Τι ιστορία λέω στην κόρη μου

Του Μικέλη Σωτ. Χατζηγάκη (Αναδημοσίευση από την ΕΣΤΙΑ).

Όταν ήμουν μικρός ο πατέρας μου συνήθιζε να μου λέει μια παραλλαγή της ιστορίας του Σίσυφου. Ο Σίσυφος κουβαλούσε ένα βράχο έως την κορυφή ενός ξερού βουνού αλλά όταν έφτανε εκεί ο βράχος δεν σταθεροποιούνταν και έπεφτε από την άλλη μεριά. Ο Σίσυφος αναγκάζονταν να τον ξανασπρώξει στο επόμενο βουνό, αλλά ο βράχος ξαναέπεφτε. Όμως, πέντε μέρες μετά από όπου πέρναγε ο βράχος άρχιζε να ανθίζει. Ο Σίσυφος ποτέ δεν κατάφερε να σταθεροποιήσει τον βράχο ή να φτάσει σε κάποιο τελικό προορισμό. Αλλά άφηνε κάτι καλύτερο πίσω του.

Αυτή ήταν μια από τις αγαπημένες ιστορίες του πατέρα μου. Ίσως γιατί πίστευε πως έτσι θα μας περάσει το μήνυμα του. Ίσως γιατί έβλεπε τον εαυτό του σαν έναν Σίσυφο που συνέχεια σπρώχνει τον βράχο του λίγο πιο πέρα. Τον βράχο της οικογένειας. Τον βράχο της πολιτικής. Τον βράχο των υποχρεώσεων απέναντι στην κοινωνία. Όπως ο δικός του Σίσυφος, πάντα προσπαθούσε για κάτι καλύτερο από το σημερινό. «Σπρώξε λίγο ακόμα» μου έλεγε συχνά όταν περνούσα τις δικές μου δυσκολίες.

Μεγάλωσα με αυτή την ιστορία. Και τώρα την λέω εγώ στην μεγάλη μου κόρη. Όχι γιατί μου την έλεγε ο πατέρας μου και «πρέπει» να την μεταφέρω στα παιδιά μου. Αλλά γιατί αυτή η ιστορία υποδηλώνει μια θεμελιώδη αξία στην ζωή μου. Την αξία της σκληρής δουλειάς. Την αξία της διαρκούς προσπάθειας για κάτι καλύτερο κάθε μέρα ακόμα και αν δεν είναι ξεκάθαρος ο τελικός προορισμός. Θεωρώ πως έχω ηθική υποχρέωση απέναντι στην κοινωνία να σπρώξω τον «βράχο» λίγο πιο πέρα να βοηθήσω να ανθίσει η επιφάνεια που θα αφήσω πίσω μου. Και γνωρίζω πολλούς που «έσπρωχναν το βράχο» πριν από μένα. Πιο δυνατά από μένα. Που πάλευαν για μια καλύτερη κοινωνία και για μια καλύτερη χώρα, και παρότι έβλεπαν μικρή πρόοδο, ή ακόμα και πισωγυρίσματα, ποτέ δεν σταματούσαν. Και πραγματικά θαύμαζα και εμπνεόμουν από αυτούς τους ανθρώπους.

Σήμερα, όμως, βλέπω ελάχιστους να έχουν αυτή την αντίληψη. Σε μια χώρα που βυθίζεται όλο και περισσότερο σε μια κρίση οικονομική, πολιτική και κοινωνική, όλο και λιγότεροι είναι διατεθειμένοι να έχουν ρόλο Σισύφου. Και σε μια χώρα που βουλιάζει μέρα με την μέρα το να πληθαίνουν οι επιτήδειοι και να λιγοστεύουν οι «Σίσυφοι» είναι η τέλεια συνταγή για την απόλυτη καταστροφή.

Τα τελευταία χρόνια υπήρχε η αίσθηση – και ακόμα υπάρχει σε ένα βαθμό – πως τον «βράχο» θα πρέπει να τον σπρώξουν λίγα και συγκεκριμένα κομμάτια της κοινωνίας. Η αίσθηση δηλαδή ότι δεν υπάρχει συλλογική ευθύνη για το που βαδίζει η χώρα. Όμως, αυτό που πρέπει να γίνει είναι ο καθένας μας να αναλάβει να «σπρώξει τον βράχο» όσο πιο δυνατά μπορεί. Να μιμηθούμε το παράδειγμα συμπολιτών μας που στην παλαιότερη απεργία των ανθρώπων καθαριότητας βγήκαν οι ίδιοι να μαζέψουν τα σκουπίδια και να φροντίσουν την γειτονιά τους. Όχι γιατί κάποιος τους ανάγκασε, αλλά γιατί οι ίδιοι θεώρησαν πως είναι υποχρέωση τους να βάλουν πλάτη εκεί που μπορούσαν.

Αν, λοιπόν, κοιτάξουμε τα σωστά πρότυπα και προσπαθήσουμε να σπρώξουμε τον βράχο που μας αναλογεί, η χώρα μας θα γίνει πολύ καλύτερη. Η αλλαγή πρέπει να είναι οργανική. Πρέπει, δηλαδή, να ξεκινήσει από εμάς και την νοοτροπία μας. Ίσως μια πρώτη ευκαιρία είναι να ξεκινήσουμε διαλέγοντας ποιες ιστορίες θα πούμε στα παιδιά μας.

*Ο Μικέλης Χατζηγάκης είναι οικονομολόγος (LSE, Tufts). Σήμερα είναι μεταπτυχιακός φοιτητής στην Σχολή Κέννεντυ του Χάρβαρντ.