(c) ellinikignomi
(c) ellinikignomi Οι ψηφοφόροι εξακολουθούν να βαθμολογούν με έντονα αρνητικό τρόπο την Κυβέρνηση, διατηρώντας την διψήφια ποσοστιαία διαφορά, που χωρίζει τον ΣΥΡΙΖΑ από την Νέα Δημοκρατία

Γράφει ο Βασίλης Κ. Μηλίτσης.

Εν όψει των επικείμενων εκλογών επικρατεί ένα πραγματικό φρενοκομείο. Πολιτικά μαγειρέματα, μεταπηδήσεις από το ένα κόμμα στο άλλο από άτομα με ελαστικότητα πολιτικής συνείδησης, που σαν τον μυθικό Πρωτέα δε διστάζουν ν’ αλλάξουν πολιτική μορφή, μόνο και μόνο να διατηρήσουν τον βουλευτικό τους θώκο. Πολιτικοί ηγέτες, όταν δεν κινδυνολογούν, καταφεύγουν σε λαϊκιστικές υποσχέσεις και δεσμεύονται για καλύτερες μέρες. Πολιτικοί, που οι ενέργειές τους προκάλεσαν ολέθριες επιπτώσεις στη χώρα μας, ιδρύουν νέα κόμματα. Άτομα άσχετα με την πολιτική, προερχόμενα από τον καλλιτεχνικό και αθλητικό χώρο, και έχουν λάμψει με την ανικανότητά τους επανεδιεκδικούν θέση στην πολιτική κονίστρα. Καινούρια φιντανάκια, μόνο και μόνο επειδή έγιναν γνωστά στο ευρύ κοινό, φιλοδοξούν να λάβουν στα χέρια τους τα sceptra gubernacula (τα ηνία της εξουσίας). Όλα αυτά τα τεκταινόμενα προκαλούν μια σύγχυση, απελπισία και απόγνωση στο εκλογικό σώμα. Τι να ψηφίσει άραγε ο αδύναμος εργάτης, ο οποίος παράγει αγαθά και οι υπεραξία τους γεμίζει τις τσέπες αυτών που τυχαίνει να έχουν τα μέσα παραγωγής; Τι να ψηφίσει ο ευσυνείδητος δασκαλάκος που ενσταλάζει γνώσεις στο μυαλό των μαθητών του και προσπαθεί να τους καταστήσει άνδρες καλούς καγαθούς στην κοινωνία, όταν βλέπει το έργο του να καταστρέφεται από την αποβλακωτική τηλεθέαση και το θλιβερό παράδειγμα των ταγών του έθνους; Τι να ψηφίσει ο φιλαλήθης δημοσιογράφος, που όταν πασχίζει να αποκαλύψει την αλήθεια, κινδυνεύει να πάει φυλακή ως λιβελλογράφος; Και τέλος τι να ψηφίσει ο συνταξιούχος όταν του έχει περικοπεί ένα μεγάλο μέρος της σύνταξής του; Και γενικά τι να ψηφίσει ο λαός όταν βλέπει να διαλύεται το κοινωνικό κράτος; Επιτέλους, τι φταίει για όλα αυτά; Πικρή βέβαια η αλήθεια, αλλά το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης γι’ αυτό το χάλι πέφτει στους ψηφοφόρους, που ψηφίζουν είτε με πελατειακή σχέση είτε από άγνοια είτε από αδιαφορία. Πρόκειται άραγε για έναν λαό που άγεται και φέρεται χωρίς καμιά πολιτική συνείδηση, έρμαιο των κάθε λογής πολιτικάντηδων; Πρόκειται λοιπόν για όχλο; Ο Γκι ντε Μοπασάν (Guy de Maupassant) γράφει χαρακτηριστικά στο διήγημά του Le Horla (Ο Οξαποδώ):

Γιορτή της Δημοκρατίας. Περπάτησα στους δρόμους και τα πυροτεχνήματα και οι σημαίες με διασκέδασαν σαν να ήμουν παιδί. Κι όμως, δεν είναι ανόητο να χαίρεται κανείς μια ορισμένη ημερομηνία, γιατί το θέλει ένα κυβερνητικό διάταγμα; Ο όχλος μοιάζει μ’ ένα ηλίθιο κοπάδι πρόβατα, άλλοτε βλακωδώς υπομονετικό κι άλλοτε σε θηριώδη ανταρσία. Του λες: «Ψυχαγωγήσου», και ψυχαγωγείται. Του λες: «Πήγαινε και πολέμησε το γείτονά σου», και πάει να πολεμήσει. Του λες: «Ψήφισε τον Αυτοκράτορα», και ψηφίζει τον Αυτοκράτορα, κι κατόπιν του λες: «Ψήφισε Δημοκρατία», και ψηφίζει Δημοκρατία. Αλλά και οι ηγέτες του είναι κι αυτοί ανόητοι. Μόνο, αντί να υπακούουν σε ανθρώπους, υπακούουν σε αρχές, οι οποίες δεν μπορεί παρά να είναι ανόητες, στείρες και ψεύτικες, για τον απλούστατο λόγο ότι οι αρχές δεν είναι τίποτε παρά ιδέες που θεωρούνται βέβαιες και αναλλοίωτες, ενώ σ’ αυτόν τον κόσμο κανείς δεν είναι βέβαιος για τίποτε, αφού και το φως είναι μια πλάνη κι ο θόρυβος μια ψευδαίσθηση.foto

Ας αναρωτηθούμε λοιπόν: Σαν λαός τέτοιοι είμαστε; Και τέτοιους ηγέτες θέλουμε που να υπακούουν, για τη δική τους ιδιοτέλεια, όχι μόνο σε αβέβαιες και ψεύτικες αρχές αλλά και σε αφεντικά που παρασκηνιακά κινούν τα νήματα; Μέχρι τώρα έπιασε τόπο η ψήφος μας; Και με τα ερωτήματα αυτά, ας πράξουμε μόνο κατά συνείδηση στις επερχόμενες εκλογές.