Ουδέτερη ή αλληλέγγυα; Η Γερμανία βρίσκεται μπροστά σε δίλημμα για τον ρόλο που διαδραματίζει στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, σχολιάζει ο Ρόναλντ Μαϊνάρντους.Η έρευνα διεξήχθη πριν από αρκετό καιρό, αλλά η εικόνα μάλλον δεν έχει αλλάξει: πριν από δύο χρόνια τα τρία τέταρτα των ερωτηθέντων στην Ελλάδα θεωρούσαν ότι η Γερμανία βρίσκεται στο πλευρό των Τούρκων στη διαμάχη μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας. Προκαλεί εντύπωση ότι πολλοί Τούρκοι είναι επίσης της γνώμης ότι το Βερολίνο υποστηρίζει μονομερώς τις ελληνικές θέσεις και αγνοεί τα συμφέροντα της Τουρκίας.

Είναι γεγονός ότι η Γερμανία έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών τα τελευταία χρόνια. Κάθε φορά που οι εντάσεις απειλούσαν να οξυνθούν, Γερμανοί διπλωμάτες βρίσκονταν σε ετοιμότητα. Το είδαμε το 2020 με καγκελάριο την Άνγκελα Μέρκελ. Πρόσφατα, το 2022 η γερμανική διαμεσολάβηση ήταν πολύ πιο διακριτική – και αρκετά αποτελεσματική, όπως θα δούμε πιο κάτω.

Στο αποκορύφωμα της κρίσης στην ανατολική Μεσόγειο το 2020, η Αθήνα κάλεσε το Βερολίνο να επιβάλει εμπάργκο όπλων στην Άγκυρα. Αυτό αφορούσε κυρίως έξι υπερσύγχρονα υποβρύχια που κατασκευάστηκαν στην Τουρκία με γερμανική σύμπραξη. Η άρνηση της Γερμανίας οδήγησε σε σοβαρή κρίση στις γερμανο-ελληνικές σχέσεις. Για τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης και μεγάλη μερίδα της κοινής γνώμης τα γερμανικά υποβρύχια ήταν μία ακόμη απόδειξη ότι οι Γερμανοί παίρνουν το μέρος του Ερντογάν.

Σήμερα, ένας άλλος τύπος όπλων απασχολεί τις κυβερνήσεις της Αθήνας και της Άγκυρας. Στον ανταγωνισμό για τα υπερσύγχρονα μαχητικά F-16 και F-35, η Ουάσιγκτον και όχι το Βερολίνο βρίσκεται στο προσκήνιο. Οι Αμερικανοί επέστρεψαν δυναμικά στη σκακιέρα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, συνδέοντας την πώληση των αεροσκαφών με σκληρούς πολιτικούς όρους.

Για τον Τούρκο πρόεδρο, ο οποίος είναι αποφασισμένος να εκσυγχρονίσει την πολεμική αεροπορία του, τα μαχητικά τύπου Eurofighter παραμένουν ένα ελκυστικό σχέδιο Β. Τα αεροσκάφη αυτά κατασκευάζονται από ευρωπαϊκή κοινοπραξία. Λονδίνο και Μαδρίτη έχουν ήδη εκδηλώσει ενδιαφέρον να κάνουν δουλειές με την Τουρκία. Προς το παρόν μια συμφωνία κολλάει στην αντίθεση του Γερμανού καγκελάριου Όλαφ Σολτς. Το γεγονός ότι ένα βέτο του Βερολίνου εμποδίζει την παράδοση σύγχρονων όπλων στην Τουρκία δεν συμβιβάζεται εύκολα με το ευρέως διαδεδομένο αφήγημα στην Ελλάδα ότι η Γερμανία είναι πάντα με το μέρος της Τουρκίας.

Μελέτη του ιδρύματος Friedrich Ebert

Πρόσφατη μελέτη του Ιδρύματος Friedrich Ebert για το ρόλο της Γερμανίας στις ελληνοτουρκικές σχέσεις καταγράφει λεπτομερώς τη γερμανική στρατηγική: “Οι καλές σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας είναι σημαντικές όχι μόνο για τις δύο χώρες, αλλά και για την Ευρώπη”, δήλωσε ο Όλαφ Σολτς με την ευκαιρία της επίσκεψής του στην Αθήνα τον Οκτώβριο του 2022. .

Ως απάντηση στις προκλήσεις Ερντογάν και στις συνεχείς παραβιάσεις της ελληνικής κυριαρχίας στον εναέριο χώρο του Αιγαίου, το Βερολίνο στήριξε επανειλημμένα και επιδεικτικά τις θέσεις της Ελλάδας. Η δήλωση της Γερμανίδας υπουργού Εξωτερικών Αναλένα Μπέρμποκ, η οποία ουσιαστικά εξέφρασε το αυτονόητο, ότι δηλαδή “τα ελληνικά νησιά είναι ελληνικό έδαφος και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να το αμφισβητήσει” προκάλεσε αίσθηση στην Ελλάδα – και όχι μόνο εκεί.

Ο τότε υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου παραπονέθηκε ότι το Βερολίνο είχε χάσει την αντικειμενικότητά του στην ελληνοτουρκική διένεξη: “Η Γερμανία έχει ενεργήσει ως έντιμος διαμεσολαβητής στο παρελθόν. Ακολούθησε μια ισορροπημένη προσέγγιση, αλλά πρόσφατα είδαμε ότι αυτή η ισορροπία έχει δυστυχώς χαθεί”, ανέφερε ο Τσαβούσογλου.

Ή φανερώνει το στρατηγικό δίλημμα της γερμανικής πολιτικής. Από τη μία πλευρά το Βερολίνο επιδιώκει να λειτουργήσει ως διαμεσολαβητής και ως εκ τούτου είναι υποχρεωμένο να παραμείνει ουδέτερο. Από την άλλη πλευρά, καλείται να επιδείξει αλληλεγγύη προς την Ελλάδα, μια χώρα με την οποία διατηρεί στενούς δεσμούς, όχι μόνο λόγω της κοινής συμμετοχής τους στην ΕΕ.

Οι εμφανείς προσπάθειες του Βερολίνου για ισορροπία, οι οποίες επικρίνονται στην Ελλάδα ως “πολιτική ίσων αποστάσεων”, συνοδεύονται από στοχευμένες διπλωματικές παρεμβάσεις στο παρασκήνιο. Η αποτελεσματικότητα της πολιτικής διαμεσολάβησης μακριά από τα πρωτοσέλιδα αποδείχτηκε τον Δεκέμβριο του 2022, όταν κορυφαίοι διπλωμάτες από την Ελλάδα και την Τουρκία βρέθηκαν για πρώτη φορά μετά από μήνες σε ένα τραπέζι στις Βρυξέλλες με πρωτοβουλία του Βερολίνου και συμφώνησαν να ξαναρχίσουν τον “παγωμένο” διάλογο.

Εκ των υστέρων η γερμανική διαμεσολάβηση μπορεί να περιγραφεί ως η αρχική σπίθα μιας διαδικασίας που απέκτησε δυναμική μετά τους καταστροφικούς σεισμούς στην Ανατολία, τον Φεβρουάριο του 2023, και οδήγησε σε νέα φάση αποκλιμάκωσης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Αποκορύφωμα αυτής της διαδικασίας, η οποία ξεκίνησε με τη διακριτική βοήθεια της γερμανικής διπλωματίας, είναι η Σύνοδος Κορυφής των Αθηνών της 7ης Δεκεμβρίου του περασμένου έτους με τις φιλόδοξες συμφωνίες της.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ