Επιμέλεια: δρ Μαρία Ν. Αγγέλη.

Στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Β Γυμνασίου ανθολογείται απόσπασμα από το βιβλίο του Ν. Καζαντζάκη, Αναφορά στον Γκρέκο, με τίτλο: «Μια Κυριακή στην Κνωσό».  Από την αρχή της σχολικής χρονιάς 2020-2021, στο 2ο Γυμνάσιο Αγρινίου, σε συνεργασία με την εξαιρετική συνάδελφο Μαρία Γ. Αγγελή επιλέξαμε να διδάξουμε το κείμενο αυτό που ανήκει στην κατηγορία Ταξιδιωτικά Κείμενα. Όταν ολοκληρώσαμε τη διδασκαλία, παροτρύναμε τα παιδιά να διαβάσουν ολόκληρο το βιβλίο που είναι μια μυθιστορηματική αυτοβιογραφία του μεγάλου συγγραφέα. Διαβάσαμε και κάποιες ενότητες στην τάξη. Αυτές που αναφέρονται στον κύρη, στη μάνα, στο Δημοτικό σχολείο… Και είναι εύκολα κατανοητές από τα παιδιά του Γυμνασίου. Φωτοτυπήσαμε την ενότητα «Η μάνα» και τη δώσαμε σε όλους τους μαθητές. Καλύπτουμε έτσι της έλλειψη οικονομικής δυνατότητας αγοράς του βιβλίου… Είναι δύσκολες οι συνθήκες που βιώνουμε… Αναθέσαμε μια εργασία πάνω σε αυτή την ενότητα με θέμα: «Η μάνα στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη, Αναφορά στον Γκρέκο». Γράψτε τρεις παραγράφους περίπου.

Οι μαθητές και οι μαθήτριες μελέτησαν το απόσπασμα και έγραψαν τις εργασίες τους τις οποίες παρουσίασαν στη σχολική αίθουσα. Σχολιάσαμε μαζί όλες τις εργασίες και στο τέλος «δια βοής», όπως συνηθίζουν, τα παιδιά επέλεξαν τις καλύτερες στο κάθε τμήμα της Β Τάξης.(Είναι τρία τα τμήματα). Δημοσιεύουμε τις εργασίες με την ελπίδα ότι και άλλα παιδιά θα ακολουθήσουν το καλό παράδειγμα των συμμαθητών τους… Και θα μελετήσουν το βιβλίο του Ν. Καζαντζάκη: Αναφορά στον Γκρέκο. Παραθέτουμε τις εργασίες των μαθητών και μαθητριών που επιλέχτηκαν ως καλύτερες: i). Μάνα, μητέρα, μανούλα, μαμά! Μια τόσο όμορφη λέξη με θεμελιώδη σημασία. Το παν για ένα παιδί. Η αρχή και το τέλος της ζωής του, με λαμπρό παράδειγμα τη μητέρα του διακεκριμένου συγγραφέα Νίκου Καζαντζάκη, ο οποίος μας την περιγράφει με γλαφυρό τρόπο σε μια ενότητα του βιβλίου του: Αναφορά στον Γκρέκο. Ανάμεσα στο συγγραφέα και τη μητέρα του υπάρχει ένας γερός δεσμός, ο δεσμός της αγάπης. Για εκείνον η μητέρα του είναι μια γυναίκα γεμάτη τρυφερότητα και υπομονή. Παρόλο τη σκληρή στάση που δείχνει απέναντί της ο σύζυγός της. Η μητέρα εκπέμπει καλοσύνη και αγάπη σε όλο τον κόσμο, με τον τρυφερό της χαρακτήρα. Ο αφηγητής χαίρεται τη γαλήνη που επικρατεί όσο λείπει ο πατέρας και έτσι εκδηλώνει το βαθύ του σύνδεσμο με τη μητέρα. Ώρες αμέτρητες κάθεται και την κοιτάζει, κι εκείνη με το γαλήνιο βλέμμα τον ηρεμεί. Τι ωραίες εκείνες οι στιγμές μυστηρίου, που καθόταν και κοίταζαν ο ένας τον άλλο.

Η σιωπή κυριαρχούσε, λόγια δεν υπήρχαν, όμως η ψυχή μιλούσε. Ακόμη, της διάβαζε τους βίους των Αγίων, πιστεύοντας ότι ταυτίζεται με μια αγία και θέλοντας να την κάνει να το αντιληφθεί. Τόσο πολύ την αγαπούσε. Η μητέρα ήταν μια οπτασία, μια αναλλοίωτη μορφή, την οποία φέρνει στο μυαλό του κάθε φορά που μυρίζει γαζία. Η μανούλα του μοσχοβολούσε γαζία. Μια ήσυχη γυναίκα με αρχές που ανέτρεφε τα παιδιά της με πολλή αγάπη. Αυτή η εικόνα της μητέρας του, να βάζει γαζία στην ντουλάπα για τα ρούχα και η αυλή που μοσχομύριζε. Άξια και αγαπητή, η μάνα που αξίζει να έχει κάθε παιδί. Η ηρωίδα που θυμάται όταν μυρίζει γαζία και νιώθει πως ξαναγεννιέται στην αγκαλιά της στοργικής του μάνας. Όπως αντιλαμβανόμαστε, η μητέρα είναι μια παράξενη και μυστήρια γυναίκα. Ο συγγραφέας μας την περιγράφει σαν μια ολιγομίλητη και στενάχωρη φιγούρα. Κάτι έμοιαζε να τη βασανίζει. Και να της κλέβει τη χαρά. Σπάνια έσκαγε ένα χαμόγελο. Όμως μεγάλωνε τα παιδιά της με αρχές. Η νεράιδα, όπως την αποκαλεί, πανέμορφη και με ψυχή μάλαμα.

Πάντα σιωπηλή και σκεφτική. Πάντα ο ίδιος φόβος μη βρει το κεφαλομάντηλό της και τον αφήσει μόνο. Η μητέρα ήταν λυπημένος και φυλακισμένος άνθρωπος που ο σύζυγός της της φερόταν σκληρά. Μόνο μια φορά, όπως μας μεταφέρει ο συγγραφέας, την είδε χαρούμενη, σε μια βάφτιση που ο σύζυγός της την άφησε να τραγουδήσει με την απαλή, μελωδική, κελαηδιστή φωνή της. Μόνο τότε ήταν χαρούμενη, τόσο που έλαμπε ολόκληρη. Τραγουδούσε και κοιτούσε τον άντρα της σαν μικρό παιδί, που περίμενε να το σφίξει στην αγκαλιά του. Η καρδιά της ραγισμένη, η ψυχή της όμως γελούσε, Τον κοιτούσε και χανόταν μαζί του, σ΄ έναν παραμυθένιο κόσμο. Γεγονός το οποίο δείχνει πόσο μεγαλόψυχη και πιστή ήταν στο σύζυγό της, παρ’ όλο που εκείνος της φερόταν άσχημα. Και αυτό είναι το μεγαλείο της ψυχής! Να αγαπάς χωρίς αντάλλαγμα και χωρίς όρια! Αυτή ήταν η μάνα του Καζαντζάκη. Παναγιώτα Δάτσικα