Η Ελλάδα «μεταξύ σφύρας και άκμονος»

* Tου Ζήση Δ. Παπαδημητρίου.

Ο μεγάλος Έλληνας ιστορικός Θουκυδίδης, μελετώντας, μεταξύ άλλων, την κοινωνική συμπεριφορά των ανθρώπων εξέφρασε την άποψη πως «ο κοινός άνθρωπος παραμερίζει τη λογική και την ευφυία του, όταν πρόκειται να επωφεληθεί», διαπίστωση που ισχύει αναμφίβολα και σήμερα, αν θελήσει κανείς ναProf. Papadimitriou3 προσεγγίσει την κοινωνική και πολιτική συμπεριφορά ημών των Νεοελλήνων. Οι εξελίξεις των τελευταίων εβδομάδων, μετά την αποπεράτωση της πρώτης φάσης των διαπραγματεύσεων με τους Ευρωπαίους «εταίρους», επιβεβαιώνουν περίτρανα πως η χώρα μας βρίσκεται υπό επιτροπεία, με απρόβλεπτες συνέπειες για το μέλλον του λαού μας, αφού τα μέτρα που μας επέβαλαν τα υποχείρια του χρηματοπιστωτικού συστήματος με επικεφαλής τον Γερμανό Υπουργό των Οικονομικών Σόιμπλε, όχι μόνον δεν υπόσχονται υπέρβαση της κρίσης αλλά, αντίθετα, εγκυμονούν νέους κινδύνους, καθώς απειλούν άμεσα τον κοινωνικό ιστό με πλήρη διάλυση.

Δυστυχώς, τα ελληνικά πολιτικά κόμματα λειτουργούσαν και συνεχίζουν να λειτουργούν μέχρι και σήμερα ψηφοθηρικά, ενώ οι πολίτες, αν όχι όλοι, στο μεγαλύτερό τους μέρος ωστόσο, καθορίζουν τη σχέση τους με την πολιτική, όχι με βάση τη λογική συλλογικών στόχων και συμφερόντων αλλά αποκλειστικά σχεδόν με κριτήριο το προσωπικό τους συμφέρον. Οι προεκλογικές εξαγγελίες του ΣΥΡΙΖΑ ήταν εξίσου ψηφοθηρικού χαρακτήρα, χωρίς το κόμμα να έχει μελετήσει στα σοβαρά την κατάσταση της χώρας και πάνω απ’ όλα να λάβει υπόψη του, εκτός από τους ενδογενείς παράγοντες, το διεθνές οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον, όπως αυτό διαμορφώθηκε σταδιακά τα περασμένα τριάντα περίπου χρόνια, με κυρίαρχο πλέον το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα που έχει καθυποτάξει όχι μόνον την πραγματική οικονομία αλλά και την πολιτική, όπως περίτρανα διαπιστώνει κανείς, παρακολουθώντας τον τρόπο λειτουργίας των πολιτικών ελίτ, τόσο διεθνώς όσο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα άσκησης της εξουσίας, καθιστά αδύνατο τον πραγματικό διάλογο εντός του κυβερνώντος κόμματος και οι όποιες αποφάσεις λαμβάνονται από τους δήθεν ειδικούς, οι οποίοι και απεμπολούν τις ευθύνες τους, όταν οι προτάσεις τους αποτύχουν, καθιστώντας υπεύθυνο τον πρωθυπουργό. Κλασική η περίπτωση του κ. Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος κλήθηκε στην ουσία να λύσει το «Γόρδιο Δεσμό» των μνημονίων με μοναδικό όπλο την πολιτική του εντιμότητα, ενώ τόσο η αντιπολίτευση όσο και πολλά στελέχη του κόμματός του βομβάρδιζαν και βομβαρδίζουν την κοινή γνώμη με παντός είδους παραπλανητικές δηλώσεις. Μάλιστα, οι κατά καιρούς δημόσιες εμφανίσεις και δηλώσεις στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, με πρώτους και καλύτερους κάποιους καθηγητάδες (όχι καθηγητές!), οι οποίοι, ως γνωστόν μετακινούνται από το ένα πολιτικό χώρο στον άλλο για ένα ξέφτι εξουσίας, ευτελίζοντας κάθε έννοια ιδεολογικής σταθερότητας.

Ενόψει του γεγονότος ότι η Ελλάδα βρισκόταν, λόγω της πολιτικής των προηγούμενων κυβερνήσεων, στο χείλος του γκρεμού, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ όφειλε, ήδη από την πρώτη ημέρα της διακυβέρνησης της χώρας, να λάβει αυστηρά μέτρα σε βάρος όλων εκείνων που εκμεταλλεύονται την κρίση πλουτίζοντας περαιτέρω σε βάρος του εργαζόμενου λαού, εφαρμόζοντας διατάγματα νομοθετικού περιεχομένου. Δεν θα είχαν φύγει στο εξωτερικό δισεκατομμύρια ευρώ, αν οι φοροδιαφυγόντες παντός είδους απειλούνταν με δήμευση των περιουσιακών τους στοιχείων, στέρηση της ιθαγένειας κλπ. Η κυβέρνηση δεν προχώρησε καν την υπόθεση της περιώνυμης «Λίστας Λαγκάρντ», ενώ τα δικαστήριά μας λειτουργούν με ρυθμούς αραμπά!

Αυτοσχεδιάζοντας, η κυβέρνηση στήριξε τη διαπραγματευτική της στρατηγική στο να κερδίσει χρόνο, με την ελπίδα ότι θα υπάρξουν και φωνές υποστήριξης των ελληνικών αιτημάτων από κάποιες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις του ευρωπαϊκού χώρου, πράγμα το οποίο δυστυχώς δεν επιβεβαιώθηκε, καθώς οι πολιτικοί της Ε.Ε., εκλεγμένοι και μη, είχαν βάλει πλώρη για το στραγγαλισμό της Ελλάδας προς συμμόρφωση των υπόλοιπων ευρωπαϊκών λαών, γιατί η επιτυχία μιας αριστερής κυβέρνησης θα απειλούσε το νεοφιλελεύθερο δόγμα που κυριαρχεί στα μυαλά συντηρητικών και δήθεν δημοκρατικών πολιτικών, οι οποίο έχουν μετατραπεί σε τηλεκατευθυνόμενα πιόνια του χρηματοπιστωτικού συστήματος των τραπεζών, των κερδοσκόπων, των Οίκων Αξιολόγησης κλπ…

Δεν έλειψαν, βέβαια, και οι προσπάθειες υπονόμευσης της προσωπικότητας του κ. Τσίπρα, πράγμα που ευτυχώς δεν το πέτυχαν, καθότι ο Έλληνας πρωθυπουργός, παρά την έλλειψη μακρόχρονης κυβερνητικής εμπειρίας και τις όποιες προσωπικές του αδυναμίες, στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Εξαναγκάσθηκε να υποκύψει και να δεχθεί ένα νέο Μνημόνιο με ιδιαίτερα επαχθείς όρους για τον ελληνικό λαό, το πολιτικό του ήθος, ωστόσο, αποτελεί στη συνείδηση πολλών ανθρώπων, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, σοβαρή παρακαταθήκη. Ίσως τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων να ήταν πιο θετικά για τη χώρα μας, αν το Δημοψήφισμα είχε διεξαχθεί νωρίτερα και εξανάγκαζε τους θεσμούς να ελιχθούν, προκειμένου να αποφευχθεί το «GREXIT», καθώς, παρά τις προετοιμασίες τους για κάθε ενδεχόμενο, δεν ήταν σίγουροι που θα μπορούσε να οδηγήσει.

Θλίψη προκαλεί το γεγονός ότι η «Αριστερή Πλατφόρμα» αλλά και πολλές άλλες ιδεολογικές ομάδες του ΣΥΡΙΖΑ διαφοροποιούνται απέναντι στην κυβερνητική πολιτική, ενώ επί έξι και πλέον μήνες παρακολουθούσαν τα τεκταινόμενα, χωρίς να σκεφτούν ή να επεξεργαστούν εναλλακτικές προτάσεις. Εμφανίζονται σήμερα στον ρόλο του τιμητή, προκαλώντας σωρεία ερωτημάτων σε ό,τι αφορά στα κίνητρά τους αλλά και τους στόχους τους. Δεν με ενδιαφέρει τόσο η περίπτωση του ευρώ όσο το γεγονός ότι μια Ελλάδα χωρίς τους άλλους λαούς της Ευρώπης είναι πολιτικά καταδικασμένη, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στις προοπτικές μιας εκ βάθρων πολιτικής και κοινωνικής αλλαγής.

*Ο καθηγητής Ζήσης Δ. Παπαδημητρίου, γεννήθηκε το 1939 στους Γόννους της Λάρισας, σπούδασε αρχικά ηλεκτρολόγος μηχανικός στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο του Βερολίνου (Technische Universitat) και στη συνέχεια Κοινωνιολογία στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Την περίοδο 1974-1985 υπήρξε συνεργάτης στον τομέα της τεχνολογικής έρευνας του διεθνούς φήμης Ινστιτούτου Κοινωνικής Έρευνας στο Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης, γνωστό και ως «Κριτική Σχολή της Φρανκφούρτης». Παράλληλα δίδαξε Βιομηχανική Κοινωνιολογία στο Τμήμα Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Φρανκφούρτης (1975-1985). Από το χειμερινό εξάμηνο του 1985 μέχρι και τη συνταξιοδότησή του τον Αύγουστο του 2006, υπήρξε καθηγητής Γενικής και Πολιτικής Κοινωνιολογίας στο Προπτυχιακό και της Πολιτικής Επιστήμης στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών του Τμήματος Νομικής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, επισκέπτης καθηγητής στο πανεπιστήμιο Tohoku της πόλης Sendai της Ιαπωνίας, προσκεκλημένος από την «Ιαπωνική Εταιρεία Προώθησης των Επιστημών» (Japan Society for the Promotion of Science) (1992), στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1993-1996) καθώς και στο Τμήμα Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων και Ανάπτυξης (Δ.Ο.Σ.Α.) του Πανεπιστημίου Θράκης στην Κομοτηνή (1996-2006). Έχει πλούσιο συγγραφικό έργο στα ελληνικά, γερμανικά και αγγλικά. Μεταφράσεις εργασιών του κυκλοφόρησαν επίσης στα ιταλικά και στα ιαπωνικά. Κυριότερα έργα του: Computer und Arbeitsproze? (Ηλεκτρονικοί υπολογιστές και οργάνωση της εργασίας), Campus Verlag, Frankfurt am Main/ New York(1978), Anthropocentric Production Systems in Greece. The Case of the Textile and Clothing Industry (Ανθρωποκεντρικά συστήματα παραγωγής στην Ελλάδα. Η περίπτωση της βιομηχανίας κλωστοϋφαντουργίας και ένδυσης), Brussels (1991), Κοινωνιολογικά ανάλεκτα. Όψεις της σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη (1996), Ο ευρωπαϊκός ρατσισμός. Εισαγωγή στο φυλετικό μίσος, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα (2000), Μεταμοντέρνα Αδιέξοδα, εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 2002, Παρεμβάσεις, εκδ. Σύγχρονοι Ορίζοντες, Θεσσαλονίκη 2006 και Στον αστερισμό της αβεβαιότητας, εκδ. Θερμαϊκός, Θεσσαλονίκη (2012).