ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ (1868-1894)
-Παρακαλώ σε σταυραητέ, για χαμηλώσου ολίγο
και δος μου τες φτερούγες σου και πάρε με μαζί σου,
πάρε με απάνου στα βουνά, τι θα με φάη ο κάμπος.
Ω, πού με φέρεις μάγισσα και πλάνα φαντασία,
μη , μη με πας στα Γιάννινα. Εκεί με κυνηγούνε,
οι Τούρκοι να με πιάσουνε, το αίμα μου να πιούνε-

Γεννήθηκε στο Συρράκο της σκλαβωμένης ,τότε, Ηπείρου το 1868. Από πολύ μικρός ορφάνεψε από μητέρα. Μαθήτεψε στο ξακουσμένο τότε Συρράκο και 12 χρόνων πήγε στη Ζωσιμαία Σχολή στα Γιάννινα. Μαθητής, ακόμη, δημοσίευσε το γεμάτο πατριωτισμό πόνημα « Αι Σκιαί του Άδου» και έγινε αμέσως διάσημος σε όλη την Ήπειρο. Γι’ αυτό οι Τούρκοι τον καταδίκασαν ερήμην σε 25 έτη εξορία στη Βαγδάτη (!!!). Ο Κ. Κρυστάλλης μετά από δραματικές περιπέτειες έφτασε στην Αθήνα, άγνωστος, ξένος και έρημος. Για να ζήσει δουλεύει σε ανθυγιεινό τυπογραφείο της εταιρίας Σιδηροδρόμων, και γενικά η ζωή του είναι γεμάτη στερήσεις, απογοητεύσεις και απέραντη νοσταλγία για το Συρράκο του. Σύντομα προσβάλλεται από φυματίωση και πεθαίνει στην Άρτα, στις 23.04.1894. Ήταν μόνο 26 χρόνων.
Να τι γράφει ο Περάνθης: Το 1889 έφτασε κυνηγημένος από τους Τούρκους στην Αθήνα. Ήταν γεμάτος όνειρα και φιλοδοξίες. Μπήκε στην πόλη φορώντας ένα βλάχικο κανελλί πανωφόρι με βελούδινο γιακά. Στον ώμο του είχε περασμένο τον χαρακτηριστικό βλάχικο τορβά, ενώ στο δεξί χέρι κρατούσε την αγκλίτσα του. Μιλούσε με έντονη ηπειρώτικη προφορά, πράγμα που προκαλούσε τον περίγελο των «Αθηναίων»… Η Αθήνα δεν ήταν αυτή που φανταζόταν. Το κατάλαβε μόλις πάτησε το πόδι του σε αυτήν. Τον κοίταζαν παράξενα και τον ειρωνεύονταν για τη μιλιά του. Αισθάνθηκε ξένος, παρείσακτος. Πίστευε, πως θα κατάφερνε, αφού ήταν νέος κι ήλπιζε. Γελάστηκε όμως. Τρεις μήνες σέρνονταν από επώνυμο σε επώνυμο πρόσωπο. Μόνο υποσχέσεις. Πήγαινε και ξαναπήγαινε στους ίδιους, πάντα οι ίδιες υποσχέσεις. Τελείωσαν τα χρήματά του, άδειασαν οι τσέπες του.Τα όνειρά του για σπουδές έσβησαν. Τώρα προέχει η επιβίωση. Έψαχνε για δουλειά, αλλά πουθενά δουλειά. Ήθελε μόνο να εξασφαλίσει ένα κομμάτι ψωμί. Δεν θα εγκατέλειπε, ωστόσο, την αγάπη του, την πίστη του για την ποίηση, το τραγούδι, τη συγγραφή. Ο Ηπειρώτης Σπ. Λάμπρου του βρήκε, τελικά, μια δουλειά στο υπόγειο τυπογραφείο στους Σιδηροδρόμους. Εκεί πρέπει να έχασε την υγεία του. Έγραφε συνεχώς για εφημερίδες και περιοδικά. Και την εποχή που όλοι εκθείαζαν μόνο την ποίησή του, ο Ξενόπουλος είχε διαγνώσει και επισημάνει τη μεγάλη σημασία του πεζογραφικού έργου του Κρυστάλλη.
Και ακόμη κάτι πιο σημαντικό: Ο Κ. Κρυστάλλης ήταν ο πρώτος που έγραψε στη δημοτική, τη στιγμή που όλοι οι άλλοι αλληθώριζαν προς την καθαρεύουσα, παραπαίοντας, μάλιστα, ανάμεσα στις δυο «γλώσσες».Στον ελάχιστο χρόνο που έζησε το Βλαχόπουλο της Πίνδου πρόλαβε και μας έδωσε αρκετά δείγματα γραφής, που φανερώνουν τον γεννημένο πεζογράφο. Στα διηγήματά του ο Κ.Κ. είναι πληθωρικός, βιάζεται να μας τα πει/δώσει όλα, σα να εγνώριζε ότι δεν είχε πίστωση χρόνου. Η ζωντάνια με την οποία περιγράφει τη φύση, ξαφνιάζει κάθε αναγνώστη. Οι διάλογοί του είναι απλοί, σοφοί, λαϊκοί: Και ήταν μόλις 26 όταν έφυγε.
Αν και η σύντομη ζωή του ήταν μια τραγωδία, άφησε , ωστόσο, ένα πολύ σημαντικό έργο, όπου αν είχε μια κανονική διάρκεια ζωής, θα αναδεικνυόταν σ’ έναν από τους πιο μεγάλους νεοέλληνες ποιητές, αφού ο χρόνος δικαίωσε τη μικρόχρονη προσφορά του. Όσο ζούσε δεν βρήκε στοργή και βοήθεια που χρειαζόταν ως νέος, ούτε από τους ανθρώπους, αλλά ούτε και από την πολιτεία.
Σήμερα είναι πανελλήνια καταξιωμένος, αφού το έργο του προβάλλεται όλο και περισσότερο, πάντως όχι για όσο αξίζει.
Νίκος Αθ. Μίνης