Πρεμιέρα της ταινίας του ελληνοϊρανού σκηνοθέτη Σίαμακ Ετεμάντι στο Panorama της Berlinale. Η ιστορία της Παρί, η οποία έρχεται στην Αθήνα από την Τεχεράνη για να βρει το γιo της. Ο δύσκολος δρόμος προς τη χειραφέτηση.Το βράδυ της Τρότξς η ταινία «Pari» του Σίαμακ Ετεμάντι έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου, στο πρόγραμμα Panorama. Πρόκειται για την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του 48χρονου ελληνοϊρανού σκηνοθέτη, ο οποίος ζει από το 1995 στην Αθήνα. Εδώ διαδραματίζεται και η ιστορία της ταινίας.

Η ιδέα προέκυψε από τις επισκέψεις της μητέρας του Παρί στην Αθήνα, αποκαλύπτει ο Σίαμακ Ετεμάντι. Πάντα πηγαίνει στο αεροδρόμιο να την παραλάβει: «Μια φορά καθόμουν στο αεροδρόμιο για να την υποδεχθώ και σκεφτόμουν, τι θα κάνει αυτή η γυναίκα αν δεν ήμουν εκεί, αν είχε συμβεί κάτι, είχα κάποιο ατύχημα; Και τη ρώτησα. Μου απάντησε με μια περσική παροιμία: Θα σήκωνα και τα βουνά για να σε βρω.»

Ο άφαντος γιος

Αυτή ακριβώς είναι και η στάση της Παρί, της πρωταγωνίστριας στην ταινία που υποδύεται η ιρανογερμανίδα ηθοποιός Μελίκα Φορουτάν. Μαζί με τον άνδρα της Φαρόκ (στο ρόλο ο Σαμπάζ Νοσίρ) έρχονται από την Τεχεράνη στην Αθήνα για να επισκεφτούν το γιο τους Μπαράκ, που υποτίθεται ότι σπουδάζει στο Πολυτεχνείο. Ο Μπαράκ δεν εμφανίζεται όμως στο αεροδρόμιο για να τους υποδεχτεί. Όπως διαπιστώνουν πολύ σύντομα, ουδέποτε είχε εγγραφεί ως φοιτητής και ούτε μένει πλέον στη διεύθυνση που τους έδωσε. Ο Φορούκ καθιστά υπεύθυνη τη γυναίκα του Παρί για τη συμπεριφορά του γιού της. Την κατηγορεί ότι η κατανόηση της για το γιο τους ήταν υπερβολική. Όταν αυτός ήθελε ο γιος τους να τους επισκέπτεται στο Ιράν, αυτή του έλεγε ότι θα πρέπει να τον αφήσουν να κάνει φοιτητική ζωή στην Ελλάδα και άλλα παρόμοια.

Ο Φαρόκ, που έχει πρόβλημα με την καρδιά του, πεθαίνει στην Αθήνα. Η Παρί μένει μόνη και συνεχίζει έτσι την αναζήτηση του γιου της σε ένα ξένο περιβάλλον, προσπαθώντας να συνεννοηθεί με κάτι σπαστά αγγλικά που ξέρει. Ασπίδα της είναι η δυνατή θέληση να βρει το γιό της. Τίποτα δεν φαίνεται να την τρομάζει. Ούτε οι οδομαχίες στα Εξάρχεια, ούτε τα σκοτεινά σοκάκια, ούτε οι κακοφημισμένες περιοχές του Πειραιά. Χρησιμοποιεί τα πάντα και τους πάντες. Οι προσπάθειες της Παρί δεν φέρνουν κανένα αποτέλεσμα. Ο Μπαράκ παραμένει άφαντος.

Περιπέτεια χειραφέτησης

Όμως, όλο και περισσότερο στην πορεία της αναζήτησης, η Παρί, ψάχνοντας για το γιο της, αρχίζει να ανακαλύπτει τον εαυτό της. Θυμάται τα όνειρα που έκανε στα νιάτα της και τα οποία στη συνέχεια τα ξέχασε. Σε αυτό συμβάλει και το ξένο περιβάλλον. Σχεδόν πάντα είναι έτσι, επισημαίνει ο Σίαμακ Ετεμάντι, «όταν ερχόμαστε σε έναν καινούργιο τόπο, δεν γνωρίζουμε τις συνθήκες και ούτε τους κανόνες. Ξεκινάμε σχεδόν από την αρχή. Αυτό μας βάζει σε μια κίνηση. Πολλές φορές μπορεί να είναι και πολύ τρομακτική, επειδή τα πράγματα είναι δύσκολα. Μπορεί να αισθανθείς εντελώς χαμένος. Και η Παρί αναγκάζεται να βουτήξει στα βαθιά και να κολυμπήσει επειδή δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά, θέλει δεν θέλει.» Μακριά από τους κοινωνικούς και θρησκευτικούς περιορισμούς, που ίσχυαν στο οικογενειακό της περιβάλλον στο Ιράν, η Παρί μπαίνει σε μια διαδικασία χειραφέτησης. Αυτή η περιπέτεια είναι άλλωστε και το κεντρικό θέμα της ταινίας.

Παναγιώτης Κουπαράνης, Βερολίνο