Το γομάρι

Του εκπαιδευτικού-συγγραφέα Σωτήρη Οικονόμου

 

Η μέρα ήτανε μουντή!

Σύννεφα τύλιξαν τη γη!

Το ζώο ήθελε βοσκή,

όμως το φόρτωμα βαρύ,

που προξενούσε την οργή!

–  Τι γομάρι είν’ αυτό;

Λέγαν όλοι στο χωριό.

–  Πώς αντέχει; Δεν πονεί;

Τον καθένα συγκινεί!

Αφού τα άκουσε αυτά

με τα μεγάλα του αυτιά,

έβγαλε φωνή βαθειά,

που αντηχήσαν τα βουνά.

–  Γιατί σαμάρι να φορώ,

να ’χω καπίστρι στο λαιμό

και βάναυσο αφεντικό;

Τόσα βάρη κουβαλώ,

χωρίς εγώ ν’ αγκομαχώ!

Έχει νόημα αυτή η ζωή,

που είναι άπονη, πικρή;

–  Φύγε, για νά ’βρεις προκοπή!

Του απαντά ένα παιδί.

–  Κόψε το χονδρό σχοινί!

Ξέχνα σαμάρι και παχνί!

Πέτα σαν γοργό πουλί!

–  Ούτε που να το σκεφθώ,

να ενεργήσω έτσι εγώ.

Πού ’ναι τα πλατειά φτερά;

Είν’ τα μέλη μου βαριά!

– Έχεις πόδια εσύ γερά!

Τρέξε πέρα, μακριά!

–  Κι άμα θα ’ρθει τ’ αφεντικό;

–  Κλώτσα του κι άιντε από δω!

–  Είναι εύκολο αυτό;

–  Βεβαίως, μα και δυνατό!

Έχεις αρκετή ισχύ!

Την αγνοείς και αδρανεί!

Αν ξυπνήσει τώρα αυτή,

Θα κινήσει και τη γη!

–  Είμ’ αυτό που λες εγώ,

ένα γαϊδούρι  ισχυρό;

–  Άμα πιστέψεις, είν’ απλό

γαϊδούρι να ’σαι δυνατό

από τον κόσμο σεβαστό

κι όχι γομάρι στο ζυγό.

Έτσι ελεύθερα στη γη

θα τριγυρνάς βράδυ, πρωί,

χωρίς σαμάρι και παχνί,

χωρίς αφεντικό τραχύ.

 

 

    ΣΗΜΕΙΩΣΗ

          Γομάριον-γομάριν-γομάρι: Υποκοριστικό εκ του αρχαίου γόμος,

που σημαίνει φορτίο.

Το ζώο όνος πήρε την προσωνυμία γομάρι εκ του φορτίου, που μεταφέρει στην πλάτη του.

  Γάιδαρος-γαϊδάριον-γαϊδάριν-γαϊδάρι-γαϊδούρι: (Αραβικό:gadar-gaidar) Προσωνυμία της λέξης όνος.

Πιθανόν να ονομάστηκε έτσι από τον ήχο της φωνής του, ο οποίος είναι γνωστός ως «γκάρισμα».

Το ανωτέρω ποίημα προσπαθεί με αλληγορικό τρόπο να τονίσει

τόσο την τραγικότητα της σκλαβιάς, της εκμετάλλευσης και της

καταπίεσης, όταν αυτές υφίστανται, όσο και την αξία της αντίστασης και της επανάστασης, η οποία δύναται να επιφέρει την   πολυπόθητη ελευθερία, αφού εξέλθει από τον λήθαργο και τεθεί σε ισχύ το ανθρώπινο σύστημα δράσης και ενέργειας.

Το γαϊδούρι, όταν χάσει την ελευθερία του, γίνεται

γομάρι, που ζει όχι για τον εαυτό του, αλλά για να

υπηρετεί το αφεντικό του.

Έτσι λοιπόν και ο Έλληνας κατά τα χρόνια της πρώιμης ρωμαιοκρατίας έγινε δούλος του αυτοκράτορα, ενώ σ’ αυτά της ύστερης Ρωμιός, δηλαδή χριστιανός υπήκοος των Ρωμαίων.

Όταν όμως σκλαβώθηκε στους Οθωμανούς Τούρκους,

        μετονομάστηκε σε ραγιά, δηλαδή σκλάβο.   

Μήπως και κατά την χρονική περίοδο που διανύουμε ο Έλληνας

Πολίτης δεν έχει μεταβληθεί σε εκμεταλλεύσιμο πειραματόζωο

του διεθνούς και εντοπίου κέντρου ελέγχου του πνευματικού

και οικονομικού τομέα της ζωής του;