Ένα ντοκιμαντέρ για έναν από τους διασημότερους αλλά και αμφιλεγόμενους φωτογράφους του εικοστού αιώνα κάνει την πρεμιέρα του αυτές τις ημέρες στις σκοτεινές αίθουσες. Η DW μίλησε με τον σκηνοθέτη.O τίτλος του ντοκιμαντέρ «Helmut Newton: The Bad and the Beautiful» (Χέλμουτ Νιούτον: Η ωραία και το κτήνος) είναι εμπνευσμένος από το διάσημο μελόδραμα του σκηνοθέτη Βινσέντε Μινέλι της δεκαετίας του 1950, στο οποίο πρωταγωνιστούν οι Κερκ Ντάγκλας και Λάνα Τάρνερ. Ο σκηνοθέτης Γκέρο φον Μπεμ επέλεξε σκόπιμα τον ίδιο τίτλο. Όπως αναφέρει μιλώντας στη Deutsche Welle, η ταινία του Μινέλι αναφέρεται στο παρασκήνιο της ζωής στο Χόλιγουντ μέσω ιστοριών από ανερχόμενους αλλά και αποτυχημένους ηθοποιούς – το ντοκιμαντέρ εξερευνά τον κόσμο της μόδας μέσα από τον φακό του φωτογράφου από τα παρασκήνια της ζωής των πετυχημένων στον χώρο: πλούσιων και όμορφων. Μέσα από τις φωτογραφίες του «αφηγούταν συχνά ιστορίες που έκρυβαν μυστικά ή που θα μπορούσαν να μας κάνουν να σκεφτούμε ότι συνέβη κάτι τρομερό».

Το κτηνώδες και το ωραίο στο έργο του

Ο Χέλμουτ Νιούτον γεννήθηκε στο Βερολίνο το 1920 και πέθανε σε αυτοκινητιστικό ατύχημα στο Λος Άντζελες το 2004. Εβραίος την καταγωγή, φυγαδεύτηκε λίγο μετά την ενηλικίωσή του, αρχικά στην Σιγκαπούρη και στην συνέχεια στην Αυστραλία.

Κάτι για το οποίο συχνά κατακρίθηκε, μεταξύ άλλων από την αμερικανίδα συγγραφέα Σούζαν Σόνταγκ ή τη γερμανίδα φεμινίστρια Άλις Σβάρτσερ, ήταν η αμφιλεγόμενη, για κάποιους κλισέ και ταπεινωτική, απεικόνιση του γυναικείου σώματος, καθώς έβαζε συχνά τα μοντέλα του να ποζάρουν γυμνά. «Για πολλούς ήταν ένα „κακό» ή „άτακτο» αγόρι, όπως τον αποκαλούσε πάντα και η σύζυγός του», σημειώνει ο φον Μπεμ. «Ήταν σε κάθε περίπτωση αναρχικός. Με το έργο του ανέτρεψε ένα μεγάλο κομμάτι του κατεστημένου στην τέχνη της φωτογραφίας εκείνη την εποχή».

Όσο για την «ωραία» στον τίτλο, αναφέρεται προφανώς στις πολλές, όμορφες γυναίκες, οι οποίες εμφανίζονται και στο ντοκιμαντέρ: Ιζαμπέλα Ροσελίνι, Σάρλοτ Ράμπλινγ, Άννα Γουίντουρ, Γκρέις Τζόουνς, Νάντια Άουερμαν, Κλάουντια Σίφερ, Μάριαν Φέιθφουλ και βεβαίως η σύζυγός του Τζουν Μπράουν.

Η κάθε επανάσταση στην εποχή της

Ταιριάζει άραγε το έργο ενός «λευκού γέρου, ο οποίος φωτογραφίζει νεαρές γυμνές γυναίκες» στο σήμερα, με φόντο το κίνημα #MeToo; «Πρέπει να δει κανείς τον Νιούτον και τη δουλειά του σε άμεση σύνδεση με την περίοδο κατά την οποία τραβήχτηκαν αυτές οι φωτογραφίες», επισημαίνει ο σκηνοθέτης. Η σεξουαλική επανάσταση στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στις αρχές της δεκαετίας του 70 συνέπεσε με το ζενίθ στην καριέρα του Χέλμουτ Νιούτον. Και παράλληλα η φωτογραφία μόδας έζησε την απόλυτη επανάσταση», προσθέτει.

«Όσες γυναίκες πόζαραν γυμνές το έκαναν εθελοντικά, ποτέ δεν αναγκάστηκαν από κανέναν να φωτογραφηθούν έτσι», τονίζει ο σκηνοθέτης. Για μερικές μάλιστα, προσθέτει ο φον Μπεμ, ήταν μια πράξη απελευθέρωσης, όπως για την νεαρή Σάρλοτ Ράμπλινγκ. Επίσης, η τραγουδίστρια Μάριαν Φέιθφουλ, η οποία μεγάλωσε σε ένα αυστηρά καθολικό περιβάλλον, αποκαλύπτει σε συνέντευξή της στο ντοκιμαντέρ πώς Νιούτον την «ελευθέρωσε από τη σεμνοτυφία των καθολικών μοναχών».

Η επιρροή της Λένι Ρίφενσταλ στο έργο του

Υπάρχει όμως και ακόμη μια γυναίκα που αναφέρεται στο ντοκιμαντέρ: η Λένι Ρίφενσταλ. Η διάσημη φωτογράφος και σκηνοθέτις, γνωστή για τις ταινίες προπαγάνδας των Εθνικοσοσιαλιστών, διαμόρφωσε επίσης την αισθητική του Χέλμουτ Νιούτον. «Ποτέ δεν το αρνήθηκε. Γιατί θα έπρεπε άλλωστε;» διερωτάται ο φον Μπεμ. Στο ντοκιμαντέρ ο ίδιος ο Νιούτον εξηγεί τους τρόπους με τους οποίους τον επηρέασε το έργο της αμφιλεγόμενης σκηνοθέτιδας: «Ο φωτισμός που χρησιμοποιούσε, οι αποχρώσεις και μερικές από τις πόζες…».

Παρόλο που θα ήταν παραπλανητικό να πούμε ότι ο Χέλμουτ Νιούτον, όντας μάλιστα Εβραίος, ήταν εφάμιλλος της Λένι Ρίφενσταλ, σύμφωνα με την Ιζαμπέλα Ροσελίνι φωτογράφιζε τις γυναίκες όπως εκείνη τους άντρες. Επιπλέον ανέδειξε με το έργο του πώς συχνά γυναικεία και ανδρικά χαρακτηριστικά μπορούν να γίνονται ένα.

Γιόχεν Κίρτεν

Επιμέλεια: Χρύσα Βαχτσεβάνου