Μετά την «εκβιομηχάνιση» των προηγούμενων ετών στον πολιτισμό, σήμερα ανακαλύψαμε τη βαριά βιομηχανία του τουρισμού!

Αμαλία Κ. Ηλιάδη, Φιλόλογος-Ιστορικός, Μεταπτυχιακό δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας από το Α.Π.Θ.

Ο ιστορικός του μέλλοντος θα κληθεί, ίσως, να μελετήσει το παράδοξο φαινόμενο της όψιμης βιομηχανικής επανάστασης, που φέρεται να συντελείται στην Ελλάδα (και μόνον στην Ελλάδα) τα τελευταία 30 χρόνια. Το έργο του θα είναι μάλλον κοπιώδες, γιατί οι εγχώριες βαριές βιομηχανίες -του πολιτισμού και του τουρισμού, φυσικά- θα αντιστέκονται στους παραδοσιακούς ορισμούς περί εκβιομηχάνισης. Ας ελπίσουμε ότι τότε, ο αμήχανος αυτός ιστορικός θα συνυπολογίσει, με καλοπροαίρετο τρόπο, μια κεφαλαιώδους σημασίας παράμετρο: την ιδιοσυγκρασιακή σχέση που έχουμε ως λαός με την πραγματικότητα, η οποία εδράζεται όχι τόσο στις πράξεις, όσο στα λόγια.ILIADI

Κορυφαίο παράδειγμα, η δημοφιλής φράση «Ο πολιτισμός είναι η βαριά βιομηχανία της Ελλάδας», που μπήκε στη ζωή μας στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Μπορεί να μας διαφεύγει μέχρι και σήμερα η μετρήσιμη και πρακτική επίδρασή του στην πραγματικότητα, στην πολιτιστική παραγωγή και στην οικονομία, ωστόσο το εθνικό σλόγκαν αποδείχθηκε ανθεκτικό και επικράτησε απλώς και μόνον διά της στομφώδους επανάληψης. Επί της ουσίας, μετατράπηκε από δήλωση σε παραδοχή, μια διαπίστωση που αυτομάτως ταυτιζόταν με την πραγματικότητα, με αυτό που ήδη «είμαστε» χωρίς να χρειάζεται παραπάνω κόπος –αυτό που κάποιοι άλλοι, ξένοι και αδαείς, καλούνταν, επιτέλους, να ανακαλύψουν.

Επάνω στη «βαριά βιομηχανία του πολιτισμού» στρογγυλοκάθησε ολόκληρο το πολιτικό σύστημα, καθώς και, σε πολύ μεγάλο βαθμό, οι άνθρωποι και οι φορείς του πολιτισμού. Το ιδεολόγημα που δημιουργήθηκε κατέστησε την ενασχόληση με τα πολιτιστικά πολύ «τρέντι», ενώ το υπουργείο Πολιτισμού αναδείχθηκε σε «μαγαζί»-γωνία. Κι αν έλειψε κάποιο συγκεκριμένο και συγκροτημένο εθνικό σχέδιο, κι αν δεν διαμορφώθηκε ποτέ, έστω, μια κοινώς αποδεκτή έννοια του πολιτισμού στη σύγχρονη Ελλάδα, ποιος ήθελε να χαλάσει το γενικότερο κλίμα ευμάρειας και ευδαιμονίας με τέτοιες μίζερες προσεγγίσεις;

Η όψιμη αυτή (πολιτιστική) εκβιομηχάνιση της χώρας αποτέλεσε μια θαυμάσια ευκαιρία για τους εκφραστές, αλλά και τους οπαδούς του πολιτικού βερμπαλισμού και του παρεπόμενου πολιτικού μαξιμαλισμού. Όσοι μονίμως παραπονούνται για την υποχρηματοδότηση του πολιτισμού θα πρέπει, νομίζω, να μετρήσουν καλύτερα. Από τη δεκαετία του ’80 και μέχρι την πρόσφατη οικονομική κρίση, παρατηρείται μια υπερεπένδυση στον πολιτισμό (όπως τον εννοούσε, κατά καιρούς, η συγκυρία ή ο εκάστοτε αρμόδιος). Πολλά κονδύλια -εύλογα ή έκτακτα, άμεσα ή έμμεσα, από το υπουργείο Πολιτισμού ή από τους ειδικούς για πολιτιστικές εκδηλώσεις λογαριασμούς άλλων υπουργείων, από ευρωπαϊκά προγράμματα (πολιτιστικά ή «αναπτυξιακά»)- επενδύθηκαν ή «επενδύθηκαν» σε σοβαρούς ή μη καλλιτέχνες, σε καλλιτεχνικές εκδηλώσεις κάθε είδους, σε υποδομές χρήσιμες, πολύτιμες ή απλώς φαραωνικές, σε μέγαρα, θέατρα, αίθουσες πολιτισμού, μαρμάρινα φουαγιέ, πολυχώρους, αναπλάσεις, αναπαλαιώσεις, ανακαινίσεις, εξοπλισμούς… σε καθιερωμένους ή θνησιγενείς θεσμούς, σε φιέστες, σε ειλικρινή καλλιτεχνικά οράματα, αλλά και σε τσαρλατάνους. Μια βαριά βιομηχανία επιδοτούμενη –α λα ελληνικά.

Ύστερα ήρθε η χρεοκοπία, στέρεψαν οι κρατικοί πόροι, πάγωσε η τσιμινιέρα. Ακολούθησε μια σύντομη και αμήχανη μετα-βιομηχανική εποχή (πάντα στην ελληνική βερσιόν), όπου κατέστη σαφές πως το αχτύπητο δίδυμο βερμπαλισμός-μαξιμαλισμός είχε δημιουργήσει μια πολιτιστική «φούσκα», έναν μη βιώσιμο υπερτροφικό τομέα, δυσανάλογο του μεγέθους και των δυνατοτήτων της χώρας.

Άρον-άρον οι συνήθεις ύποπτοι προσχώρησαν στο (όχι και τόσο καινούργιο) δόγμα της λατρείας του τουρισμού, ενώ ο πολιτισμός, από βαριά βιομηχανία μετατράπηκε σε βαριά υποχρέωση, μια ενοχλητική πηγή αιτημάτων και ελλειμμάτων. Ο τουρισμός είναι, πλέον, η βαριά βιομηχανία της χώρας – το εμπεδώσαμε και προχωράμε στο μέλλον με ομοψυχία.

Ίσως αυτή τη βιομηχανία να την κάνουμε πράγματι βαριά. Ίσως πάλι, κατά τον προσφιλή μας τρόπο, να την ονοματίζουμε «βαριά» στο διηνεκές, χωρίς να είναι, ελπίζοντας ότι κανείς δεν θα το προσέξει. Σε κάθε περίπτωση, ο ιστορικός του μέλλοντος για ένα πράγμα θα είναι σίγουρος: εμείς, αυτό που λέμε, το κάναμε.

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός για να διαπιστώσει ότι εδώ και 6 χρόνια η οικονομία της χώρας βρίσκεται σε ύφεση. Μερικοί κλάδοι της οικονομίας έχουν χτυπηθεί περισσότερο. Ο κλάδος της Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών (ΤΠΕ) περνάει δύσκολες μέρες όπως μαρτυρούν τα οικονομικά αποτελέσματα των εταιρειών του κλάδου αυτού. Οι εταιρίες φυτοζωούν, έχοντας κάνει σημαντικές μειώσεις προσωπικού και μισθών, περιμένοντας την πολυπόθητη ανάκαμψη.

Το αντικείμενο ενός σημαντικού έργου που τίθεται εδώ ως παράδειγμα αφορά σε πολύ γενικές γραμμές την ψηφιακή απεικόνιση και περιήγηση του Μουσείου της Ακρόπολης, όπως σχεδιάστηκε από τον καθηγητή Δημήτρη Παντερμαλή και τους συνεργάτες του. Ένα πολύ σημαντικό έργο, με πολύ υψηλές απαιτήσεις από τον ανάδοχο, ο οποίος θα έπρεπε να έχει κατάλληλη τεχνογνωσία, διεθνή εμπειρία και διάθεση για συνεργασία με τους αρχαιολόγους του Μουσείου οι οποίοι θα διαμόρφωναν την υλοποίησή του. Είμαι βέβαιη ότι όλοι συμφωνούμε με τη σημασία του έργου, στην προβολή του καλύτερου Μουσείου που διαθέτει η Ελλάδα και στην τεράστια συμβολή του έργου στη γενικότερη προβολή της χώρας, που τόσο έχουμε ανάγκη στη δύσκολη περίοδο που διανύουμε.

Για ένα έργο που στην περιγραφή του περιλαμβάνει τα ακόλουθα: «…δίνει έμφαση στην οργάνωση του πολιτιστικού του αποθέματος, στην ανάπτυξη αποτελεσματικού συστήματος τεκμηρίωσης και διαχείρισης των συλλογών του, στην εξασφάλιση απρόσκοπτης στο αρχαιολογικό υλικό, στη γνωστική και συγκινησιακή εμπλοκή του κοινού μέσα από νέες, καινοτόμες προσεγγίσεις, στην προβολή του Μουσείου και των δράσεών του, στην αύξηση της φυσικής και διαδικτυακής επισκεψιμότητας η οποία, στη δύσκολη οικονομική συγκυρία που βιώνει η χώρα, μπορεί να συμβάλει στην ενίσχυση του τουρισμού και της οικονομίας γενικότερα».

Στην τελευταία Σοβιετική Δημοκρατία που ζούμε, όποιος επιδιώκει το κέρδος από μια νόμιμη δραστηριότητα είναι εγκληματίας. Δυστυχώς αυτή η αντίληψη έχει καθιερωθεί από τη δεκαετία του ’80: «If you pay peanuts, you get monkeys», λένε οι Αγγλοσάξονες, το οποίο ισχύει τόσο κυριολεκτικά, όσο και μεταφορικά στην περίπτωσή μας.

(Δακτυλογράφηση: Βάσω Κ. Ηλιάδη).