Νίκος Κατσαλίδας, Η χλόη της ανατριχίλας (Φοίνικας, 2018)

Του Μάριου Μιχαηλίδη

Είναι φορές που η ποίηση, ως  αποτύπωση στοχασμών και μνήμης, αλλά και μαρτυρικής βασάνου των ίδιων των ποιητών, έρχεται να επιβεβαιώσει ότι, ιδίως σήμερα, στους δίσεκτους καιρούς μας, έχει ουσιαστικό λόγο ύπαρξης. Και δεν αναφέρομαι στην πληθοπαραγωγή που κατακλύζει την αγορά με στιχηδόν καταθέσεις  προσωπικών αδιεξόδων, πραγματικής ή και φαντασιακής, κατά κανόνα, προέλευσης. Ούτε, βέβαια, μιλώ για μιμητικές αναπλάσεις ιδεών, τις οποίες ούτε οι ίδιοι οι παραχαράκτες θέλουν να ενθυμούνται. Μιλώ έργα δημιουργών, οι οποίοι διαθέτουν ανοιχτή όραση, για ποιητές που δεν συγχέουν ούτε και χάνονται μέσα στο χαώδες του μοντέρνου ούτε και βρίσκουν αδιάφορο το παλαιό. Μιλώ για εκείνους που διαρκώς δοκιμάζονται, τολμούν και, τέλος, χαράσσουν τις δικές τους συντεταγμένες μέσα στον συμπαντικό κόσμο της ποίησης . Ένας τέτοιος ποιητής είναι και ο Νίκος Κατσαλίδας.

Στην πρόσφατη ποιητική του συλλογή, Η χλόη της Ανατριχίλας, ανιχνεύονται καταθέσεις μιας ακόρεστης και άφθαρτης από τον χρόνο αγαπητικής σχέσης του ποιητή με τη γενέθλια γη, καθώς και με τους δικούς του ανθρώπους. Η μνήμη στην ποίηση του Κατσαλίδα κατέχει μια σημαίνουσα θέση και λειτουργεί ως δύναμη ζωοποιός. Γιατί ο ποιητής, με μιαν εξαιρετική ποιητική μαστορική, μεταποιεί τα όσα έχουν ανεξίτηλα καταγραφεί στον έσω κόσμο, σε λέξεις εμποτισμένες με τα μύρα και τις καθαγιασμένες εικόνες της βορειο-ηπειρώτικης γης.  Λέξεις αποξεχασμένες και εικόνες ενός απίστευτου σε έκταση και  αισθητική φυσικού και ανθρώπινου κόσμου, εκρέουν από τη γραφίδα του ποιητή και, καθώς εκβάλλουν στο ποιητικό μας τοπίο, το αναζωογονούν.

Ανάλογα δείγματα εντοπίζει κανείς σε  όλο το ποιητικό έργο του Νίκου Κατσαλίδα και κυρίως στις συλλογές  Όφις οικουρός, Ο παρακλητικός του ηλιοβασιλέματος, και  Δαφνοπόταμο. Εκείνο, όμως, που συνιστά τη διαφορά από προηγούμενα έργα του, είναι ότι στην πρόσφατη συλλογή, όλα ανεξαιρέτως τα ποιήματα υπακούουν στους κανόνες της μετρικής, μουσικο-ρυθμικής εκφοράς του ποιητικού λόγου. Εδώ, η ποιητική παράδοση δεν είναι απλώς παρούσα ως απόηχος των χρυσοφόρων κοιτασμάτων της ελληνικής γλώσσας και των άπειρων εκφραστικών δυνατοτήτων της. Αντίθετα, η δυναμική της είναι ολοζώντανη και θάλλουσα.

Όλα τα ποιήματα της συλλογής είναι με περισσή επιμέλεια και τέχνη καμωμένα,  αντλώντας από τις βαθιές ρίζες του ποιητικού λόγου. Ρίζες που χάνονται βαθιά στο χρόνο, συνεχίζονται με τα ακριτικά και τα δημοτικά τραγούδια, και, στα νεώτερα χρόνια, μεταβάλλονται σε κανόνα  από τους μείζονες ποιητές του 19ο και των αρχών του 20ου αι.

Διαβάζοντας τη  Χλόη της ανατριχίλας , εύκολα διαπιστώνει κανείς την ευχέρεια, με την οποία ο Κατσαλίδας χειρίζεται και εφαρμόζει τον έμμετρο λόγο και κυρίως τον ιαμβικό 15σύλλαβο ή αλλιώς τον ηρωικό στίχο και γενικά την τεχνική που για χρόνια κανοναρχούσε  τα ποιητικά πράγματα. Αυτή η επιλογή δεν είναι, ούτε παθητική μίμηση στα παλιά δοκιμασμένα μονοπάτια, όπου περπάτησαν με ξεχωριστό βηματισμό ο Κάλβος, ο Σολωμός, ο Πορφύρας και ο Παλαμάς, ούτε βεβαίως σημάδι αμφισβήτησης της νεωτερικής  γραφής.

Το πνεύμα και το ήθος της παραδοσιακής στιχουργικής στην παρούσα συλλογή καθορίζονται από την ανυπέρβλητη δύναμη της μνήμης. Της μνήμης που κατέγραψε και διέσωσε προγονικές εικόνες και λαλήματα με τη συνέργεια μιας πρωτότοκης γλώσσας, όπου φθόγγοι και  ανάσες  συμπλέκονται με τα  μύρτα και τα μύρτιλα των προπατόρων  και με τις λαλέουσες δάφνες τις γιαγιάς Όλγας που χρόνια τώρα αφουγκράζεται και συνομιλεί με τους δικούς της απογόνους. «Θυμάμαι τα λόγια τους από τα μικράτα μου» θα πει σε ανύποπτο χρόνο ο Νίκος Κατσαλίδας. «Τις ορμήνιες τους τις συνταίριαζαν με στιχοβολές, γι αυτό και μου καρφώθηκαν στο νου και μέχρι τώρα με ορίζουν. Παράξενο πράγμα.»

Διαβάζοντας, διαπιστώνει κανείς την έκδηλη ανάγκη του ποιητή να επιστρέψει με δύναμη ψυχής στα πατρογονικά του και να ενωθεί με αυτά. Σίγουρα δεν πρόκειται για απόπειρα απομονωτισμού, αλλά για ενσυνείδητη επιστροφή  και αναβάπτιση  μέσα στα νάματα της μνήμης. Ένα ταξίδι που, κάποια στιγμή, όλους μας θέλγει και μας τυλίγει μες στη γλυκόπικρη αρτάνη του. Αυτό επιβεβαιώνουν οι τρεις στίχοι που λειτουργούν ως προμετωπίδα:

Πρώρες, να στήσουμε μεσίστιες σημαίες/ Αιώρες, ν’ αρμενίσουνε εφηβικές σχεδίες/Ώρες, να κουρδίσουμε αρχαίες φόρμιγγες.

 

Πρώρες καραβιών με ξάρτια και κατάρτια, για να δεχτούν σημαίες όχι θριάμβων, αλλά σημαίες πένθιμες και θρηνητικές. Γιατί ο προορισμός μπορεί να υπάρχει ως αρχετυπική εικόνα, αλλά χρόνια τώρα ξεθυμαίνει μες στην άπνοια θρυμματισμένων ονείρων.  Ωστόσο η μνήμη μπορεί ακόμα κι αντρειεύεται και φορά τα γιορτινά της γι αυτό το ονειρικό συναπάντημα.

Αιώρες για να λικνίζεται η ποντοπόρος εφηβεία και να ανδρώνεται ξανά, καθώς θα γεύεται απόηχους  μανικών παιάνων. Και, ποιος ξέρει. Αρμενίζοντας μπορεί να ματαδέσουν της νιότης οι αγιάτρευτοι καημοί. Για το μακρύ ταξίδι ένα είναι σίγουρο, Ώρες  πολλές θα χρειαστούν και ανασκάλεμα σε παλαιικές κασέλες, με ενθυμήματα πολλά κι ευχές προγονικές. Κι ανάμεσά τους φόρμιγγες πλησίστιες με την ηχώ να δένονται πανάρχαιων δρόμων.

 

Πρώρες, Αιώρες και Ώρες. Αυτά επικαλείται ο ποιητής για να οργανώσει το νοερό ταξίδι της μνήμης σε τόπο, όπου καρδιά και νους συνδαυλίζονται σε τόνο δοξαστικό μαζί και πένθιμο. Γιατί ο εξαρχής δηλωμένος τόπος, η Λεσινίτσα, το χωριό της Βορείου Ηπείρου, που η μνήμη το έντυσε με φόρεμα κεκοσμημένο από  στίχους του  Σολωμού Tα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον/ από τουτο το αλωνάκι, σήμερα είναι ένα έλασσον που ακροπατεί και μετεωρίζεται,  πασχίζοντας να σωθεί και να συντηρηθεί στη μνήμη των δικών της ανθρώπων.

Η αλήθεια όμως δεν μπορεί ν’ αποκρυφτεί. Ο καημός της μοναξιάς είναι μεγάλος. Τα αφημένα σπίτια και οι νεκροί πια πρόγονοι, μπορεί να ζουν μέσα στα όνειρα εκείνων που, εδώ και πολλά χρόνια, έχουν πάρει το δρόμο και τώρα ζουν στη μεγάλη πατρίδα. Ακόμη, οι νοερές έστω απόπειρες επανασύνδεσης μπορεί να αφήνουν μια δόση ηδονής μαζί και πικρίας, αλλά τα σπίτια και τα τοπία, χωρίς τους ανθρώπους που δέθηκαν μ’ αυτά, είναι καταδικασμένα να μαραίνονται και να πεθαίνουν. Ο ποιητής το γνωρίζει. Κι αυτή η γνώση είναι που κακουργεί την ελπίδα. Παρ’ όλα όμως αυτά, αναπλάθει μέσα του τον οδυσσειακό νόστο για να ελαφρύνει το άλγος. Κι εκείνο που ζητά είναι το ελάχιστα δυνατό.

 

 

Αν και βαρύς ο μισεμός, φτάνει να υπάρχει Ιθάκη.

Φτάνει να υπάρχει ουρανός που πάνω εκεί ροδίζει.

 Αρκεί να υπάρχει ένας καημός κι ένα περιστεράκι,

Να μ’ αποστέλλει από μακριά γράμμα στο μετερίζι.