H Ομογένεια της Γερμανίας έχει δραστήρια παρουσία πολλών δεκαετιών

Μιλάει στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ ο Πρέσβης της Ελλάδας στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κ. Θεόδωρος Δασκαρόλης.

Συνέντευξη: Αθανασία Theel – Γεωργία Κωστακοπούλου.

«Ομολογουμένως, η πραγματική εικόνα και τα αντικειμενικά δεδομένα της χώρας μας στη Γερμανία έχουν σε μεγάλο βαθμό διαστρεβλωθεί. Η ευθύνη θα πρέπει να καταλογισθεί, σε μεγάλο βαθμό, σε μερίδα των γερμανικών ΜΜΕ που επέλεξαν να παρουσιάσουν, πιθανόν εξυπηρετώντας σκοπιμότητες, όπως προκύπτει και από έγκυρες μελέτες γερμανικών Ινστιτούτων, μια εικόνα τουλάχιστον ελλειμματική, για την Ελλάδα. Το θύμα αυτής της παραπληροφόρησης δεν είναι μόνον η Ελλάδα, αλλά είναι, περισσότερο ίσως, η γερμανική Κοινή Γνώμη και όσοι πολιτικοί αφέθηκαν να παρασυρθούν από την εκστρατεία παραπληροφόρησης, καθώς στερήθηκαν της δυνατότητας της αντικειμενικής και σφαιρικής ενημέρωσης». Αυτά αναφέρει ανάμεσα σε άλλα στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ, ο Πρέσβης της Ελλάδας στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κ. Θεόδωρος Δασκαρόλης.

-Από την ανάληψη των καθηκόντων σας μέχρι και σήμερα ποιά προβλήματα έχετε εντοπίσει στην Ομογένεια της Γερμανίας; Τι είναι κατά τη γνώμη σας αυτό που λείπει, και τι σχεδιάζετε να κάνετε για να αντιμετωπίσετε τέτοιες καταστάσεις;

H Ομογένεια της Γερμανίας έχει δραστήρια παρουσία πολλών δεκαετιών. Η λύση πολλών προβλημάτων μπορεί να δρομολογηθεί μέσα από την συνεργασία μεταξύ των ίδιων των ομογενών με την αρωγή της ελληνικής Πολιτείας, όπου χρειάζεται και όπου ζητηθεί. Το κυριότερο πρόβλημα, κατά τη γνώμη μου, είναι αυτό της ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης. Θα πρέπει να αποσαφηνισθεί το είδος της εκπαίδευσης που επιθυμούμε, ως Ελληνική Πολιτεία και Ελληνισμός της Γερμανίας, σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα και με τρόπο που να καλύπτει τόσο τις ανάγκες των ομογενών, όσο και τις γενικότερες εθνικές. DASKAROLIS
-Οι ελληνογερμανικές σχέσεις έχουν περάσει από διάφορα στάδια.  Σε ποιο σημείο αυτές σήμερα βρίσκονται;

Μετά από μια περίοδο αναταράξεων, πολλές από τις οποίες ήταν αναπόφευκτες, έχει διατυπωθεί σε ανώτατο πολιτικό επίπεδο, αμοιβαία βούληση μεταξύ των δύο κυβερνήσεων, για έναν ειλικρινή διάλογο που θα αποσκοπεί στην έντιμη ανταλλαγή απόψεων και εμβάθυνση της συνεργασίας. Έτσι κι αλλιώς, οι ελληνο-γερμανικοί δεσμοί είναι βαθύρριζοι και πολύπλευροι. Αυτό, τονίσθηκε και στις επισκέψεις στο Βερολίνο, μεταξύ άλλων, του Προέδρου της Δημοκρατίας κυρίου Παυλόπουλου, του Υπουργού Εξωτερικών κ. Κοτζιά, του Αναπληρωτή Υπουργού Εξωτερικών κ. Ξυδάκη, καθώς και στην πρόσφατη επίσκεψη του Αντικαγκελαρίου κ. Gabriel στην Αθήνα. Οι ελληνογερμανικές σχέσεις, είναι φυσικό, να έχουν περάσει από πολλές διακυμάνσεις – συχνά επώδυνες – στην ιστορία τους, αλλά έχουν καταγράψει και πολλά θετικά κεφάλαια. Οι λαοί των δύο χωρών έχουν άρρηκτους δεσμούς μεταξύ τους, οι οποίοι κατά κύριο λόγο σφραγίζονται από το κοινό ευρωπαϊκό πεπρωμένο. Όσο συντομότερα το κοινό ευρωπαϊκό πεπρωμένο γίνει συνείδηση σε όλους, τόσο οι διμερείς μας σχέσεις θα απαλλαγούν από εντάσεις και θα εντοπίζουν πάντοτε πεδία συνεργασίας σε πνεύμα αμοιβαίου σεβασμού και κοινού οφέλους.
-Σε ποιους τομείς δίνεται μεγαλύτερη βαρύτητα, ή ποιοί είναι αυτοί που θα πρέπει να βελτιωθούν;

Η προσφυγική κρίση έφερε απότομα πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αντιμέτωπες με ένα πρόβλημα, το οποίο κανονικά δεν θα έπρεπε να τις είχε αιφνιδιάσει, εάν εγκαίρως είχαν αφουγκραστεί τις εκκλήσεις, εδώ και αρκετά χρόνια, της χώρας μας που ετόνιζε προς τους λοιπούς εταίρους ότι οι παράτυπες μεταναστευτικές ροές δεν είναι το μεμονωμένο πρόβλημα ενός κράτους-μέλους όπως η Ελλάδα που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή, αλλά ένα πανευρωπαϊκό ζήτημα που επιδέχεται μια δίκαιη κατανομή βαρών και ευθυνών. Ματαίως. Οι περισσότεροι εταίροι συμπεριφέρονταν τότε κοντόφθαλμα, σαν να μην τους αφορούσε. Η γερμανική κυβέρνηση φάνηκε να το αντιλαμβάνεται μόλις πέρσυ και μάλιστα υπό συνθήκες πανικού, σχεδόν. Έκτοτε, συνεργάζεται στενά με τη χώρα μας στον τομέα της αντιμετώπισης της παράτυπης μετανάστευσης.
Άλλοι τομείς που προσφέρονται για προώθηση της συνεργασίας είναι η οικονομία και οι μορφωτικές ανταλλαγές.
Η Ελλάδα και η Γερμανία συνδέονται επίσης από το γεγονός ότι καταβάλουν το κόστος για κρίσεις, κατ’ εξοχήν αυτήν του προσφυγικού, τις οποίες ως χώρες δεν έχουν προκαλέσει. Έχουν να ανταλλάξουν ένα μεγάλο πλούτο απόψεων και εμπειριών μεταξύ τους.
-Πρόσφυγες, μετανάστες, εκ νέου διαπραγμάτευση… Γνωρίζουν στη Γερμανία
-αυτοί που πρέπει να γνωρίζουν- τα όσα έχει φορτωθεί στην πλάτη της η ελληνική κυβέρνηση; Υπάρχει αντικειμενική προσέγγιση της πραγματικής εικόνας της χώρας;

Ομολογουμένως, η πραγματική εικόνα και τα αντικειμενικά δεδομένα της χώρας μας στη Γερμανία έχουν σε μεγάλο βαθμό διαστρεβλωθεί. Η ευθύνη θα πρέπει να καταλογισθεί, σε μεγάλο βαθμό, σε μερίδα των γερμανικών ΜΜΕ που επέλεξαν να παρουσιάσουν, πιθανόν εξυπηρετώντας σκοπιμότητες, όπως προκύπτει και από έγκυρες μελέτες γερμανικών Ινστιτούτων, μια εικόνα τουλάχιστον ελλειμματική, για την Ελλάδα. Το θύμα αυτής της παραπληροφόρησης δεν είναι μόνον η Ελλάδα, αλλά είναι, περισσότερο ίσως, η γερμανική Κοινή Γνώμη και όσοι πολιτικοί αφέθηκαν να παρασυρθούν από την εκστρατεία παραπληροφόρησης, καθώς στερήθηκαν της δυνατότητας της αντικειμενικής και σφαιρικής ενημέρωσης. Έτσι, στερήθηκαν ταυτόχρονα της δυνατότητας της πολιτικής εγρήγορσης. Είναι κρίμα, επειδή οι απώλειες είναι πραγματικά σημαντικές. Σε τελευταία όμως ανάλυση, μεγαλύτερη σημασία από την ιδέα που σχηματίζουν άλλοι για την Ελλάδα, έχει η αντίληψη που η ίδια η χώρα μας διαμορφώνει για τον εαυτό της. Το έργο αποκατάστασης της εικόνας και υπόληψης της χώρας μας στη Γερμανία, αποδεικνύεται όντως βαρύ.
Σταδιακά πάντως, νομίζω ότι οι κυβερνώντες και ο πολιτικός κόσμος στη Γερμανία κατανοούν την ελληνική πραγματικότητα, θα έλεγα μάλιστα ότι εκτιμούν τις τιτάνιες προσπάθειες που έχει καταβάλει η χώρα μας και ο ελληνικός λαός στα ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής, ενώ αναγνωρίζεται επίσης η θετική συνεισφορά μας στην αντιμετώπιση του προσφυγικού ζητήματος. Από προσωπική εμπειρία, αλλά και αυτήν των πυκνών διμερών επαφών μεταξύ κυβερνητικών αξιωματούχων, αισθάνομαι ότι, σε κάποιο βαθμό, αναγνωρίζουν πλέον, αυτό που στο παρελθόν, απέφευγαν να αναγνωρίσουν ή προτιμούσαν να υποτιμούν. Να θυμίσω, λ.χ., ότι ο Υπουργός Εξωτερικών κ. Κοτζιάς ήδη από τους πρώτους μήνες του 2015 προειδοποιούσε για τις ολέθριες επιπτώσεις που θα επέφερε η δραστική, τότε, μείωση της χρηματοδότησης των προσφυγικών καταυλισμών στην Ιορδανία και στον Λίβανο. Τότε, οι ξένοι συνομιλητές θεωρούσαν ότι κινδυνολογούμε και υποτιμούσαν τις εκκλήσεις μας. Σήμερα, όταν τα κύματα των προσφύγων έχουν γίνει τόσο πιεστικά και ανεξέλεγκτα, συνειδητοποιούν ότι μέσα σε ενάμιση χρόνο τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά βάρη της διαχείρισης του προσφυγικού, έχουν απλούστατα γιγαντωθεί. Να μη λησμονούμε πάντως, ότι ακόμη και στις εποχές της, ας την πούμε, μονοδιάστατης πληροφόρησης, στον γερμανικό χώρο υπήρχαν πάντοτε πιστοί φίλοι και υποστηρικτές της Ελλάδας, αλλά και ένας αξιόλογος αριθμός καλόπιστων και προβληματισμένων συνομιλητών.
-Απομακρύνεται κατά τη γνώμη σας η Ευρώπη των αρχικών αξιών και ιδανικών; Είναι αναγκαία όσο ποτέ άλλοτε σήμερα μια ισχυρή Ευρώπη όλων των κρατών και όχι των πιο ισχυρών χωρών;

Δυστυχώς, η Ευρώπη όντως εμφανίζει σοβαρές ενδείξεις απομάκρυνσης από τις ιδρυτικές αξίες και τα ιδανικά της. Ίσως, επειδή τα τελευταία χρόνια κυριάρχησαν στον ευρωπαϊκό χώρο οι εθνικοί εγωισμοί. Ίσως, επειδή εδραιώθηκε η αντίληψη ότι ο άνθρωπος υπηρετεί το νόμισμα και όχι ότι το νόμισμα υπηρετεί τον άνθρωπο. Γεγονός είναι ότι οι ευρωπαϊκοί θεσμοί και σε μεγάλο βαθμό, οι ίδιες οι κυβερνήσεις, έχουν απομακρυνθεί σε τέτοιο βαθμό από τους Ευρωπαίους πολίτες, ώστε αρκετοί από αυτούς να στρέφονται προς ακροδεξιές ιδεολογίες που η ανάμνηση της επικράτησής τους πριν 80 χρόνια, μόνο ρίγη προκαλεί. Θα ήταν λάθος όμως να αναθεματίσουμε ή να περιφρονήσουμε αυτή τη μερίδα των Ευρωπαίων πολιτών για αυτές τις αδιέξοδες επιλογές τους. Αντίθετα, θα πρέπει να σεβαστούμε τις ανάγκες τους και να κατανοήσουμε τις βαθύτερες αιτίες των επιλογών τους. Αναμφισβήτητα, η Ευρώπη χρειάζεται ένα είδος επανίδρυσης. Χρειάζεται,επίσης, αληθινά οράματα και συλλογικές προσεγγίσεις. Στο εύστοχο ερώτημά σας, μεταξύ ισχυρής Ευρώπης όλων των κρατών ή Ευρώπης των πιο ισχυρών κρατών, η ιστορική εμπειρία έχει καταδείξει ότι όποτε η δύναμη των μεγάλων ενισχυόταν από την αδυναμία των λεγόμενων μικρών, τα αποτελέσματα ήταν στο τέλος καταστροφικά για όλους. Η ίδια η ίδρυση της ΕΟΚ αρχικά και της ΕΕ μεταγενέστερα, έρχεται να επιβεβαιώσει την αφομοίωση αυτής της πολύτιμης εμπειρίας. Παρ’ όλες τις ατέλειές του, το ευρωπαϊκό οικοδόμημα είναι ένα θαυμαστό δημιούργημα. Θέλω να πιστεύω ότι «με στοχασμό και με όνειρο», όπως λέει ο εθνικός μας ποιητής, θα αναζωογονηθεί μέσα από την εγρήγορση των ευρωπαϊκών λαών που θα συνειδητοποιήσουν τη μοναδική αξίατου. Άλλωστε, η μεγάλη ισχύς της Ευρώπης είναι η εκπληκτική ποικιλομορφία της, αλλά και η επίγνωση της πραγματικότητας ότι η αποκοπή ή ατροφία ενός μέλους, καθιστά τον συνολικό οργανισμό ανάπηρο. Το ειδικό βάρος του καθενός μετριέται με την ποιότητα της συνεισφοράς του στην κοινή προσπάθεια και όχι με σκέτα γεωγραφικά ή οικονομικά μεγέθη. Όπως αποφθεγμάτιζε κάποτε πριν 2.500 χρόνια ο Ηράκλειτος: «ἐντῶἔντὸὅλον και τὸὅλονἐντῶἔν» και συμπλήρωνε παρεμφερώς oFriedrichHoelderlin: „DennoftoffenbartsichdasGrößteimKleinsten.“ Ιδού μια αρχαία, αλλά επίκαιρη ελληνική σοφία που αξίζει εμείς οι Έλληνες να ξαναμεταδώσουμε στους Γερμανούς συνομιλητές μας.