Η μεταρρυθμιστική πρόκληση

Δύο νέοι φιλοδοξούν να κυριαρχήσουν στο ελληνικό πολιτικό τοπίο για τα επόμενα χρόνια. Πώς μπορούν να τα καταφέρουν;

Του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου

Ο νυν πρωθυπουργός της χώρας κ. Αλέξης Τσίπρας, επικεφαλής το 2009 ενός οριακού αριστερίστικου κόμματος της τάξεως του 3%-4%, κατάφερε στα εννέα χρόνια που ακολούθησαν να γίνει πρωθυπουργός τετραετίας σχεδόν και να είναι πλέον, ακόμα και αν χάσει τις προσεχείς εκλογές, κορυφαίος πόλος της πολιτικής σκηνής για μία μακρά περίοδο.

Από την πλευρά του, ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης, γόνος ιστορικής πολιτικής οικογένειας της χώρας, φιλοδοξεί και αυτός, αφ’ ενός, να αναρριχηθεί στην πρωθυπουργία και, αφ’ ετέρου, να καθιερώσει τον ρόλο του ως πόλου της εγχώριας πολιτικής σκηνής –έργο σαφώς δυσκολότερο από το αντίστοιχο του Αλ. Τσίπρα.

Το ερώτημα-πρόκληση που έχουν μπροστά τους και οι δύο πολιτικοί είναι το ίδιο: Πώς μπορούν να πετύχουν τους στόχους τους, με δεδομένη την σημερινή κατάσταση της χώρας. Εννοούμε δε τους ζωτικούς εθνικούς στόχους και όχι τις δικές τους επιδιώξεις σε σχέση με την κατοχή και άσκηση εξουσίας. Στο πλαίσιο αυτό, η απάντηση είναι σχετικά απλή. Η επιτυχία ή η αποτυχία των δύο πολιτικών ηγετών εξαρτάται από τί μεταρρυθμίσεις θέλουν και μπορούν να πραγματοποιήσουν, σε μία χώρα που είναι αλλεργική στις αλλαγές και εθισμένη σε πολιτικές πρακτικές τού 19ου αιώνα.

Ακόμα χειρότερα, οι αντιμεταρρυθμιστικές δυνάμεις είναι πανίσχυρες στην Ελλάδα και καλύπτουν το σύνολο σχεδόν της πολιτικής και οικονομικής ζωής της χώρας. Παρόλα αυτά, στην λιγότερο ανταγωνιστική χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αν όχι της Δύσης, οι δυνάμεις αυτές μπλοκάρουν κάθε απελευθέρωση της οικονομίας ικανή να δημιουργήσει ανταγωνιστικές συνθήκες. Έτσι, παρά τις υποδείξεις και πιέσεις από δανειστές και διεθνείς οργανισμούς, στην Ελλάδα επαγγέλματα παραμένουν κλειστά, επιχειρήσεις διατηρούν ολιγοπωλιακό χαρακτήρα και θεσμοί παραμένουν ακίνητοι.

Στην ίδια στιγμή, απογοητευτική είναι και η κατάσταση της εκπαίδευσης στην χώρα, με αποτέλεσμα, στον αιώνα της γνώσης, η νεολαία μας να διεκδικεί πρωτεία στην αμάθεια και την απαιδευσία.

Μία άλλη σοβαρότατη πρόκληση για την χώρα είναι το επενδυτικό κενό που υπάρχει στον παραγωγικό της ιστό. Η ελληνική βιομηχανία με το ζόρι αντιπροσωπεύει ποσοστό 10% του ΑΕΠ και, αν την προσεχή πενταετία δεν γίνουν επενδύσεις πάνω από 100 δισεκατομμύρια ευρώ για συντήρηση και ανανέωση του κεφαλαιουχικού της δυναμικού, ο κλάδος αυτός απλά θα βρεθεί εκτός του νέου καταμερισμού της εργασίας.

Συμμετοχή, όμως, στον νέο διεθνή καταμερισμό της εργασίας σημαίνει ότι πρέπει να γίνουν σημαντικές προϊοντικές αλλαγές στην ελληνική παραγωγική μηχανή, με προσανατολισμό τα είδη υψηλής προστιθέμενης αξίας και εξωστρέφειας. Προϋπόθεση, ωστόσο, για να υπάρξει στην χώρα παρόμοια ανατροπή είναι η καταπολέμηση του συντεχνιασμού –φαινόμενο οπισθοδρομικό και συναφές με την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους.

Κατά τον νομπελίστα Αμερικανό οικονομολόγο Έντμουντ Φελπς, οι ελληνικές παθογένειες οφείλονται στις κυρίαρχες πεποιθήσεις και αξίες της ελληνικής κοινωνίας, στους κόλπους της οποίας διάχυτος είναι ο κορπορατισμός. Ένα φαινόμενο που ξεκίνησε στο τέλος της δεκαετίας τού 1830 και το οποίο δεν μπόρεσε να ξερριζώσει καμμία από τις επτά χρεοκοπίες που υπέστη η χώρα.

Η ελληνική οικονομία πάσχει συνεπώς συνολικά, το δε πολιτικό σύστημα είναι υποταγμένο στις πελατειακές σχέσεις και την παρεοκρατία. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η Ελλάδα βρίσκεται, από πλευράς καινοτομίας, στις τελευταίες θέσεις όλων των διεθνών κατατάξεων.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η παρατηρούμενη σχετική αύξηση των εξαγωγών μας είναι ευκαιριακή και άρα συγκυριακή, απέχει δε πολύ από τού να οφείλεται στον οικονομικό και βιομηχανικό δυναμισμό της χώρας. Δυστυχώς, ο τελευταίος είναι είδος εν ανεπαρκεία στην Ελλάδα και δεν πρόκειται ποτέ να υπάρξει όσο η χώρα θα χάνει νεανικό και επιχειρηματικό ανθρώπινο δυναμικό, τελώντας ταυτοχρόνως και υπό δημογραφική κάμψη.

Καίριο προβάλλει έτσι το θέμα των μεγάλων μεταρρυθμίσεων στην χώρα μας, σε όλα τα επίπεδα. Μεταρρυθμίσεις που για να έχουν απόδοση απαιτείται χρόνος. Αυτός όμως λείπει απελπιστικά, γιατί το πολιτικό σύστημα είναι ασταθές και με ορίζοντες εβδομάδων… Φευ.