Κουραμπιές και μελομακάρονο

Η ρίζα και η ετυμολογική προέλευσή τους. Επιμέλεια: Ευθύμιος Χατζηϊωάννου.

Τα μελομακάρονα και οι κουραμπιέδες είναι τα πιο μυρωδάτα και λαχταριστά σύμβολα των χριστουγεννιάτικων εορτών στην Ελλάδα. Ποιά είναι, όμως, η ιστορία και η ετυμολογία των παραδοσιακών αυτών γιορτινών γλυκισμάτων;
Όλοι ξέρουμε, βέβαια, τον κουραμπιέ, την «χιονάτη» γλυκειά λιχουδιά, με το σφαιρικό, μακρόστενο, ή άλλο καλλιτεχνικό σχήμα, που έχει σαν κύρια συστατικά για την παρασκευή του το ανθόνερο, το βούτυρο και την άχνη ζάχαρη, που κρύβει στα τραγανά της αμύγδαλα την γεύση της προσδοκίας.
Ελάχιστοι, όμως, γνωρίζουν την ρίζα του κουραμπιέ; Σύμφωνα με στοιχεία, που συνέλεξε σε σχετική του έρευνα ο Δρ. Κοινωνιολογίας της Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου, μουσικολόγος και δικηγόρος κ. Δημήτριος Σταθακόπουλος, η λέξη κουραμπιές είναι ξενόφερτη στην Ελλάδα.
Συγκεκριμένα «Qurabiya» στα αζέρικα, «Kurabiye», στα τουρκικά και κουραμπιές στα ελληνικά, είναι σύνθετη λέξη, που στην κυριολεξία σημαίνει «ξηρό μπισκότο», αφού Kuru = ξηρό και biye = μπισκότο.

Δίπυρον – biscuit – Kurabiye – Κουραμπιές

Η ονομασία μπισκότο καθιερώθηκε τον Mεσαίωνα, ετυμολογικά προερχόμενη από το λατινογενές «bis-cuit», που σημαίνει «ψημένο δύο φορές» και που βασίζεται στην αρχαιοελληνική τεχνική παρασκευής ενός είδους άρτου (στα αρχαία ελληνικά λεγόταν δί-πυρον, επειδή ψηνόταν δύο φορές ), ο οποίος δεν «χαλούσε» εύκολα και ήταν μακράς διαρκείας, χρησιμεύοντας ως τροφή κυρίως των στρατιωτών και των ναυτικών.
Στα σύγχρονα ιταλικά, η λέξη είναι «biscotto» (τo «cookies» έχει φλαμανδική / ολλανδική προέλευση, που πέρασε αργότερα στην αγγλική γλώσσα).
Το λατινικό «bis-cuit» διαδόθηκε μέσω των Βενετών εμπόρων και στην Ασία, όπου καθιερώθηκε ως παραφθορά της λατινικής λέξης, σε biya/biye, οπότε συνδέθηκε με το δικό τους Qura /Kuru (ξηρό) και έδωσε τη νέα μικτή (λατινο-ανατολίτικη) λέξη «Qurabiya» / «Kurabiye», η οποία με αντιδάνεια ξαναγύρισε στην Δύση και ελληνοποιημένη πλέον έδωσε στην ελληνική την λέξη «κουραμπιές» με την έννοια του ξηρού μπισκότου, που διανθίστηκε με αμύγδαλα, ζάχαρη άχνη κλπ.kourampiedes

«Μακαρωνία»: Η μεσαιωνική ελληνική ρίζα και σημασία του σημερινού μελομακάρονου

Ενώ, λοιπόν, η λέξη κουραμπιές έχει ξένη ρίζα, τα μελομακάρονα έχουν καθαρά ελληνική ετυμολογική προέλευση. Στα λεξικά αναφέρεται, ότι η λέξη «μακαρόνι» παράγεται από την μεσαιωνική ελληνική λέξη «μακαρωνία» (επρόκειτο για το νεκρώσιμο δείπνο, που είχε ως βάση τα ζυμαρικά, όπου μακάριζαν το νεκρό). Η «μακαρωνία» με την σειρά της έρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «μακαρία», που δεν ήταν άλλο από την «ψυχόπιτα», δηλαδή, ένα κομμάτι άρτου, στο σχήμα του σύγχρονου μελομακάρονου, το οποίο το προσέφεραν μετά την κηδεία.
Αργότερα, όταν η μακαρία περιλούστηκε με σιρόπι μελιού, ονομάστηκε: μέλι+μακαρία = μελομακάρονο και καθιερώθηκε ως γλύκισμα του 12ημέρου, κυρίως από τους Μικρασιάτες Έλληνες και με το όνομα «φοινίκια».
Οι Λατίνοι και αργότερα οι Ιταλοί χρησιμοποιούσαν την λέξη μακαρωνία ως maccarone, που τελικά κατέληξε να σημαίνει το σπαγγέτι. Τέλος, από την μεσαίωνική εποχή και μετά στην Γαλλία και στην Αγγλία, ένα είδος αμυγδαλωτού μπισκότου ονομάστηκε «macaroon» (το γνωστό σε όλους σήμερα «μακαρόν»).