Το φετινό Νόμπελ Ειρήνης πηγαίνει στη Μαρία Ρέσσα από τις Φιλιππίνες και τον Ντμίτρι Μουράτοφ από τη Ρωσία, τιμώντας τη δράση τους υπέρ της ελευθερίας της έκφρασης.Η Μαρία Ρέσσα είναι αρχισυντάκτρια της ερευνητικής πύλης Rappler. Η 58χρονη, η οποία μέχρι πρότινος εργαζόταν ως ρεπόρτερ για το αμερικανικό ραδιοτηλεοπτικό δίκτυο CNN στη Νοτιοανατολική Ασία, ήρθε αντιμέτωπη με πολλαπλές κατηγορίες στις Φιλιππίνες. Το 2020 καταδικάστηκε για συκοφαντία. Η οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων Human Rights Watch επέκρινε τη δικαστική απόφαση τότε ως επίθεση κατά της ελευθεροτυπίας. Η ίδια η Ρέσσα χαρακτηρίζει από πλευράς της τις αποφάσεις της δικαστικής εξουσίας «πολιτικά υποκινούμενες».

Ο Ντμίτρι Μουράτοφ, 59 ετών, ίδρυσε τη ρωσική εφημερίδα Novaja Gazeta το 1993 μαζί με κάποιους συναδέλφους του. Παρά τους φόνους συναδέλφων του και τις απειλές που δέχθηκε, αρνήθηκε να κάνει συμβιβασμούς στην ανεξαρτησία της εφημερίδας του – τουναντίον «υπερασπίστηκε με συνέπεια τα δικαιώματα των δημοσιογράφων», δήλωσε ο Ράις-Άντερσεν. Έξι δημοαιογράφοι της συγκεκριμένης εφημερίδας, η οποία ασκούσε κριτική στην πολιτική του Κρεμλίνου, σκοτώθηκαν ή πέθαναν κάτω από ανεξήγητες συνθήκες. Μία από αυτές ήταν η Άννα Πολιτκόφσκαγια, η οποία δολοφονήθηκε μπροστά στην οικία της στη Μόσχα το 2006. Ο βραβευμένος με Νόμπελ Ειρήνης στο παρελθόν και πρώην Πρόεδρος της Σοβιετικής Ένωσης, Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, είναι ένας από τους μετόχους της Novaya Gazeta.

Η Ρέσα και ο Μουράτοφ εκπροσωπούν όλους τους δημοσιογράφους που υποστηρίζουν ενεργά την ελευθεροτυπία και την ελευθερία του λόγου «σε έναν κόσμο, στον οποίο οι συνθήκες για τη δημοκρατία και την ελευθερία του Τύπου επιδεινώνονται διαρκώς», τόνισε επίσης ο πρόεδρος της νορβηγικής επιτροπής Νόμπελ.

Το Νόμπελ Ειρήνης, το οποίο συνοδεύεται από ένα χρηματικό έπαθλο ύψους περίπου 985.000 ευρώ, θεωρείται το πιο διάσημο πολιτικό βραβείο. Πέρυσι δόθηκε στο Παγκόσμιο Πρόγραμμα Σίτισης (World Food Programme) των Ηνωμένων Εθνών, το οποίο τιμήθηκε, μεταξύ άλλων, για την καταπολέμηση της πείνας στον κόσμο.

Οι νικητές του Νόμπελ στις κατηγορίες Ιατρική, Φυσική, Χημεία και Λογοτεχνία είχαν ήδη ανακοινωθεί κατά τη διάρκεια της εβδομάδας. Ανάμεσά τους και δύο Γερμανοί: ο μετεωρολόγος Κλάους Χάσελμαν και ο χημικός Μπέντζαμιν Λιστ. Ο τελευταίος Γερμανός που τιμήθηκε με το Νόμπελ Ειρήνης ήταν ο καγκελάριος της Δυτικής Γερμανίας, Βίλι Μπραντ, ο οποίος έλαβε το βραβείο το 1971 για την «πολιτική ύφεσης», την λεγόμενη Οστπολιτικ, την οποία ακολούθησε απέναντι στην Ανατολική Γερμανία και την ανατολική Ευρώπη.

Ένα μυστικό 50 ετών

Το Νόμπελ Ειρήνης είναι το μοναδικό από τα Νόμπελ που ανακοινώθηκε όχι στη Στοκχόλμη, αλλά στο Όσλο. Την απόφαση για τη βράβευση λαμβάνει μια πενταμελής επιτροπή η οποία εκλέγεται από το νορβηγικό Κοινοβούλιο. Σκοπός είναι να τιμήσει εκείνους που είχαν την «μεγαλύτερη συνεισφορά στην αδελφοποίηση των εθνών, στην κατάργηση ή τη μείωση των στρατιωτικών δυνάμεων και στη διεξαγωγή και προώθηση ειρηνευτικών διαδικασιών».

Φέτος προτάθηκαν συνολικά 329 υποψήφιοι: 234 προσωπικότητες και 95 οργανισμοί. Τα ονόματα των υποψηφίων θα παραμείνουν μυστικά για 50 χρόνια.

Τα βραβεία Νόμπελ επιστρέφουν στη διαθήκη του Σουηδού βιομήχανου Άλφρεντ Νόμπελ (1833-1896), ενώ σύμφωνα με την παράδοση αποδίδονται την ημέρα θανάτου του, στις 10 Δεκεμβρίου. Επιπλέον από το 1969 γίνεται και η απονομή ενός βραβείου Οικονομίας, το οποίο όμως δεν συμπεριλαμβανόταν στη διαθήκη του Νόμπελ, αλλά εισήγαγε η Σουηδική Κεντρική Τράπεζα. H ανακοίνωση του φετινού νικητή θα γίνει την ερχόμενη Δευτέρα.

dpa, Χρύσα Βαχτσεβάνου