Γιάννης Νταουλτζής, Χαρταετοί (διήγημα) – Προδημοσίευση στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ

Ο φιλόλογος και συγγραφέας Γιάννης Νταουλτζής, επιτέλους αποφάσισε να κάνει το -από πολλούς- αναμενόμενο βήμα και να εκδώσει το πρώτο του βιβλίο. Μέχρι τώρα περιοριζόταν σε σποραδικές δημοσιεύσεις διηγημάτων του και, πολύ περισσότερο, σε ηλεκτρονικές αποστολές, με παραλήπτες έναν κλειστό κύκλο φίλων και ομοτέχνων του. Η «πλήθουσα αγορά» όπως συνηθίζει να αποκαλεί το φαινόμενο με την πληθοπαραγωγή των λογοτεχνικών  βιβλίων, φαίνεται ότι έπαψε (;) να του προκαλεί πια προσωπικές αναστολές. Έτσι ή αλλιώς, όμως, οι πληροφορίες μας λένε ότι συνομιλεί ήδη με γνωστό εκδοτικό οίκο για την έκδοση μιας συλλογής διηγημάτων. Εν αναμονή λοιπόν.

Η Ελληνική Γνώμη με ιδιαίτερη χαρά προδημοσιεύει ένα από αυτά τα διηγήματα.

Χαρταετοί

ΝΑ ΓΙΝΟΜΑΙ ΑΝΕΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΡΤΑΕΤΟ ΚΑΙ ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΕΜΟ, ακόμα και όταν ουρανός δεν υπάρχει. (Οδυσσέας Ελύτης, Ο μικρός ναυτίλος)

Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή

η αποκριά

το γαϊδουράκι γύριζε μες στους έρημους δρόμους

όπου δεν ανάπνεε κανείς

πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό

κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους

που τους είχαν ξεχάσει

έπεφτε χιόνι γυάλινος χαρτοπόλεμος

μάτωνε τις καρδιές (…)

(Μίλτος Σαχτούρης, Η αποκριά)

 

 

Ο θείος Μιχάλης έκανε απίθανους χαρταετούς. Κάθε που πλησίαζε η Καθαρά Δευτέρα μ’ έπιανε μια αναστάτωση, μια ταραχή. Κάθε Κυριακή ερχόταν στο σπίτι να φάμε παρέα. Πρώτα άκουγα το σιδερένιο πορτάκι της αυλής να τρίζει, μετά το συρτό βήμα του στις σκάλες. Μύριζα τον άφιλτρο καπνό του. Κοιτούσα σαν κούρτσχααρ που φερμάρει τον θείο Μιχάλη. Ανέβαινε τις σκάλες, έμπαινε στην κουζίνα, που ήταν και γραφείο και υπνοδωμάτιό μου, μου χάιδευε τα μαλλιά, καθόταν στην καθορισμένη του καρέκλα, έβγαζε τον καπνό κι έπιανε να τον στρίβει με τους ρόζους των δαχτύλων του στα ροζ χαρτάκια που δίναν στους παραγωγούς  καπνού, λεπτά, που σβήναν όμως εύκολα κι απαιτούσαν απ’ το τσακμάκι να κάνει υπερωρίες.

Αυτός και η αδελφή του, η θεία Στρατούλα, ήταν οι πιο κοντινοί συγγενείς απ’ τη μεριά του πατέρα μου, αδέλφια του πατέρα του.

Ο παππούς Γιάννης έφυγε νωρίς μέσα σε κρότους και κραυγές τον μαύρο Σεπτέμβρη του ‘41 σε ένα κελί στη Δράμα. Τους μαζεύανε τότε όλους τους άντρες πάνω από τα δεκάξι. Η ίδια ιστορία το ‘14, το ’22, στην άλλη μεριά της θάλασσας τότε, και λίγο αργότερα στην Καισαριανή, στα Καλάβρυτα, στο Σέιχ Σου. Άλλους τους στήνανε στον τοίχο όπως ήτανε, άλλος με την πιτζάμα, άλλος με το φανελάκι, άλλος ξεχτένιστος να βγάζει από την κωλότσεπη την τσατσάρα και να στρώνει το μαλλί την ώρα που σηκώνονταν οι κάννες και τίναζαν στον αέρα το κρανίο και έμενε μετέωρη η τσατσάρα στο χέρι που κοκάλωνε.

Τον παππού τον Γιάννη τον κλείσανε στα κρατητήρια στην άκρη της πόλης μαζί με καμιά εικοσαριά, σε ένα κελί για πέντε νοματαίους. Δεν τους παιδέψανε πολύ. Μετά από δυο μέρες ρίξανε πέντε – δέκα χειροβομβίδες. Ένας πολτός όλα. Ξύλα, κρανία, τούβλα, ιστοί, σοβάδες, τένοντες… Μια στήλη σκόνης που έκατσε σιγά σιγά σκεπάζοντας με ησυχία τον κρότο από τις εκρήξεις.

Ο πατέρας τότε στα δεκάξι. Όταν το έμαθε από το Τζιβανάκι, τού ξέφυγε από τα χέρια κι έτρεξε. Ήταν κι άλλοι σαν κι αυτόν εκεί. Οι περισσότεροι γιοι. Πήραν να σηκώνουν τα γκρεμίδια, να ξεχωρίσουν ο καθένας τον δικό τους. Σκάβαν με τις χούφτες, τα δάχτυλα, τα νύχια. Παραμέριζαν κομμάτια που δε λέγαν τίποτε. Μια φρίκη. Δεν ξεχωρίζαν τίποτε. Κανείς κανέναν.

Τους παραχώσαν όπως ήτανε. Φύγανε ουρλιάζοντας. Οι Βούλγαροι έρχονταν πίσω να μαζέψουν κι άλλους.

Ο πατέρας έφυγε για τους μπαξέδες. Πήγε και λούφαξε μέσα στα φασόλια. Ήταν όψιμα και με τις φασαρίες τα είχαν αφήσει αμάζευτα και χορταριασμένα. Δυο μερόνυχτα κρυβότανε στο χώμα. Ρουφούσε νερό από τη λάσπη στα αυλάκια που ‘ταν για πότισμα.

Από τότε δεν ξανάφαγε ποτέ του φασολάκια. Την Τρίτη μέρα σηκώθηκε. Πήγε προς την πόλη να μάθει τι απόγινε με το κακό.

Την ίδια ώρα η Στέλλα, αυτή που θα γινόταν γυναίκα του από συνοικέσιο μετά από δεκαπέντε χρόνια, στα δεκατρία της, μικρή πράσινη θάλασσα με τον άσπρο γιακά και την κορδέλα (i), άκουγε από το κουζινάκι του σπιτιού της, κοντά στο Γυμνάσιον Αρρένων Δράμας, ξερούς κρότους από πυροβολισμούς και πολυβολισμούς. Με μια καρφίτσα έξυσε τις εφημερίδες που είχε κολλήσει η μάνα της στο παράθυρο και απ’ τη σχισμή κοίταξε προς το ρέμα, όπου είχαν σύρει Βούλγαροι στρατιώτες, ντυμένοι στην πράσινη στολή τους, σαν άγρια σχίνα, σαν στεγνοί ασφάλαθοι, συμμαθητές με χνούδι στο πάνω χείλι που δε θα γινότανε μουστάκι, γείτονες που η μνήμη τους θα έσβηνε απ’ το μαχαλά, συγγενείς που η μορφή τους θα έμενε μοναχά σε κορνίζες, φίλους που δεν θα προλάβαινε να ερωτευθεί καμιά Φωτεινή, Κατερίνα, Ευθαλία ή Μαρία, συντοπίτες που θα θυμόταν μοναχά η μάνα τους. Τρομαγμένη αλλά πιο πολύ περίεργη συνέχισε να κοιτά και να μουρμουρίζει, «να τώρα έπεσε ο Κωστής, τώρα ο γιατρός ο Νικολάου, τώρα…, τώρα…», μέχρι που η μάνα της, η Μάρθα, την τράβηξε από κει μ’ έναν γερό μπάτσο.

Η Μάρθα, πρόσφυγας από τα Γανοχώρια της ανατολικής Θράκης, ήταν μια μικροκαμωμένη, κωλοπετσωμένη γυναίκα, εύστροφη και οξυδερκής, που μυρίζοντας τον αέρα και, ακούγοντας κάποια σιγανομιλήματα στο σχολείο που δούλευε καθαρίστρια, προαισθάνθηκε πριν από δύο μέρες ότι κάτι κακό έρχεται. Ανέβασε λοιπόν, με το που άκουσε τις πρώτες διαταγές των Βουλγάρων για συγκέντρωση του ανδρικού πληθυσμού, τον Παναγιώτη, τον γιο του άντρα της, στο κενό μεταξύ ταβανιού και στέγης, που το είχαν για ν’ αρμολογούν τα κεραμίδια και να μη μπάζουν βροχή. Ύψος μερικά σκοτεινά εκατοστά και μήκος δύο ζοφερά μέτρα. Εκεί έζησε ένα μήνα ο Παναγιώτης, εκεί έτρωγε, εκεί αποπατούσε, αναπνέοντας την ίδια του την ανάσα, τους εφιάλτες, τον τρόμο και τις παραισθήσεις του.

Το κακό που έμεινε στη μνήμη των βορειοελλαδιτών – γιατί οι υπόλοιποι ελάχιστα γνωρίζουν – ήταν αυτό που έγινε αργότερα γνωστό ως κίνημα, επανάσταση, εξέγερση και κυρίως ως σφαγή της Δράμας. Το Σεπτέμβρη του ‘41 στη Δράμα ξέσπασε το πρώτο στην Ευρώπη – μαύρη πρωτιά – κίνημα εναντίον του Άξονα. Αποτέλεσμα, η σφαγή του πληθυσμού της πόλης και της περιοχής της. Δοξάτο, Χωριστή, Αδριανή, Προσοτσάνη, Καλλιθέα και δε συμμαζεύεται.

Πολλά ακούστηκαν τότε και γράφτηκαν αργότερα. Παιχνίδια μνήμης, απόψεων και συμφερόντων γέννησαν πολλές εκδοχές. Κάποιοι λέγανε ότι οι βουλγαρικές αρχές έβαλαν την ιδέα της εξέγερσης σε κάποιους αψίθυμους κομμουνιστικούς πυρήνες της περιοχής, για να δικαιολογήσουν προγραμματισμένες σφαγές. Για να τρομοκρατήσουν και να εκδιώξουν το ελληνικό στοιχείο. Άλλοι ότι οι αντάρτες ήρθαν σε συνεννόηση με κομμουνιστές Βουλγάρους να ξεσηκωθούν μαζί αλλά οι Βούλγαροι κώλωσαν κι έκαναν πίσω, αφήνοντας στον άσσο του Έλληνες. Όπως και να ‘χει, η λαϊκή εξέγερση κατά των Βουλγάρων φασιστών ήταν πρόωρη κι απέτυχε. Κατά διαόλου.

Οι βουλγαρικές αρχές είχαν πάντως την ευκαιρία. Από το πρωί της εικοσιεννέα Σεπτέμβρη ξεσκίστηκαν σε μαζικές συλλήψεις, λεηλασίες, βασανισμούς, και μαζικές εκτελέσεις. Όταν χόρτασαν αίμα, άρχισαν να απολύουν τους δημοσίους υπαλλήλους, να κλείνουν τα ελληνικά σχολεία, να κυνηγούν τους έντρομους δασκάλους, να φέρνουν Βούλγαρους εξαρχικούς παπάδες, να αλλάζουν τα ονόματα στους δρόμους και τις τοποθεσίες, να φέρνουν έποικους από τη χώρα τους. Πάνω από 100.000 φύγαν τρομοκρατημένοι, μεταξύ αυτών και η οικογένεια της Στέλλας, από την επικράτεια της βουλγαρικής κατοχής. Οι πιο πολλοί πήγαν στη Σαλονίκη, την «ελεύθερη Ελλάδα» όπως την αποκαλούσαν, ενώ ήταν υπό γερμανική κατοχή, γιατί εκεί οι διοικητικές υπηρεσίες, η αστυνομία και τα σχετικά ήταν επανδρωμένη από Έλληνες. Οι περισσότεροι δωσίλογοι, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Ο πατέρας μες στα φασολάκια πίστεψε ότι δυο μέρες μετά το κακό θα ‘χε τελειώσει. Γι’ αυτό σηκώθηκε και τράβηξε για στην πόλη. Τον πιάσαν πίσω από το νεκροταφείο, δίπλα από τις γραμμές του σιδηρόδρομου. Τον στήσανε στη σειρά μαζί με άλλους, κυρίως γέρους, και οπλίσανε. «Την ύστατη στιγμή», μου έλεγε τριάντα χρόνια μετά, εγώ στα δώδεκα, «ένας ξερακιανός Βούργαρος, ούτε τον ήξερα ούτε με ήξερε, ήρθε κατά πάνω μου, με βούτηξε από τον σβέρκο και κλωτσοχτυπώντας με, με άρπαξε από τον σωρό και με πέταξε στα χωράφια, φωνάζοντας βρισιές – μου έκανε νόημα να φύγω. Έτρεξα, έτρεξα, γλύτωσα. Πίσω μου άκουγα τους κρότους από τους πυροβολισμούς του αποσπάσματος».

Έλεγα, ο θείος Μιχάλης ήταν ο μόνος αρσενικός συγγενής που του είχε μείνει. Ήταν για μένα ο παππούς. Κάθε Κυριακή ανέβαινε σιωπηλός τα σκαλιά της αυλής κι έμπαινε στην κουζίνα μυρίζοντας άφιλτρο και μπαξέ. Έτσι αμίλητος έτρωγε, με χάιδευε, – με είχε αδυναμία – αμίλητος κάπνιζε, ξάπλωνε στον καναπέ καμιά φορά ή πιο συχνά έφευγε για το ορισμένο καφενείο. Εκεί καθότανε αμίλητος στη συγκεκριμένη θέση και ρουφούσε τον καφέ του μέχρι που βράδιαζε κι αμίλητος σχεδόν έφευγε για το σπίτι.

Τα λόγια του ήταν μετρημένα πάντοτε. Θαρρούσες ότι κάτι λογάριαζε κάθε φορά που ήταν να ξεστομίσει μια κουβέντα. Αν δεν τρέκλιζε το στόμα του, δεν κόμπιαζε κάθε φορά που μιλούσε, θα νόμιζες ότι θα ’χε πολλά βαθιά να πει. Βέβαια δεν ήταν κούφιος. Το ‘λεγε η ψυχή του. Μυστήριο λοιπόν γιατί ήταν τόσο λιγομίλητος αλλά και δυσκολευόταν να μιλήσει κάθε που ήθελε. Και θα ‘μενα με την απορία, αν η μάνα μου, χρόνια μετά που είχε φύγει ο θείος, ο παππούς ο Μιχάλης, δεν μού ‘λεγε τον λόγο.

Ήταν στα ’24 , μόλις που είχαν έλθει στη Δράμα από την Πάντερμο, όπως ονόμαζαν παρεφθαρμένα την Πάνορμο. Ήταν μια πλούσια πόλη της Μ. Ασίας στην Προποντίδα. Χρόνια νόμιζα ότι την αποκαλούσαν Πάντερμο από λάθος. Μια συνάδελφος, φιλόλογος, που εξετάζαμε κάποτε προφορικά σε πανελλαδικές εξετάσεις μαθητές φυσικώς αδυνάτους, – τι ορολογία κι αυτή! – με το όνομα Παντέρμου, μου τράβηξε, ακριβώς λόγω του επιθέτου της, την προσοχή. Σχολίασα το όνομά της αναφερόμενος στο λάθος του θείου Μιχάλη και της Στρατούλας. «Μα δεν είναι λάθος» μου είπε. «Οι Τούρκοι αποκαλούσαν την περιοχή Παντέρμ, εξ ου και το Πάντερμος».

Στα ‘24 λοιπόν ο θείος, είκοσι δύο χρονώ, ήρθε στη Δράμα. Οι Τούρκοι φευγάτοι. Βούλγαροι κι Εβραίοι πιο πολλοί. Βολεύτηκε, κουτσοβολεύτηκε δηλαδή, αυτός, ο παππούς Γιάννης και η θεία Στρατούλα σε κάτι προσφυγικά. Εικοσιπέντε, τριάντα τετραγωνικά και για να μπεις έπρεπε να προσκυνήσεις στο πορτόνι. Τρία στρέμματα μπαχτσές, παραχώρηση από το ελληνικό.

Στα είκοσι πέντε του πια είχε μπει σε μια σειρά. Μπορούσε καν να συντηρήσει τον εαυτό του και μια κοπέλα που του έπεφτε. Μ…. την έλεγαν. Στα δεκαοκτώ της. Τσιγγάνικη ομορφιά. Μελαχρινή, σπαθί βλέμμα, χαμόγελο φωτιά, λεπτή, αέρινη και γήινη συνάμα. Ο θείος, μουστάκι α λα Χίτλερ, παντελόνι ντρίλινο, αλλά πάντα με την τσάκα του, ρολόι γυαλισμένο σε καδένα, σκαρπίνι γυαλιστό. Στράκες.

Το συνοικέσιο γρήγορο. Τα παιδιά το είχαν μιλημένο και η μάνα της νύφης, μικροχήρα, μες στη χαρά, πέντε στόματα στη σειρά περιμένανε, η κόρη δεν είχε φράγκο για προίκα και ο γαμπρός δε ζήταγε τίποτε. Όλα καλά.

Ο γάμος για τις δεκαέξι του μηνός και στις δεκατρείς – λες; – ο θείος Μιχάλης έκανε την πρώτη αιμόπτυση…

Η διάγνωση περίττευε. Πυρετός, ιδρώτας. Σαράκι. Χτικιό. Φθίση. Φόβος. Φόβος και τρόμος τότε η φυματίωση. Νόσος θανατηφόρα και μολυσματική. Ένας στους δύο φθισικούς κατέληγε στο μοιραίο. Απομόνωση.

Ο γιατρός είπε πως τα «πάσχοντα άτομα πρέπει να απομονώνονται. Σαν βήχουν, φτερνίζονται, μιλούν, τραγουδούν, αποβάλλουν μολυσματικά σταγονίδια. Ένα φτέρνισμα μπορεί ν’ απελευθερώσει χιλιάδες σταγονίδια. Κάθε σταγονίδιο μπορεί να μεταδώσει την ασθένεια, καθώς η μολυσματική δόση της φυματίωσης είναι πολύ χαμηλή (ii)». Κάτι τους είπε και για βακτήρια.

Χαμπάρι δεν πήρανε από τις λεπτομέρειες. Αυτό που καταλάβανε ήταν ότι ο Μιχάλης ήταν μια ωρολογιακή βόμβα. Κι η μόνη λύση ήταν να απομονωθεί. Και για το καλό του. Σε μέρος ξηρό. Υπήρχαν τότε και σανατόρια. Υπήρχε όμως και ο μπαξές. Μετά τον Σπαρτάκο. Στα χωράφια. Στα τρία στρέμματα που καλλιεργούσε και άλλα τρία συνεταίροι με τον πατέρα μου. Εκεί θα πρόσφευγε. Εκεί μέχρι να γιάνει ή να πεθάνει.

Εκεί θα έμενε για τα επόμενα χρόνια. Κι εκεί η μοναξιά μετρούσε με την οκά. Και το χάλασμα του αρρεβώνα – με τον χτικιάρη; – τον χτύπησε αυτό που λεν κατάστηθα. Ακόμη και χρόνια μετά ο φίλος του, Δημήτρης Οικονόμου, μουρμούριζε «Ο χωρισμός πονάει σαν κάταγμα». Κι αντί να μείνει μέχρι να γιάνει στην απομόνωση, έμεινε πάνω από δέκα χρόνια. Κι όταν ξαναπρόβαλε στα εγκόσμια, – σιγά τα εγκόσμια δηλαδή, στο φυτώριο, στο σπίτι μας, στο σπίτι της αδελφής του, στο καφενείο, αυτά – είχε ξεμάθει να μιλάει.

Πάντως θυμόταν κι έφτιαχνε απίθανους χαρταετούς. Κάθε που πλησίαζε η Καθαρά Δευτέρα μ’ έπιανε μια αναστάτωση, μια ταραχή. Λεπτό χαρτί, καλάμι, αλευρόκολλα, σπάγκος κερωμένος. Εξάγωνα, κυκλικά, μέχρι και έναν πολυεπίπεδο εξάγωνο κατασκεύασε κάποτε, στα εννιά μου, με ένα κεράκι στη μέση, που τον αμολούσες το βράδυ και το κεράκι μ’ ένα μαγικό τρόπο έφεγγε, δεν έσβηνε. Και το θαυμάσαν όλοι. Κι ανυψωνόταν στον αέρα.

Ο θείος Μιχάλης.

(i )Οδυσσέας Ελύτης, Μικρή πράσινη θάλασσα

(ii) https://www.pneumonologos.net/tuberculosis-1