Σε κατάσταση σοκ βρίσκονται πολλές βρετανικές επιχειρήσεις, καθώς αντιλαμβάνονται τις συνέπειες και τα γραφειοκρατικά εμπόδια που φέρνει το Brexit. Υπάρχουν περιθώρια επαναδιαπραγμάτευσης με τις Βρυξέλλες;Μία απλή, καθημερινή πλέον σκηνή στο λιμάνι του Χούκ φαν Χόλαντ αποκαλύπτει για το Brexit περισσότερα από τις ατέρμονες δηλώσεις και αναλύσεις των τελευταίων ημερών: Ένας Βρετανός ταξιδιώτης περιμένει για έλεγχο με το αυτοκίνητό του, ο τελωνειακός πλησιάζει και του παίρνει μέσα από τα χέρια ένα σάντουιτς με ζαμπόν, τυλιγμένο σε αλουμινόχαρτο. «Κατά την είσοδό σας στην ΕΕ δεν επιτρέπεται να έχετε μαζί σας συγκεκριμένα είδη τροφίμων όπως κρέας, λαχανικά, ψάρι, φρούτα και τα συναφή», τον ενημερώνει. Ο ταξιδιώτης κοιτάει με απορία και ρωτάει μήπως μπορεί τουλάχιστον να πετάξει το ζαμπόν και να κρατήσει το βουτυρωμένο ψωμί. «Λυπάμαι, πρέπει να τα κατασχέσουμε όλα», λέει ο τελωνειακός υπάλληλος. «Καλωσήρθατε στο Brexit, sorry…»

Απρόσμενες συνέπειες του «διαζυγίου»

Τις τελευταίες ημέρες οι βρετανικές εφημερίδες είναι γεμάτες ιστορίες και μαρτυρίες για τις συνέπειες του Brexit, που πολλοί δεν περίμεναν. Η Daily Mail διαμαρτύρεται για τη «γραφειοκρατία στα λιμάνια» και απαθανατίζει άδεια ράφια στα βρετανικά σούπερ-μάρκετ με εμφανείς ελλείψεις σε φρέσκα λαχανικά, σαλάτες, πορτοκάλια. Στο Παρίσι η αλυσίδα Marks & Spencer κάνει λόγο για ελλιπή ανεφοδιασμό στο τμήμα τροφίμων, επισημαίνοντας ότι είναι πλέον αδύνατον να εισαγάγει τα προϊόντα της στην ΕΕ. Εκπρόσωποι του κλάδου παρελαύνουν στα τηλεοπτικά στούντιο της Βρετανίας, καλώντας την κυβέρνηση να επαναδιαπραγματευθεί τη συμφωνία με την ΕΕ.

Ο αρμόδιος υπουργός Μάικλ Γκόουβ προειδοποιεί ότι τις επόμενες εβδομάδες ενδέχεται να υπάρξουν «σοβαρές διαταραχές στα σύνορα», καθώς όλο και περισσότερα φορτηγά θα υπόκεινται σε όλο και πιο αυστηρούς τελωνειακούς ελέγχους. Από τις αρχές του 2021 η κίνηση στο λιμάνι του Καλαί έχει μειωθεί κατά 75%, αλλά αυτό οφείλεται στα αυξημένα φορτία των τελευταίων ημερών του 2019. Μόλις η κίνηση επανέλθει σε κανονικά επίπεδα, αναμένεται να πολλαπλασιαστούν τα προβλήματα.

Οι μεταφορικές εταιρίες αποχωρούν

Η γαλλική αστυνομία προειδοποιεί ότι άρχισε ήδη να διενεργεί πιο αυστηρούς ελέγχους, καθώς δεν προβλέπεται μεταβατική περίοδος. Η πλοιοκτήτρια εταιρία DFDS, που εκτελεί μεταφορές από και προς τη Μ.Βρετανία, επισημαίνει ότι αναγκάζεται να αποκλείσει πολλά φορτηγά, που δεν διαθέτουν πλέον τα απαραίτητα έγγραφα, από τα δρομολόγιά της. Η εταιρία μεταφορών DPD διακόπτει τις δραστηριότητές της μέχρι τα μέσα της εβδομάδας, προσπαθώντας να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Το ίδιο κάνουν ορισμένες μεταφορικές εταιρίες, καθώς εκτιμούν ότι δεν τους συμφέρουν πλέον ο τεράστιος χρόνος αναμονής των οδηγών και οι επίπονες διατυπώσεις.

«Σήμερα βλέπουμε μόνο την κορυφή του παγόβουνου», λέει ο Μάρτιν Πάλμερ, οικονομικός αναλυτής της εταιρίας Hurricane. Πρόκειται κυρίως για εταιρίες που χρησιμοποιούν τη Μ.Βρετανία ως εφαλτήριο για την ενιαία ευρωπαϊκή αγορά και αποστέλλουν τα προϊόντα τους σε όλη την Ευρώπη μέσω ηλεκτρονικής παραγγελίας. Παράδειγμα: Για ρούχα που έχουν κατασκευαστεί στο Μπαγκλαντές και εισάγονται στην Αγγλία καταβάλλονται δασμοί. Όταν μεταφέρονται προς πώληση σε χώρα της ΕΕ, θα πρέπει σύμφωνα με τη νέα νομοθεσία να επιβληθούν εκ νέου δασμοί, ευρωπαϊκοί αυτή τη φορά, εκτός αν πρόκειται για ρούχα που έχουν κατασκευαστεί κατά 50% στη Μ.Βρετανία- κάτι που δεν ισχύει κατά κανόνα. Έτσι, πολλές βρετανικές επιχειρήσεις, ακόμη και ονόματα διεθνούς φήμης όπως τα πολυκαταστήματα John Lewis ή ο οίκος Forthum & Mason, έχουν διακόψει μέχρι νεωτέρας τις αποστολές προϊόντων στην ΕΕ κατόπιν ηλεκτρονικής παραγγελίας.

Ένας γραφειοκρατικός εφιάλτης

Πριν τα Χριστούγεννα ο επικεφαλής των φορολογικών υπηρεσιών της Μ.Βρετανίας, μιλώντας στη Βουλή των Κοινοτήτων, έκανε λόγο για ένα πρόσθετο κόστος έως επτά δισεκατομμύρια λίρες ετησίως για τη βρετανική οικονομία- ποσό που λίγο πολύ αντιστοιχούσε στην ετήσια συνδρομή του Λονδίνου για τον κοινοτικό προϋπολογισμό. Από τη στιγμή που μία χώρα αποχωρεί από την Τελωνειακή Ένωση επανέρχονται οι τελωνειακές διατυπώσεις. Απαιτούνται γραπτές δηλώσεις για την προέλευση των προϊόντων, πιστοποιητικά για την τήρηση των απαραίτητων προδιαγραφών, πιστοποιητικά κτηνιατρικών υπηρεσιών αν αυτό κριθεί απαραίτητο. Εκπρόσωποι του επιχειρηματικού κόσμου κάνουν λόγο για έναν διοικητικό και λογιστικό εφιάλτη.

«Πρόκειται για τη μεγαλύτερη αλλαγή που έχει σημειωθεί ποτέ στις εμπορικές σχέσεις γειτονικών χωρών και μάλιστα μέσα σε μία μέρα…», εκτιμά ο Ντέιβιντ Χένινγκ από την οργάνωση UK Trade Forum. Από τη μία πλευρά, επισημαίνει, η κυβέρνηση δεν είχε ενημερώσει τις επιχειρήσεις για τις συνέπειες, αλλά από την άλλη πλευρά και εκείνες δεν είχαν συνειδητοποιήσει ότι η ΕΕ αποτελούσε εγγύηση για ελεύθερες συναλλαγές σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή αγορά. «Χρειάζεται κάποια προσαρμογή», λέει ο Χένινγκ. «Κάποιες επιχειρήσεις έχουν ήδη σταματήσει τις εξαγωγές προς την ΕΕ, κάποιες άλλες θα τις διακόψουν στα επόμενα χρόνια, καθώς δεν θα μπορούν να ανταποκριθούν στο αυξανόμενο κόστος και στις απαραίτητες γραφειοκρατικές διαδικασίες». Η αυτοκινητοβιομηχανία, εκτιμά ο Χένινγκ, δεν θα αποχωρήσει αμέσως, παρά μόνον αφού προηγουμένως αποσβέσει το κόστος της επένδυσής της και κρίνει πλέον ασύμφορη την περαιτέρω δραστηριοποίησή της στη βρετανική αγορά.

Επαναδιαπραγμάτευση θέλει ο επιχειρηματικός κόσμος

Η βρετανική κυβέρνηση, λέει ο Χένινγκ, πρέπει να βοηθήσει τις επιχειρήσεις και να προτείνει στην ΕΕ την απλοποίηση ορισμένων διαδικασιών στα σύνορα. Ωστόσο ο ίδιος θεωρεί απίθανο να αποδεχθεί η ΕΕ αλλαγές ουσίας σε μία συμφωνία, στην οποία δεν έχει στεγνώσει ακόμη το μελάνι της υπογραφής. «Ανέκαθεν ήταν σαφές ότι θα υπάρξουν τεράστια προβλήματα», επισημαίνει.

Αν μη τι άλλο, οι Ευρωπαίοι δεν θα αρνηθούν να επικυρώσουν τη συμφωνία για τις μελλοντικές εμπορικές σχέσεις με το Λονδίνο. Αυτό έγινε μάλλον σαφές μετά από μία πρώτη συζήτηση επί του θέματος, τη Δευτέρα, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ο επικεφαλής της Επιτροπής Εμπορικών Υποθέσεων στην Ευρωβουλή, Μπερντ Λάνγκε, λέει ότι θα πρέπει πρώτα να διαβάσει τις 1.200 σελίδες του κειμένου, αλλά είναι κατ’ αρχήν ευχαριστημένος με τη συμφωνία. Από την πλευρά της η Κομισιόν εκφράζει ικανοποίησή για τη διατήρηση της ενιαίας αγοράς και τη διευθέτηση μίας σειράς ζητημάτων στην πολιτική ανταγωνισμού. Αλλά όπως επισημαίνει ο Λέον Ντελβώ, στέλεχος της Κομισιόν, «πρόκειται απλώς για μία συμφωνία ελεύθερου εμπορίου. Υπήρχαν και άλλες προτάσεις στον τραπέζι, αλλά οι Βρετανοί διάλεξαν τη λιγότερο φιλόδοξη πρόταση».

Μπάρμπαρα Βέζελ

Επιμέλεια: Γιάννης Παπαδημητρίου