Φρανκφούρτη: Eπιστροφή στους κλασικούς

Μια νέα ματιά στην αρχαία Ελλάδα.

Γράφει η Γκέλλυ Ανδρονίκου-Γκάσμαν.

 

 

     Δύο τμήματα, δύο αίθουσες, δύο χρώματα. Μ’ αυτό το πρωτότυπο στήσιμο ο επισκέπτης εισέρχεται στην έκθεση »Zurück zur Klassik, Ein Neuer Blick auf das alte Griechenland», που παρουσιάζει από τις 8/2 έως τις 26/5 2013 το Liebighaus της Φρανκφούρτης, το πιο σημαντικό μουσείο γλυπτών στον κόσμο. Καθώς ανοίγει τις βαριές πορτοκαλί κουρτίνες στην είσοδο του πρώτου τμήματος, δοκιμάζει μια έκπληξη. Το πρώτο έκθεμα που αντικρίζει είναι το υπερμέγεθες λεύκωμα του διάσημου φωτογράφου Χέλμουτ Νιούτον, με τις πασίγνωστες σε όλους μας ασπρόμαυρες γυμνές καλλιτεχνικές φωτογραφίες. Και αναρωτιέται παραξενεμένος ποια σχέση υπάρχει μεταξύ αυτής της σύγχρονης μορφής τέχνης με το θέμα της έκθεσης περί αρχαίου κλασικού ελληνικού πολιτισμού. Αμέσως όμως αντιλαμβάνεται το σκεπτικό του διοργανωτή. Διότι υπάρχει σχέση, και μάλιστα μεγάλη. Οι γυμνές φωτογραφίες παραπέμπουν συνειρμικά στις καλαίσθητες μορφές των αγαλμάτων του αρχαιοελληνικού κλασικού πολιτισμού που μιλούν από μόνες τους για την ιδανική ομορφιά του σώματος αλλά και του πνεύματος. Είναι, αν το σκεφτεί κανείς, η απεικόνιση του ίδιου θέματος, δηλαδή του γυμνού ανθρώπινου σώματος, κάτω από διαφορετικές τεχνικές και δοσμένες σε εντελώς διαφορετικές εποχές: η μία στην αρχαιότητα, η άλλη στις μέρες μας. Κι όμως, μοιάζουν τόσο μεταξύ τους…

 

     Από κει και πέρα ξεκινά ένα ταξίδι στο χρόνο και στην τέχνη, το οποίο οδηγεί τον επισκέπτη βήμα προς βήμα πίσω στο λαμπρό παρελθόν του αρχαιοελληνικού κλασικού πολιτισμού. Με αφετηρία τον 20ό αιώνα μεταφερόμαστε σιγά σιγά προς τα πίσω, κάνοντας στάση σε όλους τους σημαντικούς σταθμούς της ιστορίας της τέχνης: από τον κλασικισμό του 20ού αιώνα μεταβαίνουμε στον ευρωπαικό κλασικισμό του 1770-1840, από την Αναγέννηση στο Μεσαίωνα, από την περίοδο της ακμάζουσας ρωμαικής αυτοκρατορίας στους Ελληνιστικούς Χρόνους κι από την αρχαία κλασική περίοδο στην προκλασική. Τα βήματα αυτά σκοπό έχουν να μας παρουσιάσουν όλες τις εκφάνσεις της αρχαιοελληνικής κλασικής τέχνης όπως την είδαν, τη θαύμασαν και τελικά την αντέγραψαν οι μεταγενέστεροι, από τους οποίους έχουμε πάντα μια δεδομένη αλλά διαστρεβλωμένη εικόνα στο μυαλό μας για το τι είναι κλασικό. Σκοπός της έκθεσης είναι να »απελευθερώσει» αυτά τα έργα από την παρερμηνεία των αντιγράφων τους και να μας δώσει την ευκαιρία να γνωρίσουμε τον αληθινό αρχαιοελληνικό κλασικό πολιτισμό μέσα από έργα μου μιλούν πραγματικά γι’ αυτόν. Καταλήγοντας στο τέρμα, στα αυθεντικά αρχαιοελληνικά αγάλματα και αντικείμενα λατρείας της κλασικής και προκλασικής περιόδου, του 5ου και 4ου αιώνα π.Χ. αντίστοιχα, φτάνουμε παράλληλα και στο τέλος της περιήγησής μας, που είναι η αρχή όλων, η αρχή των πάντων. Διότι πάνω σε αυτά τα αυθεντικά δημιουργήματα είναι πλασμένος όλος ο κόσμος όπως τον ξέρουμε μέχρι σήμερα, εκεί βρίσκεται η αρχή και η βάση όλων των επιτευγμάτων: η φιλοσοφική διανόηση, η τεχνολογία, η επιστήμη, η αρχιτεκτονική, η ιδεολογία, η γλώσσα, όλες δηλαδή οι μορφές του πολιτισμού. Εξ ου και ο τίτλος αλλά και το νόημα αυτής της έκθεσης: η επιστροφή δηλαδή στις κλασικές αξίες και τα κλασικά ιδεώδη, με τη ματιά μας στραμμένη στις αυθεντικές κλασικές αρχαιοελληνικές δημιουργίες. Αφετηρία μας το παρόν και τερματικός σταθμός το παρελθόν, ένα ένδοξο παρελθόν πάνω στο οποίο βασίστηκε όλη η δομή του κόσμου όπως είναι διαμορφωμένος μέχρι τις μέρες μας. Είναι το ταξίδι του ανθρώπου πίσω στις κλασικές αξίες, για να βρει και πάλι νόημα στο σύγχρονο κόσμο που ζούμε και ο οποίος έχει χάσει κάθε αξία.

 

     Και ξαφνικά, περίπου στο μέσο της έκθεσης, το έντονο και προκλητικό πορτοκαλί χρώμα που κυριαρχεί στους τοίχους της πρώτης αίθουσας αλλάζει, γίνεται σκούρο γκρι. Το πορτοκαλί σβήνει και ξεθωριάζει. Είναι το »κακό» χρώμα, που αποπροσανατολίζει το βλέμμα μας από το αυθεντικό κλασικό. Ας μην ξεχνάμε ότι πολλές αυθεντικές κλασικές δημιουργίες χάθηκαν στο πέρασμα των αιώνων. Έτσι, η εικόνα μας για την ομορφιά τους άλλαξε, παραποιήθηκε, αφού δε βλέπουμε πια το αυθεντικό αλλά την κόπια του, δε θαυμάζουμε το πρωτότυπο αλλά το αντίγραφο. Τα αντίγραφα δεν αντανακλούν την πραγματική ομορφιά και αίγλη των πρωτοτύπων τους. Ακόμη και τα υλικά από τα οποία είναι φτιαγμένα αλλοιώθηκαν ή αντικαταστάθηκαν από άλλα πιο ευτελή. Ο μπρούντζος που χρησιμοποιούνταν αρχικά, ακριβό υλικό για την τότε εποχή, αντικαταστάθηκε από το μάρμαρο, πιο οικονομικό υλικό. Γι’ αυτό και πάντα η σκέψη μας »τρέχει» στο μάρμαρο ως το κατεξοχήν υλικό κατασκευής των αρχαίων αγαλμάτων. Το γκρι του ανθρακίτη, από την άλλη, στο υπόλοιπο μισό της πρώτης αίθουσας, αποδεικνύεται το »καλό» χρώμα. Κι αυτό γιατί μεταβαίνουμε σιγά σιγά στον πραγματικό κόσμο της ερμηνείας της τέχνης, στον κόσμο των αυθεντικών κλασικών ελληνικών εκθεμάτων. Εδώ δημιουργείται ένα παιχνίδι μεταξύ φωτός και σκιάς. Αρχαία ελληνική τέχνη δεν είναι μόνο τα λευκά, φωτεινά μαρμάρινα αγάλματα που ξέρουμε, είναι και άλλα πολλά φτιαγμένα από το σκούρο μέταλλο του μπρούντζου, σκοτεινά και ηδυπαθή, που δεν είναι ιδιαίτερα διαδεδομένα στο κοινό. Με αυτά μάς φέρνει σε επαφή η συγκεκριμένη έκθεση, γι’ αυτά θέλει να μας μιλήσει, γι’ αυτά που δεν τα γνωρίζουμε ίσως όσο θα έπρεπε. Και πάνω σ’ αυτά συντελείται όλο το παιχνίδισμα των φωτοσκιάσεων, που τους δίνει μια άλλη μεταφυσική διάσταση. Αυτά είναι τα πρωτότυπα, που πάνω στο σμιλεμένο, δουλεμένο και στην παραμικρή λεπτομέρεια επιφάνεια του μετάλλου τους ανακαλύπτουμε μια άλλη ομορφιά, μια τέχνη αλλά και τεχνική δύσκολη για να αναδείξει όλη τη χρωματική παλέτα του μπρούντζου ως υλικού γλυπτικής. Αυτά είναι η αληθινή τέχνη, μαζί βέβαια με τα μαρμάρινα. Εξάλλου, πώς μπορεί κάποιος να ξεχάσει ότι ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός έφτασε στο απαύγασμα της δόξας του τον 5ο αιώνα π.Χ. όταν ο Περικλής με το Χρυσό Αιώνα του μεγαλούργησε και μέσω αυτού άνθισαν οι τέχνες και τα γράμματα. Αυτή η περίοδος είναι γραμμένη στην ιστορία με χρυσά γράμματα, αφού οι καλλιτέχνες της εποχής προσέγγισαν τον άνθρωπο από ένα εντελώς διαφορετικό πρίσμα, ως ολότητα. Για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας η διανόηση, οι πλαστικές τέχνες και η ζωγραφική άγγιξαν την τελειότητα. Ένα τόσο υψηλό επίπεδο τέχνης ήταν επόμενο να μείνει ανεπανάληπτο στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού.

 

     Όμως το ταξίδι στο χρόνο, η επιστροφή στους κλασικούς, δεν τελειώνει μόνο με την παρουσίαση της τέχνης. Είναι και η τεχνική, το άλλο νόημα της λέξης »τέχνη», εξίσου σημαντική. Η τεχνική έχει να κάνει περισσότερο με την ευρηματικότητα του τεχνίτη-καλλιτέχνη να αποδώσει με κάθε λεπτομέρεια και την πιο λεπτή έκφραση του προσώπου, και την πιο μικρή κίνηση του σώματος, σαν να το βλέπουμε ζωντανό μπροστά μας. Σ’ αυτό το υποτμήμα της έκθεσης ανήκει ένα σπουδαίο έκθεμα, η κεφαλή του πολεμιστή Riace A, το μπρούντζινο άγαλμα του οποίου ανακάλυψαν το 1972 στις ακτές της Καλαβρίας. Ειδικά γι’ αυτή την έκθεση οι αρχαιολόγοι έδωσαν τα φώτα τους ώστε να καταφέρουν να ανακατασκευάσουν από το πρωτότυπο την κεφαλή του αγάλματος και να μας την παρουσιάσουν όπως εκείνοι εικάζουν πως ήταν φτιαγμένη από το χέρι του δημιουργού της. Πρόκειται για ένα αρχαιολογικό πείραμα που κέρδισε το στοίχημα της επιστημονικής έρευνας.

 

     Το ταξίδι μας όμως συνεχίζεται με την έλευσή μας σε μια άλλη  σφαίρα: εκείνη της αρχέγονης φιλοσοφίας. Καθώς ανοίγουμε στο τέλος της πρώτης αίθουσας τις δεύτερες, σκούρες γκρι κουρτίνες, μια σκάλα μάς οδηγεί στα άδυτα της φιλοσοφικής σκέψης δύο μεγάλων προσωκρατικών φιλοσόφων: του Παρμενίδη και του Εμπεδοκλή. Ο τίτλος της δεύτερης αίθουσας »Δώματα νυκτός» δε δόθηκε τυχαία, αφού εκεί επικρατεί το απόλυτο σκοτάδι. Πρόκειται για μια κατάδυση του επισκέπτη στο βαθύ και ανεξάντλητο δρόμο της φιλοσοφίας, αφού η φιλοσοφική σκέψη δε γνωρίζει ποτέ τέλος. Ο Παρμενίδης θεωρείται η πλέον πρωτότυπη μορφή της προσωκρατικής σκέψης. Είναι ο ιδρυτής του κλάδου της οντολογίας, ο πρώτος που αναφέρεται στο »είναι», στο »ον». Το »είναι», που αφορά σε κάθε ον, αποτελεί το μοναδικό αντικείμενο της Αλήθειας. Η Αλήθεια ασχολείται με το αμετάβλητο »είναι» και χρειάζεται το μυστικό και σιωπηλό κόσμο της νύχτας, του σκότους, για να αποκαλυφθεί. Βασισμένο στο έμμετρο φιλοσοφικό ποίημα του Παρμενίδη »Περί Φύσεως», γραμμένο σε δακτυλικό εξάμετρο, το δεύτερο και πιο μυστικοπαθές τμήμα της έκθεσης μας εισαγάγει στην κοσμολογία και κοσμογονία της εποχής των δύο φιλοσόφων. Ο Εμπεδοκλής, από τη μεριά του, είναι το σύμβολο της ποιητικής μεγαλοφυίας, από τους σπουδαιότερους αντιπροσώπους της προσωκρατικής ελληνικής φιλοσοφίας. Κατ’ αυτόν, η γέννηση του κόσμου και οι κοσμικές μεταβολές ανάγονται σε τέσσερις θεμελιώδεις υποστάσεις, τα ριζώματα. Δεν είναι άλλα από τα τέσσερα στοιχεία που όλοι μας γνωρίζουμε: γη, νερό, φωτιά και αέρας. Μέσα στη σκοτεινή αίθουσα με το όνομα »Κόσμος» δεσπόζουν δύο αντικριστές γιγαντοοθόνες. Ο επισκέπτης ακούγοντας και διαβάζοντας σ’ αυτές όρους από το φιλοσοφικό στοχασμό των δύο φιλοσόφων, οδηγείται με βιωματικό τρόπο, με τη βοήθεια σύγχρονων οπτικοακουστικών μέσων, στην Αλήθεια της εποχής των προσωκρατικών, στην Αλήθεια του τότε αληθινού κόσμου.

 

     Και πάλι όμως το ταξίδι δε σταματά εκεί. Πηγαίνει ακόμη πιο βαθιά, στον κόσμο του ερέβους, στον κόσμο από τον οποίο δεν υπάρχει γυρισμός. Μερικοί στίχοι από την τραγωδία του Ευριπίδη »Ελένη» μάς δίνουν το στίγμα για το τι πρόκειται να δούμε. Το υποτμήμα του δεύτερου μέρους της έκθεσης έχει να κάνει με τον κόσμο της παντοτινής και αιώνιας σιωπής, παρουσιάζοντάς μας ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα ταφικών αναθημάτων και στηλών. Γιατί κι από αυτά, παρόλο που επρόκειτο για έργα ζωγραφικής με σκοπό να εκφράσουν τη λύπη αλλά και την τιμή των ζώντων προς τους τεθνεώτες, δε λείπει η »Ποικιλία» και »Χάρις», όπως μας εξηγεί το κείμενο που πλαισιώνει την παρουσίασής τους.

 

     Η έκθεση »Επιστροφή στους κλασικούς, Μια νέα ματιά στην αρχαία Ελλάδα» είναι στημένη με ιδιοφυή τρόπο, παρέχοντάς μας τη δυνατότητα να δούμε, να θαυμάσουμε και να συγκρίνουμε από κοντά περίπου ογδόντα καταπληκτικά εκθέματα από τα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου (Βρετανικό Μουσείο, Μουσείο του Λούβρου, Μουσείο Ερμιτάζ της Αγίας Πετρούπολης, Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης, Γλυπτοθήκη Μονάχου κ.ά.), που έχουν να καταδείξουν πολλά νέα στοιχεία και να ρίξουν νέο φως στα έργα της κλασικής αρχαιοελληνικής τέχνης. Οι διοργανωτές έφεραν επίσης και νέα ευρήματα τα οποία εκτίθενται για πρώτη φορά στο κοινό, όπως εκείνα από το Πορτιτσέλο και το Μπρίντεζι της Ιταλίας, της πάλαι ποτέ Μεγάλης Ελλάδας. Η έκθεση δεν εστιάζει μόνο στα αγάλματα από μπρούντζο, προβάλλει και νέα εκθέματα από το χώρο της ζωγραφικής, όπως τον πρόσφατα συντηρημένο επιτοίχιο πίνακα (φρέσκο) από τον -κατά πάσα πιθανότητα- μακεδονικό τάφο του Φιλίππου του Β’ της Βεργίνας, σε συνεργασία με το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Στο χώρο κυριαρχούν επίσης πολλά κεραμικά, αμφορείς με ζωγραφικές αναπαραστάσεις θεών και ηρώων που μας επισημαίνουν τη μοναδικότητα της κλασικής αρχαιοελληνικής ζωγραφικής, τέχνης που διόλου δεν υστερούσε στα χρόνια του κλασικού πολιτισμού από τις άλλες τέχνες.      

 

     Τελικά, μέσα από αυτή μας την περιήγηση στην ιστορία της αρχαίας ελληνικής κλασικής τέχνης, τα έργα της οποίας μιλούν από μόνα τους μέσα από το ζωντανό παιχνίδισμα των φωτοσκιάσεων, καταλήγουμε και πάλι στην ίδια αρχική διαπίστωση: ότι τα πάντα κινούνται και περιστρέφονται γύρω από τον αρχαίο ελληνικό κλασικό πολιτισμό και την άφταστη φιλοσοφική διανόηση των Ελλήνων φιλοσόφων, τις ρίζες του οποίου συναντάμε σε όλες τις χώρες της Ευρώπης. Σ’ αυτά τα έργα αποδεικνύεται ότι ανατρέχει πάντα, σε κάθε εποχή, κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος για να εξαγάγει συμπεράσματα για τη ζωή και την πορεία του στο σύγχρονο κόσμο. Κι εμείς, ως Έλληνες, αισθανόμαστε πάντα υπερήφανοι για τον αρχαίο λαμπρό πολιτισμό μας, τον οποίο δωρίσαμε απλόχερα σε όλη την ανθρωπότητα.