Ο Χορευτής του Πηλού*

Έτσι όπως ζύμωναν με τα πόδια τον πηλό για τα πλιθάρια, ο Νικολής ο Περάτης, άπλωσε τις χερούκλες του, κοίταξε προς τον ουρανό κι άρχισε να χορεύει. Οι άλλοι σταμάτησαν όπως ήταν και τον κοίταξαν σαστισμένοι. Στην αρχή πήγαν να γελάσουν, μα σαν είδαν το βλέμμα του κι ένιωσαν δίπλα τους την κίνησή του, σοβαρεύτηκαν. Έμοιαζε λες κι είχε «ξεφύγει» απ’όλα γύρω του και  ήτανε ένα με τη γη, σαν να γεννιώταν εκείνη την ώρα από μέσα της.Ταυτόχρονα σαν να ’θελε να φτάσει ψηλά, εκείνο το επίμονο βλέμμα του λες και τρυπούσε τον ουρανό.

Ο χορός του κράτησε λίγα λεπτά. Και σαν τέλειωσε, έβαλε τις φωνές:

– Τι πάθατε, ρε; Δεν ξανάδατε άνθρωπο να χορεύει; Εγώ έτσι θέλω να κτίσω το σπίτι μου, αρχίζοντας και τελειώνοντας με χορό.

Το σπίτι του θα το’χτιζε μόνος του. «Τι αρχιτέκτονες και κουραφέξαλα», έλεγε, «κι ένα σωρό ειδικοί, για να φτιάξουν ένα σπίτι, έχεις χέρια και ξέρεις να ζυμώνεις το χώμα; Το ’φτιαξες»!

Με το χώμα, με τη γη, γενικά, ασχολείτο από έντεκα χρονών παιδί, από τότε που ο πατέρας του τον έβγαλε από το σχολείο, όχι γιατί δεν ήταν καλός μαθητής, αντίθετα άριστος ήταν, μα γιατί «δεν τα ’βγαζαν πέρα», όπως είπε ο πατέρας, στενοχωρημένος κι αυτός με την απόφασή του.

Όλες του οι δουλειές, στα χωράφια, στα περβόλια, ήταν καλές, μα εκεί που ξεχώρισε ήταν στο «κόψιμο του πλιθαριού» και στο κτίσιμο, βέβαια, των σπιτιών με πλιθάρι.Θα πει κάποιος, «και ποια ειναι η δυσκολία να φτιάξεις πλιθάρια, ένα μείγμα πηλού ήταν».

Ναι, αλλά το χώμα έπρεπε να ’ναι αργιλώδες, να προστεθεί η σωστή αναλογία αχύρου και νερού, να ζυμωθεί σωστά, να δέσει το πράμα. Να μπει ύστερα στα ειδικά καλούπια και να στεγνώσει κανονικά.

Και μετά, το κτίσιμο. Προσεχτικό, «καλλιτεχνικό», όπως έλεγε κι ο μάστρε- Νικολής.Ο ίδιος το ’χε μεράκι να φτιάχνει και τις στέγες. Ήταν πρώτα η επιλογή των «βολικιών», των μεγάλων εκείνων δοκαριών. Ύστερα, έπρεπε να διαλεκτούν και να μπουν σωστά τα καλάμια, ένα-ένα, να δέσουν, να μη μένουν κενά. Μετά, το χώμα, και, τέλος, η αργιλώδης λάσπη, να στρώσει καλά, ώστε να μην περνάει ούτε σταγόνα νερού. Κάθε μάστορας το θεωρούσε μεγάλη αποτυχία, αν οι στέγες του έσταζαν.

 

Ο μάστρε-Νικολής επέμενε στο κτίσιμο με πλιθάρι κι όταν ακόμα οι εξελίξεις των καιρών έφεραν την εγκατάλειψή του. Όταν, μάλιστα, κάποιος γύρεψε να επιχειρηματολογήσει, «το πλιθάρι είναι ασύμφορο, πρέπει να εκσυγχρονιστούμε, δεν γίνεται να μείνουμε με πρωτόγονες μεθόδους, το τούβλο είναι και καλό και φτηνό», ο Νικολής αγρίεψε:

– Ποιο τούβλο, ρε τούβλο, δεν βλέπεις ότι το πλιθάρι είναι το πιο υγιεινό υλικό, φέρνει δροσιά το καλοκαίρι και ζεστασιά το χειμώνα, τυχαία είναι μες στην παράδοσή μας τόσα χρόνια»;

 

Μετά το περιστατικό με τον χορό, το πραγματικό του επίθετο σχεδόν ξεχάστηκε. «Χορευτή του πηλού» τον είπαν, κι είν’ η αλήθεια του άρεσε. Θύμωνε μόνο όταν τον αποκαλούσαν απλά Xορευτή:

– Τι χορευτή με λες, ρε ανεπρόκοπε, χορευτής του ταγκό είμαι; Χορευτής του πηλού, είμαι, ρε!

Στην προσφυγιά τα προβλήματά του με το επίθετο γίναν ακόμα μεγαλύτερα. Κάποιοι είχαν ακούσει για τον Χορευτή, μα πώς να τους διορθώσει, τι να τους πει δηλαδή, «του πηλού», τρελλό θα τον έβγαζαν, πού ξέρουν, άλλωστε, αυτοί από πηλό; Έτσι, απόφευγε τις πολλές κουβέντες και αναφερόταν μόνο στο ξεχασμένο κι από τον ίδιο ακόμα πραγματικό του επίθετο. Μόνο που, αν καμιά φορά κάποιοι – στις κυβερνητικές υπηρεσίες, κυρίως-  γίνονταν επίμονοι στις ερωτήσεις τους, «από πού είσαι, γέροντα, πώς βγήκε το επίθετο Περάτης», αυτός ξεσπούσε:

– Από πέρα, από τ’ανάθεμα είμαι, γι αυτό με βγάλαν έτσι!

Μακάρι, βέβαια, να ’ταν αυτά τα προβλήματά του στην προσφυγιά. Στην αρχή δυσκολεύτηκε πάρα πολύ στον Συνοικισμό. Στα «τσιμεντένια κλουβιά», όπως τα ’λεγε, με άγνωστους ανθρώπους δίπλα, ασφυκτιούσε. Πού ήταν η ανοικτοσύνη του σπιτιού, της γειτονιάς, του χωριού; Πού ήταν το δωμάτιό του. Σαν τον έβαλαν να ξαπλώσει κι είδε από πάνω του το τσιμεντένιο ταβάνι, ένιωσε απελπισία. Πώς να κοιμηθεί, που ’μαθε να κοιτάζει πρώτα τη δική του στέγη, αυτήν που ’πλασε με τα χέρια του;

Κάτω από κείνη τη στέγη αγαπήθηκαν με τη γυναίκα του, έβαλαν δίπλα τους παιδιά, έκλαψαν με τις στεναχώριες, γέλασαν με τις χαρές. Θυμόταν πόσες νύκτες έμεινε άγρυπνος στην περίοδο πριν το Πραξικόπημα και την Εισβολή. Δεν μπορούσε να χωρέσει το μυαλό του πώς ήταν δυνατό να φανατίζονται οι άνθρωποι τόσο, τι είχαν να χωρίσουν, συγχωριανοί ήταν, φίλοι, συγγενείς, πώς έγιναν οι άνθρωποι έτσι, σαν λύκοι έμοιαζαν. Δεν μπορούσε να καταλάβει πώς  τυφλώθηκαν και δεν έβλεπαν  αυτό που ο ίδιος έβλεπε σαν σίγουρο και αναπόφευκτο, την επερχόμενη καταστροφή, τον ερχομό των Τούρκων. Ήταν η μόνη «καταιγίδα», που ένιωθε πως δεν θα ’ντεχε η στέγη του όλες τις άλλες, τις φυσικές, μέχρι τότε τις άντεξε. Γυρίζοντας στο πλάι, να μη βλέπει άλλο το τσιμεντένιο ταβάνι του συνοικισμού, έφερε στο μυαλό του στιγμές που λες κι έπαιζε με τη φύση. Ήταν κάποιες άγριες νύκτες του χειμώνα που κτυπούσαν το σπίτι τ’ανεμόβροχα κι αυτός τα προκαλούσε:

– Κτυπήστε όσο θέλετε, η στέγη μου δεν σας φοβάται, δεν πρόκειται να μπει μέσα μήτε βροχή μήτε αέρας, εγώ διάλεξα το χώμα, ο πηλός έδεσε γερά.

Τη γυναίκα του την έχασε πριν από εφτά-οκτώ χρόνια. Ήσυχος θάνατος, για έναν ήσυχο άνθρωπο, καρδιακή προσβολή είπαν οι γιατροί, μια μεγάλη καρδιά, μια ζωή δεν ζητούσε τίποτα, της έφτανε το ελάχιστο. Την έκλαψε, γιατί την αγαπούσε. Όμως, δεν τ’άρεσε που δεν τον άφησαν να την αποχαιρετήσει με τον τρόπο του. Ήταν, βέβαια, κάπως περίεργη σκέψη, αλλά ποιος, επιτέλους καθόριζε τι είναι λογικό και τι δεν είναι; Την ώρα που της έριχναν στον τάφο χώμα και νερό, στην ιδέα δηλαδή και μόνο της λάσπης, ο γέρο-Νικολής θέλησε να χορέψει! Μόλις, όμως, σηκώθηκε και σήκωσε τα χέρια, η κόρη του τον αποπήρε απότομα:

– Τι κάνεις, πατέρα; Δεν σέβεσαι, πια, ούτε τους νεκρούς;

Αυτό πολύ του κακοφάνηκε. Τι σήμαινε ούτε τους νεκρούς, δηλαδή δεν σεβόταν, κατά τη γνώμη της ούτε τους ζωντανούς;

Το «δεν σέβεσαι» ήταν μια φράση που θα την άκουγε συχνά τα χρόνια που ακολούθησαν. Στο γηροκομείο που τον έριξαν η κόρη του κι ο γιος του που ήταν στην Κύπρο – ο μικρός έμεινε μετά τις σπουδές του μόνιμα στην Αγγλία –  ο γέρο- Νικολής εθεωρείτο ο απροσάρμοστος. Προσπάθησαν, βέβαια, τα παιδιά του να του εξηγήσουν πως δεν είναι επειδή δεν τον αγαπούν, αντίθετα είναι απόδειξη της αγάπης τους ότι διάλεξαν έναν από τους αριστοκρατικότερους «οίκους ευγηρίας» στην πόλη, ας δείξει κι αυτός λίγη κατανόηση, βλέπει πως πνίγονται στις δουλειές τους, πόσα να προλάβουν, ας σεβαστεί και τους ξένους ανθρώπους, τον γαμπρό και τη νύφη του, πρέπει να είναι θετικός στη ζωή, τα πράγματα δεν είναι πια όπως τα ήξερε.

Πράγματι, δεν ήταν όπως τα ήξερε: Στο γηροκομείο έπρεπε να κάνει ένα σωρό συμβιβασμούς. Με ανθρώπους άγνωστους, περίεργους, ξιπασμένους. Έπρεπε να συνηθίσει τις ξένες νοσοκόμες, «τι να κάνουμε», είπε ο Διευθυντής, «δεν βρίσκουμε ντόπιο προσωπικό, κι αυτές καλές είναι, ας μιλήσει κι ο γέρος λίγα εγγλέζικα, δεν χάθηκε ο κόσμος». Τι έκανε, λέει; Να μάθει εγγλέζικα ο γέρο-Νικολής στα ογδονταδύο του; Να μαϊμουδίσει, δηλαδή, σε τέτοια ηλικία;

Βεβαίως, τα δυσκολότερα ήταν όσα ακολούθησαν. Ο γέρος όχι μόνο δεν άντεχε το κάτασπρο τσιμεντένιο ταβάνι –«έτσι θα ’ναι ο ουρανός στην κόλαση», έλεγε – μα τα ’βαλε και με την πλαστική επίπλωση του «πολυτελούς οίκου». «Χάθηκε μια ψάθινη καρέκλα»; φώναζε, «ο πισινός μου δεν μπορεί να κάτσει στο πλαστικό». Παρόμοιες αντιδράσεις είχε και για τα τραπέζια και τις πλαστικές, ακόμα, γλάστρες.

Μ’όλα αυτά, το μυαλό όλων πήγε με σιγουριά σ’αυτόν, όταν συστηματικά οι πλαστικές καρέκλες βρίσκονταν σπασμένες. Ποιος άλλος θα το ’κανε;

– Ποιος άλλος, φώναζε κι η κόρη του. Μόνο εσύ, ο πιο παράξενος απ’όλους, που τίποτε δεν σ’αρέσει, που δεν καταλαβαίνεις ότι οι εποχές αλλάζουν, εσύ έμεινες στην εποχή του πηλού και των πλιθαριών! Εσύ που δεν σέβεσαι τίποτε, ούτε τον κόπο των ξένων ανθρώπων που σε φροντίζουν!

 

Κατάστρωσε το σχέδιό του καλά. Με κάποιους που μπαινόβγαιναν στα Kατεχόμενα τακτικά μετά τη «χαλάρωση των μέτρων στη διακίνηση», ο γέρο-Νικολής ήρθε σ’επαφή με τον άνθρωπο που έμενε στο δικό του σπίτι. Τουρκοκύπριος ήταν, ξεσπιτωμένος κι αυτός, ηλικιωμένος, θα τον καταλάβαινε. Άλλωστε, δεν του ζήτησε και τίποτε σπουδαίο: να του επιτρέψει να πεθάνει στο δικό του σπίτι, να ξεψυχήσει στο δωμάτιό του. Και στις απορίες που είχε ο Τουρκοκύπριος, «πώς γίνεται να ξέρει πότε θα πεθάνει, μήπως θ’αυτοκτονήσει;», ο γέρο-Νικολής του έστελλε το μήνυμα να μην ανησυχεί, ξέρει αυτός τι κάνει, ένα βράδυ μόνο θέλει το δωμάτιό του.

Πήρε μετά τηλέφωνο τον μικρό γιο του στο εξωτερικό:

– Έλα, αποφάσισα να πεθάνω μέσα στο χώμα, μες στον πηλό!

– Τι είν’αυτά που λες, πατέρα, στο χώμα δεν θα καταλήξουμε όλοι;

Σαν του εξήγησε την απόφασή του, ο γιος πήρε το πρώτο αεροπλάνο και κατέβηκε στην Κύπρο. Ούτε ήθελε να τον αφήσει να πάει μόνος του στα κατεχόμενα, ούτε, βέβαια, πίστευε πως θα μπορούσε ένας άνθρωπος να πεθάνει την ώρα που θ’αποφάσιζε!

Τον συνόδευσε ώς το χωριό τους, μέχρι το σπίτι τους. Εκεί, στο άδειο από τους ξένους κατοίκους του σπίτι του, ο γέροντας έβαλε σε εφαρμογή το προετοιμασμένο με κάθε λεπτομέρεια σχέδιό του. Στο κέντρο της αυλής, μάζεψε κατάλληλο χώμα,, πρόσθεσε άχυρο και ζήτησε από τον γιο του να του ρίχνει νερό. «Προσεκτικά, όσο σου λέω εγώ, να μπουν σωστά οι αναλογίες, να μπορέσει να δέσει το πράμα». Ύστερα,τύλιξε καλά πάνω τα παντελόνια του, πάτησε μες τον πηλό και τίναξε τα χέρια προς τα πάνω. Ο γέρο-Νικολής χόρευε, λες και τα πόδια του δεν ξεκολλούσαν από τη γη, έδινε την αίσθηση πως φύτρωνε εκείνη την ώρα, σαν να φαίνονταν κιόλας οι ρίζες του. Ταυτόχρονα, είχε και πάλιν, ύστερα από τόσα χρόνια, εκείνο το βλέμμα, λες κι ήθελε να τρυπήσει τον ουρανό. Οι χερούκλες του, ανοικτές, λες κι έδειχναν από τη μια την ανοικτοσύνη της θάλασσας, έτσι καθώς το σπίτι ήταν στο πιο ψηλό σημείο του χωριού, κι από την άλλη ψηλά, σαν να ’δειχναν το μεγαλείο του Θεού.

Όταν ο χορευτής του πηλού ένιωσε πως άφηνε μες στον πηλό την ψυχή του, σταμάτησε και, χωρίς να πει λέξη, κατευθύνθηκε στο δωμάτιό του. Ξάπλωσε και κοίταξε στο ταβάνι. Τίποτε δεν είχε αλλάξει. Η στέγη του άντεξε όλες τις κακουχίες. Δεν είχε περάσει μέσα ούτε σταγόνα νερό. Ο καλός μάστορας πάντα καταλαβαίνει. Σαν τρέξει νερό, μένουν πάντα σημάδια…

Οι κατοχικές αρχές, αφού μελέτησαν επισταμένα το συμβάν, αποφάσισαν να επιτρέψουν την ταφή του μάστρε-Νικολή στο παλιό νεκροταφείο του χωριού. Άλλωστε, είπαν, δεν είχαν τίποτε ν’ανησυχήσουν. Αν είναι να πήγαιναν στα σπίτια τους μόνο κάτι τρελοί γέροντες για να πεθάνουν εκεί, αυτούς δεν τους πειράζει.

Ο γιος επέστρεψε στις ελεύθερες περιοχές κρατώντας στο χέρι ένα κομμάτι πηλού από πλιθάρι. Είχε στεγνώσει καλά, καθώς οι αναλογίες των υλικών ήταν οι σωστές. Μάλιστα είχαν πάρει το σχήμα γροθιάς, έτσι όπως τον έσφιγγε στη χούφτα του.

Από τότε, ο μικρός γιος του Νικολή, του Χορευτή του Πηλού, δεν ξανάφυγε από την Κύπρο.

*Κώστας Λυμπουρής, από τη  συλλογή “Προσωρινά κλειστό”, ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, Αθήνα 2006