Γράφει ο Θεοδόσης Κυριακίδης Υπ. Διδάκτορας Νεότερης Ιστορίας.

Πολλοί έλληνες που ζουν σήμερα στην Αμερική, έλκουν την καταγωγή τους από τον Πόντο. Οι έλληνες μετανάστες ποντιακής καταγωγής ξεκίνησαν στις αρχές κυρίως του προηγούμενου αιώνα το μακρύ ταξίδι της ξενιτειάς για αναζήτηση μιας καλύτερης μοίρας. Οι περισσότεροι όμως απ’ αυτούς, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τον Πόντο και βρέθηκαν στην ξενιτειά κυρίως μετά τις συνέπειες της Γενοκτονίας και του ξεριζωμού. Αρκετές δεκαετίες νωρίτερα κάποιοι άλλοι είχαν κάνει την ίδια διαδρομή με διαφορετική όμως κατεύθυνση. Από την Αμερική προς τον Πόντο. Αυτοί ήταν οι ευαγγελικοί ιεραπόστολοι της αμερικάνικης εταιρίας American Board of Commissioners for Foreign Missions. Το όραμα που παρακίνησε τους ιεραποστόλους ν’ αφήσουν την πατρίδα τους και ν’ αναλάβουν ένα τόσο μακρινό, κουραστικό και αρκετές φορές ριψοκίνδυνο ταξίδι, ήταν η επιθυμία τους να διαφωτίσουν τον κόσμο και να εκσυγχρονίσουν τις παραδοσιακές κοινωνίες.

Η επιτροπή American Board of Commissioners for Foreign Missions ξεκίνησε έχοντας προγραμματίσει τον ευαγγελισμό των ιουδαίων και των μουσουλμάνων στην Παλαιστίνη, την μέση Ανατολή και τη Μικρά Ασία. Όταν το έργο τους αυτό δεν ευοδώθηκε, αποφάσισαν να στρέψουν τις ενέργειες τους μεταξύ των αρχαίων ανατολικών και ορθοδόξων Εκκλησιών των παραπάνω περιοχών και ειδικότερα της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Κατά την άποψη τους αυτοί οι χριστιανοί ζούσαν σε κατάσταση παρακμής και έπρεπε ν’ ανακαλύψουν ξανά την ουσία του Χριστιανισμού. Πέρα από την μη εκπλήρωση του αρχικού τους σκοπού, η στροφή προς τις αρχαίες ανατολικές και ορθόδοξες εκκλησίες έγινε γιατί: α) Επικρατούσε η άποψη μεταξύ των αμερικανών ιεραποστόλων ότι τα προτεσταντικά δόγματα υπερείχαν έναντι των ανατολικών και β) την ίδια αίσθηση υπεροχής ένιωθαν και για το μεγαλείο του δυτικού πολιτισμού έναντι του ανατολικού.

Τα χαρακτηριστικά της ιεραποστολικής δράσης των Προτεσταντών στον Πόντο αναπτύσσονται σε συνάρτηση με το βαθμό επιρροής που ασκούν στους οπαδούς τους οι ήδη υπάρχουσες θρησκείες και παράλληλα με τις ιδιαιτερότητες που κάθε ιεραποστολική ομάδα φέρνει από τη χώρα προέλευσης της.

Οι συγκεκριμένες ιεραποστολικές ομάδες των προτεσταντών, με την βοήθεια της παροχής παιδείας και της ιατρικής περίθαλψης κατάφεραν να εισχωρήσουν σε τμήματα του ελληνικού και του αρμένικου πληθυσμού. Τα κυριότερα μέσα, τα οποία διέθεταν και χρησιμοποιούσαν οι ιεραπόστολοι ήταν η ίδρυση σχολείων και η εκτύπωση προπαγανδιστικών φυλλαδίων. Έδωσαν ιδιαίτερη σημασία πέρα από το ιεραποστολικό έργο και σε τρεις επιπλέον τομείς: τον κοινωνικό, τον φιλανθρωπικό και τον εκπαιδευτικό. Σ’ όλους τους τομείς κατάφεραν δουλεύοντας με συστηματικό τρόπο να παράγουν σπουδαίο έργο σ’ ένα περιβάλλον που τις περισσότερες φορές δεν ήταν φιλικό απέναντι σ’ αυτούς και τις προθέσεις τους.

Οι ιεραποστολικές ομάδες των Προτεσταντών που έδρασαν στον Πόντο είχαν έδρα την Αμερική και στάλθηκαν από την ιεραποστολική επιτροπή American Board of Commissioners for Foreign Missions (ABCFM). Η επιτροπή αυτή ιδρύθηκε το 1810 στο Bradford της Μασσαχουσέτης και μεταφέρθηκε αργότερα στη Βοστώνη. Αρχικά τα περισσότερα μέλη της επιτροπής ανήκαν στην Προτεσταντική Καλβινιστική Εκκλησία των Congregationalists. Λίγα χρόνια αργότερα η A.B.C.F.M. αναγνωρίστηκε ως θρησκευτική εταιρία, εκπρόσωπος της ένωσης των τριών Καλβινιστικών Εκκλησιών Congregationalists (της Συναθροίσεως), Presbyterians (Πρεσβυτεριανοί) και Reformed (Μεταρρυθμισμένοι). Το 1870 αποχώρησαν οι Πρεσβυτεριανοί και ορισμένες από τις Μεταρρυθμισμένες Εκκλησίες και έτσι η A.B.C.F.M. πέρασε σχεδόν αποκλειστικά στα χέρια των Congregationalists.

Οι ιεραπόστολοι που στάλθηκαν από την Αμερική κατέφθασαν αρχικά στη Σμύρνη, έπειτα στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί διείσδυσαν μέσα στην επικράτεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας φθάνοντας και στον Πόντο. Με τα ιδιόκτητα τυπογραφεία που ίδρυσαν, τύπωσαν χιλιάδες ιεραποστολικά φυλλάδια, βιβλία και αντίτυπα της Αγίας Γραφής. Αρχικά το τυπογραφείο ιδρύθηκε στη Μάλτα (1822-1832) μεταφέρθηκε αργότερα στη Σμύρνη (1832-1853) και τέλος στην Κωνσταντινούπολη, όπου εξακολουθεί να βρίσκεται.

Η ιεραποστολική δράση των Προτεσταντών στον Πόντο είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθούν κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα δέκα περίπου ευαγγελικές κοινότητες με κυριότερες αυτές των Κοτυώρων, της Φάτσας, της Οινόης και της Αμισού. Οι ελληνικές ευαγγελικές οικογένειες στον Πόντο ανέρχονταν περίπου σε 500.

Τα κύρια μέσα με τα οποία ουσιαστικά σκόπευαν οι ιεραπόστολοι να εκτελέσουν το πρόγραμμα τους ήταν, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, οι εκδόσεις τους με θρησκευτικό και ηθικοπλαστικό περιεχόμενο, η διδασκαλία στα σχολεία που ίδρυαν οι ίδιοι και το θρησκευτικό κήρυγμα. Τα σχολεία που ίδρυσαν οι ιεραπόστολοι ήταν πάσης φύσεως, δηλαδή, πρώτης, μέσης και ανωτέρας εκπαιδεύσεως, αλληλοδιδακτικά, τεχνικής φύσεως και θεολογικά σεμινάρια για άνδρες και γυναίκες. Στις σχολές αυτές χρησιμοποιούσαν την αγγλική, την αρμενική, την ελληνική και την οθωμανική, γλώσσες των εθνών από τα οποία προέρχονταν οι μαθητές τους. Το γνωστό σήμερα Κολέγιο Ανατόλια, που βρίσκεται στο Πανόραμα της Θεσσαλονίκης, είναι το εκδιωχθέν από τη Μερζιφούντα του Πόντου Κολέγιο των αμερικανών ιεραποστόλων, που έχτισαν το 1886 με πρώτο πρόεδρο τον Dr. Charles C. Tracy. Η θετική συμβολή των ιεραποστόλων, εκτός από την πλήρωση της έλλειψης σχολικών βιβλίων ήταν και η έμφαση που έδωσαν στη γυναικεία εκπαίδευση και στη μόρφωση των κοριτσιών. Τα σχολικά βιβλία που εκτύπωσαν περιελάμβαναν αναγνωστικά, βιβλία ιστορίας, αριθμητικής, γενικού παιδαγωγικού και ηθικοπλαστικού περιεχομένου και εγχειρίδια γεωγραφίας και γραμματικής.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο αντέδρασε στην ίδρυση των προτεσταντικών, αλλά και των ρωμαιοκαθολικών σχολών και για τον λόγο αυτό ανασυγκρότησε την Πατριαρχική Κεντρική Εκπαιδευτική Επιτροπή το 1868 και σύστησε σε κάθε εκκλησιαστική περιφέρεια μια τοπική επιτροπή για τη δυνατότητα αντιδράσεως στις ξένες ιεραποστολές. Παράλληλα εξέδωσε κατά καιρούς διάφορες εγκυκλίους στις οποίες υποδείκνυε στους μητροπολίτες του Θρόνου τις κατάλληλες ενέργειες κατά του προσηλυτισμού. Τέλος, η ίδρυση της σχολής Γλωσσών και Εμπορίου στην Κωνσταντινούπολη ήταν άλλη μια προσπάθεια ν’ αναχαιτίσει τη διαρροή μαθητών προς τα σχολεία των ιεραποστόλων με το επιχείρημα κυρίως της εκμάθησης ξένων γλωσσών.

Οι ιεραποστολικές ομάδες προωθώντας το χριστιανικό πνεύμα, το οποίο κηρύττει την συμπαράσταση στον συνάνθρωπο, δημιούργησαν πολύ σημαντικές εστίες φιλανθρωπίας στην Εγγύς Ανατολή. Παράλληλα λοιπόν με την παιδεία η ιατρική επιστήμη και η φιλανθρωπία ήταν ο κυριότερος τρόπος με τον οποίο οι μισσιονάριοι κατάφεραν να εισχωρήσουν στους χριστιανούς της Μικράς Ασίας και του Πόντου.

Η φιλανθρωπία ήταν ο καλύτερος τρόπος προσέγγισης των αναξιοπαθούντων ελλήνων και αρμενίων. Φυσική συνέπεια των παραπάνω ήταν να δημιουργήσουν ιατρεία, νοσοκομεία, φαρμακεία, ορφανοτροφεία και γηροκομεία. Ομολογουμένως η ανθρωπιστική βοήθεια που πρόσφεραν οι ιεραποστολικές ομάδες ήταν πολύ σημαντική. Ιδιαίτερα δε κατά το τέλος του 20ου και τις αρχές του 21ου αιώνα, περίοδο κατά την οποία ο πληθυσμός στον οποίο ασκούσανε την ιεραποστολή τους υπέστη διωγμούς, γενοκτονία και τέλος οριστική εκρίζωση από τις πατρογονικές του εστίες. Σε συνεργασία με τον οργανισμό Near East Relief κατάφεραν και έσωσαν από την πείνα, τις αρρώστιες και τελικώς τον αφανισμό χιλιάδες οικογένειες και ορφανά. Από απομνημονεύματα καθολικών και προτεσταντών μισσιονάριων διαφαίνεται η ευεργετική τους δράση κατά την περίοδο αυτή.

Κάθε χρόνο η A.B.C.F.M. ξόδευε για τις δραστηριότητες της στην Οθωμανική Αυτοκρατορία 200.000 δολάρια, ενώ η περιουσία που είχε στον Πόντο ανερχόταν σε 14.000 δολάρια στη Μερζιφούντα, 10.000 στη Σεβάστεια και 2.000 στην Τοκάτη.

Τα αρχεία της American Board of Commissioners for foreign Mission βρίσκονται στο πανεπιστήμιο του Harvard στη βιβλιοθήκη Houghton Library στο Τμήμα χειρογράφων, στη Βοστώνη της Αμερικής, ενώ πολλές πληροφορίες για την ιεραποστολή τους παρέχουν τα περιοδικά Missionary Herald, Reports of the American Board of Commissioner for Foreign Missions, και Spirits of the Missions.

Σήμερα το μεγαλύτερο μέρος αυτών των ελλήνων ευαγγελικών ζει στην Κατερίνη στην Ελλάδα, στο «συνοικισμό των Ευαγγελικών», ενώ αρκετοί απ’ αυτούς ζουν στην Βοστώνη της Αμερικής.