Έρευνα της Τράπεζας Πειραιώς δείχνει, ότι το 56% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην Ελλάδα είναι υπερχρεωμένο

Λόγω της χαμηλής ρευστότητας και του υψηλού δανεισμού τους!
-Ελάχιστες από τις επιχειρήσεις αυτές έχουν πιθανότητα αναδιάρθρωσης του δανεισμού τους, γεγονός, που θα τις οδηγήσει αναπόφευκτα στο «λουκέτο» με άμεσες αρνητικές επιπτώσεις για την απασχόληση, τα κρατικά έσοδα, αλλά και τις επισφάλειες των τραπεζών!

Επιμέλεια: Ευθύμιος Χατζηϊωάννου

Τουλαχιστον το 56% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην Ελλάδα είναι υπερχρεωμένο, λόγω της χαμηλής ρευστότητας και του υψηλού δανεισμού τους!
Αυτό προκύπτει από την ανάλυση, στην οποία έχει προχωρήσει η Τράπεζα Πειραιώς κατά την εφαρμογή του τετραβάθμιου συστήματος αξιολόγησης επιχειρήσεων, το λεγόμενο Enterprise Rating System (ERS), σε σύνολο δείγματος 7.896 επιχειρήσεων.
Ο συνδυασμός αυτός δεν επιτρέπει στις επιχειρήσεις αυτές να εξυπηρετούν τις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις τους, ενώ ελάχιστες από αυτές έχουν πιθανότητα αναδιάρθρωσης του δανεισμού, γεγονός, που θα τις οδηγήσει αναπόφευκτα στο «λουκέτο»!
Με δεδομένο, ότι πάνω από το 97% των ελληνικών επιχειρήσεων πρόκειται για μικρομεσαίες, γίνεται εύκολα αντιληπτός ο κίνδυνος, τόσο για την κατάσταση των επιχειρήσεων αυτών, όσο και για τις άμεσες επιπτώσεις στην απασχόληση, στα κρατικά έσοδα, αλλά και στις επισφάλειες των τραπεζών.
Από την κατηγοριοποίηση με βάση την εφαρμογή του ERS προκύπτουν τέσσερις κατηγορίες επιχειρήσεων, οι οποίες εξετάζονται ως προς την ρευστότητα, την φερεγγυότητα, τον βαθμό μόχλευσης και τον βαθμό εξυπηρέτησης του χρέους.

Μόλις το 8,6% του συνόλου των επιχειρήσεων έχει υψηλή ρευστότητα και το κυκλοφορούν ενεργητικό τους καλύπτει τις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις τους!

Οι επιχειρήσεις, που κατατάσσονται στην πρώτη βαθμίδα, και βαθμολογούνται με «Α», είναι αυτές με τις καλύτερες επιδόσεις και, δυστυχώς, οι λιγότερες, αφού αποτελούν μόλις το 8,6% του συνόλου. Πρόκειται για επιχειρήσεις με υψηλή ρευστότητα με το κυκλοφορούν ενεργητικό να καλύπτει σχεδόν κατά 3,9 φορές τις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις τους.
Οι υποχρεώσεις τους αναλογούν μόλις στο ήμισυ των ιδίων κεφαλαίων, ενώ με την λειτουργική τους κερδοφορία καλύπτουν τις χρηματοοικονομικές τους υποχρεώσεις κατά 21,4 φορές. Υποψήφιο για αναδιάρθρωση των δανειακών υποχρεώσεων είναι μόλις το 0,9% των επιχειρήσεων αυτής της κατηγορίας, καθώς παρουσιάζουν θετικό μεν EBITDA, αλλά καθαρές ζημίες προ φόρων.
Αξίζει να σημειωθεί, ότι και σε αυτήν την κατηγορία η κρίση έχει ως συνέπεια να κλυδωνίζεται η κερδοφορία τους με συνέπεια το 67,3% αυτών να βαθμολογείται ως προς την αποδοτικότητα με βαθμό «B», αν και βρίσκονται στη βαθμίδα των επιχειρήσεων με τις υψηλότερες επιδόσεις.
Στον αντίποδα βρίσκονται οι επιχειρήσεις της βαθμίδας «D», που είναι όχι μονον ζημιογόνες, αλλά και με υψηλό δανεισμό, παρουσιάζοντας αδυναμία εξυπηρέτησης του δανεισμού τους.

Το 40,4% των επιχειρήσεων στην Ελλάδα, αν και δεν έχει φθάσει ακόμη στο «χείλος του γκρεμού», καθώς έχει ελπίδες βιωσιμότητας, είναι ζημιογόνο και με χαμηλό βαθμό εξυπηρέτησης δανεισμού!

Στην κατηγορία «D» βρίσκεται το 15,4% των επιχειρήσεων του δείγματος, με το 82,5% αυτών να έχει ουσιαστικό πρόβλημα επιβίωσης. Πρόκειται για επιχειρήσεις, που όχι μόνο εμφανίζουν αρνητική λειτουργική κερδοφορία, με το περιθώριο EBITDA να βρίσκεται κατά μέσον όρο στο -9,1%, αλλά παρουσιάζουν και καθαρές ζημίες. Μια μέση επιχείρηση αυτής της κατηγορίας φθάνει να έχει δανεισμό κατά 3,5 φορές υψηλότερο των ιδίων κεφαλαίων της, ενώ ο καθαρός δανεισμός είναι κατά 25 φορές υψηλότερος του EBITDA.
Ανάμεσα στις δύο παραπάνω βαθμίδες υπάρχουν δύο ακόμη βαθμίδες, η «Β» και η «C», με επιχειρήσεις, που βρίσκονται ουσιαστικά στο μεταίχμιο!
Συγκεκριμένα, στην βαθμίδα «Β» κατατάσσονται επιχειρήσεις με ικανοποιητικές μεν επιδόσεις, σε ό,τι αφορά την εξυπηρέτηση του δανεισμού τους, ακόμη και των βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεών τους, με συγκρατημένη δε κερδοφορία και με υψηλότερα επίπεδα δανεισμού. Το περιθώριο EBITDA αγγίζει το 15,4%, όμως οι υποχρεώσεις τους υπερβαίνουν τα ίδια κεφάλαια κατά 1,2 φορές. Στην βαθμίδα αυτή ανήκει το 35,7% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων της χώρας μας.
Τέλος, στην βαθμίδα «C» βρίσκεται η πλειονότητα των επιχειρήσεων, το 40,4%, επιχειρήσεις, που δεν έχουν φθάσει ακόμη στο «χείλος του γκρεμού», καθώς έχουν ελπίδες βιωσιμότητας, όμως την ίδια ώρα είναι ζημιογόνες και με χαμηλό βαθμό εξυπηρέτησης δανεισμού.