Όταν η ΕΣΣΔ εγκατέστησε τους πυραύλους SS-20 μέσου βεληνεκούς, κλιμακώθηκε ο Ψυχρός Πόλεμος. Το ΝΑΤΟ απάντησε με την λεγόμενη «διπλή απόφαση» για να κρατήσει την στρατηγική ισορροπία Δύσης και Ανατολής.Επί δεκαετίες ΝΑΤΟ και Σύμφωνο της Βαρσοβίας ήταν άσπονδοι εχθροί. Τη δεκαετία του 1970 εμφανίστηκαν κάποια σημάδια ύφεσης. Πάνω από 35 χώρες, μεταξύ των οποίων οι ΗΠΑ και η Σοβιετική Ένωση, υπέγραψαν στις 21 Ιουνίου του 1975 στο Ελσίνκι, μετά από διαπραγματεύσεις δύο χρόνων, συμφωνία για το απαραβίαστο των συνόρων και της ειρηνικής διευθέτησης των διαφορών. Η υπογραφή της λεγόμενης Τελικής Πράξης της Διάσκεψης για την Ασφάλεια και Συνεργασία στην Ευρώπη (ΔΑΣΕ) έδωσε ελπίδες για λιγότερες εντάσεις.

Πύραυλοι SS-20: 80 φορές ισχυρότεροι από τη βόμβα στη Χιροσίμα

Στην πραγματικότητα όμως ο ανταγωνισμός σε θέματα εξοπλισμού ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή δεν είχε σταματήσει – το αντίθετο. Το 1977 η Σοβιετική ΄Ενωση αιφνιδίασε τη Δύση με μια πρωτοβουλία στον τομέα των πυρηνικών όπλων. Εκσυγχρόνισε τα συστήματα πυραύλων μέσου βεληνεκούς στην ανατολική Ευρώπη με πυραύλους μεγαλύτερης ακριβείας. Επρόκειτο για τους SS-20 την 20η γενιά πυραύλων «εδάφους – εδάφους». Αυτοί θεωρούνται και οι πιο επικίνδυνοι πυρηνικοί πύραυλοι μέσου βεληνεκούς στην Ευρώπη, καθώς διαθέτουν δύναμη κρούσης 80 φορές μεγαλύτερη από τη βόμβα που έπεσε στη Χιροσίμα, ένας εφιάλτης για την Ευρώπη και τους στρατηγούς της Δύσης. Ήταν η αρχή ενός νέου κεφαλαίου στον Ψυχρό Πόλεμο. Ο τότε καγκελάριος Χέλμουτ Σμιτ είδε την στρατηγική ισορροπία της Ευρώπης και την ασφάλεια της Δυτικής Γερμανίας να κινδυνεύει. Το 1977 ο Σμιτ σε ομιλία του στο Ινστιτούτο Στρατηγικών Σπουδών του Λονδίνου πρότεινε τον εξοπλισμό της Δύσης με πυραύλους μέσου βεληνεκούς, οι οποίοι μάλιστα κατά την άποψή του θα έπρεπε να εγκατασταθούν σε γερμανικό έδαφος. Δύο χρόνια αργότερα το ΝΑΤΟ διατύπωσε τη δική του απάντηση στους σοβιετικούς λεονταρισμούς.

Στις 12 Δεκεμβρίου του 1979, πριν από ακριβώς 40 χρόνια, ψήφισε τη λεγόμενη «διπλή απόφαση». Προέβλεπε διαπραγματεύσεις αφοπλισμού με τη Σοβιετική Ένωση, αλλά περιελάμβανε και μιαν απειλή: Σε περίπτωση που δεν προχωρούσε η μείωση των πυραύλων, οι ΗΠΑ θα είχαν το δικαίωμα σε 4 χρόνια, δηλαδή τέλος του 1983, να εγκαταστήσουν κι αυτές στην Ευρώπη πυραύλους μέσου βεληνεκούς – ένα παιχνίδι με τη φωτιά. Η Σοβιετική Ένωση δεν προσήλθε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και μερικές ημέρες αργότερα, στις 24 Δεκεμβρίου του 1979, σοβιετικά στρατεύματα κατέλαβαν το Αφγανιστάν. Τα μέτωπα σκλήρυναν, ΝΑΤΟ και Σύμφωνο Βαρσοβίας συνέχιζαν στο δρόμο των εξοπλισμών. Ως αντίδραση σε αυτήν την κλιμάκωση εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι κατέβηκαν στους δρόμους σε Δυτική και Ανατολική Γερμανία. «Οι διαδηλωτές ήταν της άποψης ότι εάν εμπόδιζαν την εγκατάσταση αμερικανικών πυραύλων, αυτό δεν θα σήμαινε μόνο ότι εμποδίζουν μια νέα κούρσα εξοπλισμών ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή, αλλά και το ξέσπασμα ενός πολέμου», δήλωσε ο ιστορικός Μάνφρεντ Γκερτεμάκερ.

Μακριά από ένα κόσμο χωρίς πυρηνικά όπλα

Το ειρηνευτικό κίνημα εξελίχθηκε σε παράγοντα της πολιτικής και αναδείχθηκε σε γόνιμο έδαφος για το κίνημα των Πρασίνων, οι οποίοι το 1983 εισήλθαν ως κόμμα στην ομοσπονδιακή βουλή. Για αυτούς την εικόνα του εχθρού αναπαριστούσε ο πρόεδρος Ρόναλντ Ρήγκαν, που εξελέγη πρόεδρος των ΗΠΑ το 1981. Ο Ρήγκαν κινήθηκε στο μονοπάτι του ανταγωνισμού στον τομέα των εξοπλισμών και ελάχιστα ενδιαφέρθηκε για διαπραγματεύσεις αφοπλισμού. Υπό πίεση βρέθηκε και ο γερμανός Χέλμουτ Σμιτ, ακόμη και μέσα στο κόμμα του, λόγω και των ενδοιασμών του απέναντι στη «διπλή απόφαση». Ο διάδοχός του, Χέλμουτ Κολ, συνέχισε στην πολιτική του προκατόχου του: Στις 22 Νοεμβρίου του 1983 η βουλή ενέκρινε την εγκατάσταση αμερικανικών πυραύλων μέσου βεληνεκούς, τύπου Pershing II. Ο Χορστ Τσέλνικ, στενός συνεργάτης του Κολ, έλεγε ότι, όταν ο Κολ έγινε καγκελάριος, συνέπεσε με το απόγειο του Ψυχρού Πολέμου. «Το 1983 είχαμε 500.000 διαδηλωτές στους δρόμους. Σήμερα γνωρίζουμε ότι η KGB και η Στάζι στήριξαν όλο αυτό αφενός οικονομικά, αφετέρου έμψυχο δυναμικό. Ο Κολ θεωρούσε σωστή την στάση του Σμιτ, ότι δηλαδή δεν θα απαλλαγούν από τους σοβιετικούς πυραύλους, παραμόνο στηρίζοντας τη στάση «αν δεν αφοπλιστεί η άλλη πλευρά, τότε κι εμείς θα συνεχίσουμε τους εξοπλισμούς».

Τα επόμενα γεγονότα με την άνοδο του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ στην εξουσία οδήγησαν σε μία ιστορική αλλαγή. Το 1987 δεσμεύτηκαν οι δύο πλευρές να προχωρήσουν στην καταστροφή όλων των πυραύλων βεληνεκούς από 500 σε 5.500 χιλιόμετρα. Το 1991 ακολούθησε η συμφωνία SΤART για την μείωση των πυραύλων μεγαλύτερου βεληνεκούς. Για τον τότε υπουργό Εξωτερικών Χανς Ντίτριχ Γκένσερ η «διπλή απόφαση» του ΝΑΤΟ έδωσε τον σπινθήρα για τον αφοπλισμό. Το αποτέλεσμα δεν ήταν μόνο μείωση των πυραύλων, αλλά η εξαφάνισή τους.

Και σήμερα; Οι Πράσινοι που γεννήθηκαν μέσα στο ειρηνευτικό κίνημα, έχουν καθιερωθεί στη γερμανική πολιτική. Η συμφωνία αφοπλισμού του 1987 τέθηκε φέτος εκτός ισχύος. Στη Γερμανία δεν υπάρχουν σταθμευμένοι ατομικοί πύραυλοι, αλλά ατομικές βόμβες στην περιοχή του Άϊφελ, στη Ρηνανία. 40 χρόνια μετά τη «διπλή απόφαση» του ΝΑΤΟ η ανθρωπότητα συνεχίζει να βρίσκεται σε έναν κόσμο με πυρηνικά όπλα.

Ραλφ Μπόζεν

Επιμέλεια: Ειρήνη Αναστασοπούλου