σφραγίδα στο διαβατήριό του. Έχοντας αυτή την καταχώρηση στο διαβατήριο, τα κεφάλαια που εισέρεαν από το πρόσωπο αυτό στην Ελλάδα, μπορούσαν, αν το επιθυμούσε, να τα επαναεξάγει στο νόμισμα που τα εισήγαγε. Η εισροή των κεφαλαίων αυτών γινόταν είτε μέσω τραπέζης είτε σε ρευστό κατά την επίσκεψη του Έλληνα του εξωτερικού στην Ελλάδα. Την σημασία των κεφαλαίων που εισέρευσαν με το τρόπο αυτό στην Ελλάδα την περίοδο 1960 μέχρι και τις αρχές του 2000 μπορεί να αντιληφθεί κανείς, αν αναλογιστεί τον αριθμό των ελληνικών τραπεζών στην Γερμανία εκείνο το διάστημα όπως και τα ποσά που μετέφεραν οι Έλληνες της διασποράς μαζί τους όταν έρχονταν για διακοπές στην Ελλάδα. Λόγω της ρύθμισης, ότι τα εισαγόμενα  κεφάλαια που διατίθενται για αγορά ακινήτων τυγχάνουν ιδιαίτερης μεταχείρισης, δηλ. απαλλάσσονται από τον φόρο απόκτησης ακίνητης περιουσίας και που μέχρι πρόσφατα ανερχόταν σε 11% της συμβολαιογραφικής αξίας του ακινήτου, οι Έλληνες της διασποράς το πρώτο που έκαναν, ήταν να αγοράζουν ένα σπίτι στο τόπο καταγωγής του η στην αμέσως μεγαλύτερη πόλη στην περιοχή αυτή. Έτσι θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς βάσιμα ότι τουλάχιστον στις περιοχές της Ηπείρου, Θεσσαλίας, Μακεδονίας και Θράκης, η ανοικοδόμηση των πόλεων των περιοχών αυτών βασίστηκε σε μέγιστο βαθμό στα κεφάλαια αυτά. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Θεσσαλονίκης, μιας πόλης που στην δεκαετία του 60 αριθμούσε περίπου 200.000 πληθυσμό και βρισκόταν σε διαρκή αντιπαλότητα με την Πάτρα, για το ποιά είναι η δεύτερη σε πληθυσμό μετά την Αθήνα. Έφτασε δε τις αρχές του 2000 να έχει πληθυσμό περί το 1 εκατομμύριο κα να καταστεί έτσι η “πρωτεύουσα” της Διασποράς της Κεντρικής Ευρώπης.

Η αμφίδρομη αυτή σχέση σταμάτησε τουλάχιστον για την διασπορά της Ευρώπης μετά την είσοδο του μητροπολιτικού κέντρο στην νομισματική ένωση (Ευρώ). Και αυτό όχι πως οι τότε κρατούντες συσκέφτηκαν και αποφάσισαν επί του θέματος αυτού, αλλά επειδή κάποιοι υπάλληλοι του Υπουργείου Οικονομικών στην προσπάθεια να αντλήσουν φόρους κατάργησαν την ρύθμιση περί «μονίμων κατοίκων εξωτερικού». Την θεώρησαν μάλιστα ως ρύθμιση άνευ σημασίας και που δήθεν μεροληπτεί υπέρ των συμφερόντων των Ελλήνων της διασποράς. Η απλοϊκή σκέψη ήταν, ότι «ο θεσμός του μονίμου κατοίκου εξωτερικού είχε σημασία όταν η χώρα χρειαζόταν συνάλλαγμα, ενώ τώρα έχουμε το ευρώ.” Η φαινομενικά σωστή αυτή σκέψη δεν είναι όμως λογική, διότι παρέβλεπε ότι η Ελλάδα δεν είχε ανάγκη  πλέον από συνάλλαγμα αλλά από κεφάλαια από το εξωτερικό.

Έτσι περίπου 10 έτη μετά από την «σοφή» αυτή απόφαση, οι οικονομικές συγκυρίες στο μητροπολιτικό κέντρο είναι τέτοιες που αυτό αναζητά εναγωνίως κεφάλαια για επενδύσεις στο εσωτερικό της χώρας, καθότι κατά γενική ομολογία οι κάτοικοι Ελλάδος, όπως διατείνονται οι ίδιοι, ούτε κεφάλαια διαθέτουν να επενδύσουν αλλά και ούτε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλουν φόρους!!! Η  συγκεκριμένη συγκυρία καθιστά πλέον επιτακτική την απανενεργοποίηση της διασποράς με σκοπό την εισροή κεφαλαίων στην ελληνική οικονομία. Η διασπορά σήμερα μπορεί να είναι πιο επιφυλακτική ή να μην είναι διατεθειμένη να ρισκάρει κεφάλαια δισεκατομμυρίων στην οικονομία της Ελλάδος. Όμως η διασπορά μπορεί να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανάπτυξη των βασικώντομέων  της ελληνικής οικονομίας, δηλ. του τουρισμού και της παραθεριστικής κατοικίας.   Και αυτό καθότι η διασπορά έβλεπε ανέκαθεν το μητροπολιτικό κέντρο όχι μόνον ως χωρά προέλευσης αλλά και ως χώρα διακοπών και χώρα στην οποία θέλει να διατηρεί τουλάχιστον ένα ακίνητο όπου θα διαμένει την περίοδο των διακοπών. Η διατήρηση αυτής της ζωντανής σχέσης μητροπολιτικού κέντρου και διασποράς είναι ζωτικής σημασίας για την ελληνική οικονομία αλλά και την εικόνα της χώρας έκτος ελληνικών συνόρων. Ως εκ τούτου η επαναφορά του θεσμού του «μονίμου κατοίκου εξωτερικού» συνδυασμένο με τις φορολογικές ελαφρύνσεις αναφορικά με την αγορά παραθεριστικής κατοικίας ή άλλων ακινήτων είναι πλέον επιτακτική.

Ο αντίλογος βέβαια θα μπορούσε να είναι ότι στα πλαίσια της Ενωμένης Ευρώπης είναι δύσκολο να μπορεί κανείς να διαχωρίσει τους Έλληνες του εξωτερικού από τους Έλλαδίτες πολίτες που εγκαταλείπουν για σύντομο χρονικό διάστημα την Ελλάδα και τα ελλαδικά κεφάλαια που εξάγονται τύποις για να εισαχθούν και πάλι με σκοπό να εκμεταλλευθούν τις ευεργετικές ρυθμίσεις που έχουν σχεδιαστεί αποκλειστικά για την διασπορά. Το δίλημμα αυτό είναι μόνον φαινομενικά υπαρκτό, διότι η ρύθμιση θα πρέπει να ισχύει για αλλοδαπούς και Έλληνες υπηκόους που διαμένουν και εργάζονται για τουλάχιστον 15 έτη στο εξωτερικό. Μάλιστα η απόδειξη της εκπλήρωσης των προϋποθέσεων θα μπορούσε να γίνεται με το ίδιο καθεστώς που ισχύει π.χ.  για την απαλλαγή από την υποχρέωση της θητείας στον ελληνικό στρατό.

Η Ένωση Ιδιοκτητών Ακινήτων Απόδημου Ελληνισμού (PropertyUnionofGreeksAbroad, PUGA)  ευελπιστεί, ότι ενόψει των μεταρρυθμίσεων το μητροπολιτικό κέντρο θα επαναφέρει σε ισχύ τις σωστές και αποδοτικές ρυθμίσεις που θα συνεισφέρουν όχι μόνο στην βαλλόμενη ελληνική οικονομία αλλά και θα αποκαταστήσουν την σχέση της διασποράς με το μητροπολιτικό κέντρο που έχει τόσο πληγωθεί συναισθηματικά τα τελευταία τρία χρόνια!

Δημήτρης Κούρος (Πρόεδρος Ενωσης Ιδιοκτητών Ακινήτων Απόδημου Ελληνισμού)

Η Ομογένεια  πρέπει να έχει κύρος, επιρροή, απήχηση, φωνή και βάρος εντός και εκτός της Ελλάδος

´Οταν μιλάμε για Ελληνισμό δεν πρέπει να ξεχωρίζουμε τον Απόδημο από τον Ελλαδικό Ελληνισμό. Η Ομογένεια είναι στενά συνδεδεμένη με το εθνικό κράτος και πρέπει να εξασφαλίσουμε την καλύτερη δυνατή επαφή των Ομογενών με το εθνικό κράτος.korinthios

Είναι υποχρέωση του κράτους, να στηρίζει τον Απόδημο Ελληνισμό, είτε ψηφίζει είτε όχι. Είναι επίσης χρέος των Ομογενών να ενδιαφέρονται για την πατρίδα και να στηρίζουν τις εθνικές πολιτικές στις χώρες όπου ζουν και ανάλογα με τις δυνατότητες που έχουν να επηρεάζουν την πολιτική των χωρών αυτών.

Η Ομογένεια και η Ελλάδα οφείλουν να είναι αλληλλένδετες και να εκφράζουν πρωτίστως  μια κοινή πολιτιστική ταυτότητα μέσα στα οικουμενικά πια πλαίσια του Ελληνισμού.

Η παροχή δικαιώματος ψήφου στους Ομογενείς θα πρέπει  να αφορά μόνο όσους συνδέονται με την καθημερινότητα της Ελλάδας και έχουν διατηρήσει την υπηκοότητά τους και έχουν δεσμούς με τον τόπο τους.

Δεν πρέπει να δοθεί απλά για να τιμηθεί η Ομογένεια, ούτε για να εξυπηρετηθούν κομματικές σκοπιμότητες σε ελλαδικό επίπεδο.

Το θέμα της ψήφου κατά τη γνώμη μου δεν υφίσταται. ´Οσοι έχουν διατηρήσει την εθνική τους ταυτότητα έχουν πάντα δικαίωμα ψήφου.

Η άμεση συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία  εν Ελλάδι δίνει στον Ομογενή την ευκαιρία να κατέβει στην Ελλάδα και να ξαναδεί την ιδαίτερη πατρίδα του. Απορριπτέο επομένως  κάθε εκλογικό κατασκεύασμα που να προβλέπει επιστολική ψήφο.

Στην Ιταλία η παροχή της ψήφου στους εκπατρισμένους Ιταλούς έχει καταλήξει σε φιάσκο και αποδείχτηκε φενάκη.

Οπωσδήποτε πρέπει να υπάρχει ένα «Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού» συνταγματικά κατοχυρωμένο που να δίνει τη δυνατότητα δυναμικής εκπροσώπησης της Ομογένειας με έμφαση στον ευρύτερο ρόλο της Ομογένειας στην προώθηση των εθνικών προτεραιοτήτων.

Το Συμβούλιο που θα προκύψει δεν θα έχει μόνο συμβουλευτικό ρόλο. Η Ομογένεια πρέπει να διαθέτει μεγάλη ακτίνα αποτελεσματικής δράσης και ισχυρή επιρροή στην διεθνή κοινωνία αλλά ταυτόχρονα φωνή, κύρος και βάρος σε όλα τα εθνικά μας θέματα.

Η Ομοσπονδία Ιταλίας και το Δίκτυο Νεολαίας Ιταλίας πήρε μέρος στη δημόσια διαβούλευση για το νέο ΣΑΕ  και πρότεινε μια ισχυρότερη εκπροσώπηση των νέων μέσα στο υπό διαμόρφωση  νέο θεσμικό σχήμα, που θα πρέπει να εκπροσωπεί το σύνολο των οργανωμένων αποδήμων. Σε κάθε βαθμιαίο ομογενειακό φορέα θα πρέπει να υπάρχει πάντα αναλογική εκπροσώπηση της Νεολαίας. 

Η θεσμική εκπρόσωπηση των αποδήμων θα πρέπει να διατηρήσει το προτεινόμενο οργανόγραμμα:

ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ ΠΟΛΕΩΝ, ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΕΣ ΧΩΡΩΝ,  ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΕΣ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΕΣ, ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΔΗΜΩΝ.

Το νέο «ΣΑΕ»  ή ΑΣΑ θα πρέπει να καλύπτει τα λειτουργικά του έξοδα με δικούς του πόρους ή με χορηγίες.

Το ίδιο πρέπει να ισχύει για κάθε ομογενειακό φορέα, που πρέπει να διαθέτει οικονομική αυτοδυναμία. Τα μέλη των Κοινοτήτων οφείλουν να συνεισφέρουν με ετήσιες συνδρομές, η κάθε Κοινότητα πρέπει να χρηματοδοτεί αναλογικά την Ομοσπονδία στην οποία εντάσσεται, η κάθε Ομοσπονδία  την Συνομοσπονδία της και όλες οι Συνομοσπονδίες το Ανώτατο Συμβούλιο Αποδήμων.

Θεωρώ εν κατακλείδι χρέος μας να αναθέσουμε στους νέους μας ηγετικές ευθύνες σε όλους τους ομογενειακούς φορείς. Και στην ηγεσία του ΑΣΑ πρέπει να υπάρχει οπωσδήποτε και εκπρόσωπος της Νεολαίας. 

Γιάννης Κορίνθιος (Ηγετικό στέλεχος της Ομογένειας Ιταλίας)

Σκέψεις για την ίδρυση Υπουργείου Απόδημου Ελληνισμού

Η θεσμική εκπροσώπηση της Ομογένειας, δηλ. των απανταχού της γης διαβιούντων, περίπου 5.500.000 Ελλήνων, Touloumakos01στην πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας, ανάλογη προς την σημασία της στην σύγχρονη εποχή, είχε συζητηθεί και στο πρόσφατο παρελθόν, ιδιαίτερα κατά την πέμπτη γενική συνέλευση της Παγκόσμιας Διακοινοβουλευτικής Ένωσης Ελληνισμού τον Αύγουστο του 2004, στο Ναύπλιο. Στη συνέλευση αυτή επιβεβαιώθηκε από τον τότε υφυπουργό Εξωτερικών η πρόθεση της κυβέρνησης για την ίδρυση Υφυπουργείου, μετά την κατάργηση της Γενικής Γραμματείας Απόδημου Ελληνισμού. Κατά την σημερινή κρίσιμη περίσταση για την χώρα, η συμπαράσταση της Ομογένειας καθίσταται υπερποτε άλλοτε αναγκαία,’ ένας αποτελεσματικός τρόπος εξασφάλισης της θα ήταν η ίδρυση Αυτόνομου Υπουργείου Απόδημου Ελληνισμού, με βασικούς σκοπούς:

1.    Την αντιμετώπιση των ποικίλων προβλημάτων και την ενίσχυση της πολιτιστικής -ιδιαίτερα – παρουσίας των Ελλήνων του Εξωτερικού στις διάφορες χώρες όπου ζουν, από τη μια μεριά, από την άλλη η σύσφιξη των δεσμών τους με την πατρίδα και η αξιοποίηση των δυνατοτήτων τους στα προβλήματα της εξωτερικής πολιτικής, ή ακόμη, όπου αυτό είναι αναγκαίο και δυνατό, σε τομείς της εσωτερικής, όπως η εκπαίδευση και η οικονομία. Η επιβαλλόμενη για την επίτευξη των σκοπών αυτών συνεργασία με την Εκκλησία, το Συμβούλιο Αποδήμου Ελληνισμού, την Διακοινοβουλευτική Ένωση, όπως και τις επιμέρους Ενώσεις και συλλόγους των Αποδήμων θα προσδώσει, ανεξάρτητα από τα κατά περίπτωση αποτελέσματα της, μια νέα διάσταση στην εθνική ζωή.

2.    Την προβολή και διάδοση του ελληνικού πολιτισμού σε παγκόσμια κλίμακα με τους αναγκαίους προς τούτο θεσμούς (όπως: Ινστιτούτα κατά το πρότυπο των γνωστών ξένων, Ολυμπιακοί αγώνες κλασσικού αθλητισμού Ελλήνων και αλλοδαπών νέων που μετέχουν της ελληνικής παιδείας, κατά το υπόδειγμα του εθνικού ευεργέτη Ε. Ζάππα, κ.α.) σε συνεργασία και με την Διακοινοβουλευτική Ένωση, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Καταστατικού της.

Στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του το Υ.Α.Ε. θα μπορούσε να αναλάβει την πρωτοβουλία και να έχει κατόπιν την κύρια ευθύνη για την λειτουργία ραδιοφωνικού και τηλεοπτικού σταθμού δορυφορικής εμβέλειας με βασικά χαρακτηριστικά των προγραμμάτων τους την προβολή της ιστορίας και των επιτευγμάτων των Ελλήνων που έζησαν εκτός της μητροπολιτικής Ελλάδος από την αρχαιότητα ως και την σύγχρονη εποχή.

Ιωάννης Τουλουμάκος (Ομότιμος Καθηγητής στο ΑΠΘ)