Τι ανέφερε ο Γενικός Γραμματέας της Βουλής των Ελλήνων, κ. Αθανάσιος Παπαϊωάννου.

Η Βουλή των Ελλήνων (διά της Επιστημονικής Υπηρεσίας της) και το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία διοργάνωσαν ημερίδα με θέμα «Το Σύνταγμα του 1864: 150 χρόνια μετά», στην Αίθουσα της Γερουσίας, στο κτίριο της Βουλής των Ελλήνων. Τις εργασίες της ημερίδας άνοιξε με ομιλία του ο Γενικός Γραμματέας της Βουλής των Ελλήνων, κ. Αθανάσιος Παπαϊωάννου.

Ακολουθεί το κείμενο της ομιλίας του κ. Παπαϊωάννου:

«Αποτελεί για μένα ιδιαίτερη τιμή και μου δίνει μεγάλη χαρά να χαιρετίζω εκ μέρους του Προέδρου της Βουλής κ. Ευάγγελου Μεϊμαράκη το σημερινό συνέδριο που γίνεται με αφορμή τη συμπλήρωση των 150 χρόνων από τη θέση σε ισχύ του Συντάγματος του 1864 με το οποίο η χώρα μας έκανε ένα αποφασιστικό βήμα στην πολιτική ιστορία της περνώντας από τη συνταγματική μοναρχία στη βασιλευομένη δημοκρατία.
Είναι γνωστό πως το Σύνταγμα αυτό αποτέλεσε μια επιτυχημένη τομή στα θεσμικά δεδομένα της χώρας μας και γι’ αυτό αδιάψευστος μάρτυρας είναι η μακροβιότητά του καθώς η βασική του δομή και φιλοσοφία κρατήθηκαν ακέραιες μέχρι το Σύνταγμα του 1975, δηλαδή για πάνω από ένα αιώνα, κάτι που αποκτά ιδιαίτερη σημασία εάν σκεφθεί ότι στο διάστημα αυτό μεσολάβησαν πέντε άλλα Συντάγματα, δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, δύο εμφύλιοι πόλεμοι, τρεις δικτατορίες και μεγάλος αριθμός στρατιωτικών κινημάτων.
Θα ήταν αλαζονικό εκ μέρους μου να μιλήσω σε ένα τέτοιο ακροατήριο ειδικών περί την συνταγματική ιστορία και το συνταγματικό δίκαιο για τις συνθήκες που οδήγησαν στο Σύνταγμα αυτό και να αναφερθώ στις βασικές του διατάξεις. Θα ακολουθήσουν άλλοι ομιλητές οι οποίοι θα το πράξουν με πολύ καλύτερο τρόπο από εμένα.
Εκείνο όμως που θα κάνω, από τη σκοπιά μου είναι να διατυπώσω ορισμένες σκέψεις προσπαθώντας να ανιχνεύσω τους παράγοντες εκείνους που συνέβαλαν στο να παραχθεί ένα κείμενο που άντεξε στο χρόνο. Νομίζω ότι μπορεί κανείς να απαριθμήσει τους ακόλουθους παράγοντες, δίνοντας έμφαση σε αυτούς που έχουν και μια αξία για το σήμερα:

1. Η ψήφιση νέου Συντάγματος δεν ήταν μια πολιτική απόφαση που ελήφθη στο πλαίσιο πολιτικών υπολογισμών τακτικής αλλά αποτελούσε ιστορική επιταγή μετά την έξωση του Όθωνα και την κοινή διαπίστωση ότι το καθεστώς της συνταγματικής μοναρχίας είχε αποτύχει να δώσει λύσεις.

2. Η Εθνοσυνέλευση που το επεξεργάστηκε και το ψήφισε ευτύχησε να έχει στη σύνθεσή της δύο γενεές πολιτικών: αφ’ ενός, την απερχόμενη γενεά της Επανάστασης, με κορυφαίο τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο – ο οποίος παρά το αρνητικό ρόλο που έπαιξε όποτε άσκησε εκτελεστική εξουσία, ήταν διακεκριμένος γνώστης των θεσμικών κατακτήσεων της δυτικής Ευρώπης και δη της Μεγάλης Βρετανίας- και αφ’ ετέρου την επερχόμενη γενεά των πολιτικών που θα κυριαρχούσαν στις επόμενες δεκαετίες με πιο ξεχωριστές περιπτώσεις αυτές του Δεληγεώργη, του Κουμουνδούρου και βεβαίως του Τρικούπη. Εάν σε όλα αυτά προσθέσει κανείς και τη συμμετοχή των εκπροσώπων των μόλις προσαρτηθέντων Ιονίων Νήσων που έφεραν μαζί τους νέο πνεύμα, μπορεί να συνειδητοποιήσει την ποιότητα του πολιτικού προσωπικού της εν λόγω Συνέλευσης.

3. Το νέο Σύνταγμα κλήθηκαν να εφαρμόσουν οι καινούριοι αυτοί πολιτικοί που παρά τις πολλές παραβιάσεις που σημειώθηκαν ιδιαίτερα κατά την πρώτη δεκαετία της εφαρμογής του δεν έσπευσαν να αποδώσουν τα προβλήματα που ανεφύησαν στο ίδιο το Σύνταγμα αλλά στον τρόπο εφαρμογής ή μη εφαρμογής του. Είναι χαρακτηριστικό πως στα δύο μνημειώδη άρθρα του με τίτλο «Τις πταίει;» και «Παρελθόν και ενεστώς» όπου στηλιτεύει δριμύτατα το θεσμικό εκτροχιασμό της χώρας δεν αποδίδει τα προβλήματα αυτά στο Σύνταγμα αλλά στα πρόσωπα και στις πρακτικές τους. Και όταν, λίγο αργότερα, το 1875, κατά τη διάρκεια της πρώτης, σύντομης πρωθυπουργίας του, εξαγγέλει την αρχή της δεδηλωμένης δια στόματος Γεωργίου του Α’ γνωρίζει ότι κάτι τέτοιο δεν είναι γραμμένο πουθενά στο Σύνταγμα αλλά, ξέρει επίσης, επηρεασμένος και από τη βρετανική κοινοβουλευτική του διαπαιδαγώγηση ότι η δημιουργία μιας συνταγματικής πρακτικής έχει, συχνά, πολύ μεγαλύτερη σημασία από την καθιέρωση μιας νέας συνταγματικής διάταξης.

4. Νομίζω όμως ότι η σημαντικότερη παράμετρος στη μακροβιότητα του Συντάγματος αυτού ήταν πως έθεσε απλές διατάξεις σχετικά με τη λειτουργία του πολιτεύματος που επέτρεπαν την ευέλικτη εφαρμογή του τους. Αυτή η ευελιξία, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι, με εξαίρεση τα μέσα της δεκαετίας του 1930, υπήρχε ευρύτατη λαϊκή συναίνεση ως προς τους βασικούς κανόνες του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, επέτρεψαν στο Σύνταγμα αυτό να παραμείνει ουσιαστικά αναλλοίωτο ως προς τις βασικές του ρυθμίσεις μέχρι το 1975.
Είναι βέβαιο ότι κάθε εποχή έχει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της και το να εξάγει κανείς αβασάνιστα συμπεράσματα για τη δική του εποχή βασιζόμενος σε δεδομένα του παρελθόντος ενέχει αρκετούς κινδύνους. Η επιτυχία ενός χθεσινού εγχειρήματος δε συνεπάγεται κατ’ ανάγκη ανάλογη επιτυχία και σήμερα.
Πρέπει όμως να προβληματιζόμαστε από το γεγονός ότι μέσα στα 40 μόλις χρόνια από την ψήφιση του Συντάγματος του 1975, έχουν μεσολαβήσει 3 συνταγματικές αναθεωρήσεις εκ των οποίων οι δύο είτε αφορούσαν κρίσιμα άρθρα είτε ήταν ευρύτατες και ήδη συζητείται το ενδεχόμενο και μιας νέας αναθεώρησης τόσο από τη συμπολίτευση όσο και από την αντιπολίτευση. Μάλιστα υπήρξαν και απόψεις περί συντακτικής συνέλευσης, κάτι που φυσικά κινείται εκτός κάθε συνταγματικού πλαισίου.
Κάθε εγχείρημα συνταγματικής αναθεώρησης πρέπει να διέπεται από τις βασικές αρχές της καλής νομοθέτησης.
Πρέπει δηλαδή να διαπιστώνει κανείς πρώτα εάν υπάρχει όντως πρόβλημα που χρήζει επίλυσης.
Στη συνέχεια θα πρέπει να εξετάζεται εάν το πρόβλημα οφείλεται σε μια συνταγματική διάταξη ή στην έλλειψή της ή εάν, αντίθετα, οφείλεται σε ένα κακό νόμο ή και στην παραβίαση της συνταγματικής διάταξης. Πριν πάμε να αλλάξουμε το Σύνταγμα, πρέπει να δούμε εάν αρκεί να αλλάξουμε το νόμο ή να βρούμε τρόπους πραγματικής εφαρμογής της σχετικής συνταγματικής διάταξης.
Αλλά και εάν τελικά η τροποποίηση της διάταξης δείχνει να είναι η ενδεδειγμένη λύση, θα πρέπει κανείς να εκτιμήσει τις τυχόν παρενέργειες που μπορεί να έχει η νέα διάταξη και να σταθμίσει τα θετικά και τα αρνητικά.
Απλά πράγματα που επιβάλλει η κοινή λογική, που πρέπει να προσδοκούμε από τον απλό νομοθέτη αλλά πρέπει πάνω από όλα να απαιτούμε από τον τυχόν συντακτικό νομοθέτη.
Και κάτι ακόμη. Η συνταγματική αναθεώρηση είναι μια διαδικασία που ολοκληρώνεται από δύο Βουλές, πριν και μετά τις εκλογές. Μέχρι τώρα, τόσο το 1985 όσο και το 2000 μετά τις εκλογές προέκυψε Βουλή ίδιας ιδεολογικής σύνθεσης με αυτή της προηγούμενης Βουλής και έτσι η συνταγματική αναθεώρηση ολοκληρώθηκε προς την κατεύθυνση που είχε δοθεί από την προηγούμενη Βουλή. Αναρωτιέται κανείς τι θα γίνει εάν δρομολογηθεί μία αναθεώρηση με τον προσδιορισμό των αναθεωρητέων διατάξεων προς μια κατεύθυνση και αυτή ολοκληρωθεί με την αναθεώρησή τους προς μία ακριβώς αντίθεση κατεύθυνση. Δε θα ήθελα να φανταστώ τα συνταγματικά και πολιτικά προβλήματα που θα δημιουργούνταν σε μια τέτοια περίπτωση.
Αλλά νομίζω μακρηγόρησα και, ενδεχομένως, να μετέφερα τη συζήτηση από το επιστημονικό στο πολιτικό πεδίο. Όμως κάθε συζήτηση συνταγματικού δικαίου και ιστορίας ενέχει έντονα το πολιτικό στοιχείο.
Εκείνο που τελειώνοντας θα ήθελα να τονίσω είναι πως το Ίδρυμα της Βουλής, συνεχίζοντας την πλούσια δραστηριότητά του σε θέματα πολιτικής ιστορίας με την πολύτιμη συμβολή της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής θα συνεχίσει να συμβάλει στη δημιουργική συζήτηση και ανταλλαγή απόψεων για την πολιτική μας ιστορία, τη μακρά κοινοβουλευτική μας παράδοση και τις δημοκρατικές αξίες. Έχουμε ήδη ασχοληθεί με τα Συντάγματα του 1952 και του 1911, σήμερα καταπιανόμαστε με το Σύνταγμα του 1864 και βέβαια, μπορώ να ανακοινώσω ότι τον Ιούνιο του 2015, η Βουλή και το Ίδρυμα θα τιμήσουν με το δέοντα τρόπο τη συμπλήρωση 40 ετών από την ψήφιση του ισχύοντος Συντάγματος».

Στην ημερίδα συμμετείχαν οι ακόλουθοι:

vouli1
Νίκος Αλιβιζάτος, Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Αθηνών
Άλκης Δερβιτσιώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Θράκης
Αθανασία Διονυσοπούλου, Λέκτορας, Πανεπιστήμιο Αθηνών,
Επιστημονική συνεργάτις του Επιστημονικού Συμβουλίου της Βουλής των
Ελλήνων
Πασχάλης Κιτρομηλίδης, Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Αθηνών,
Μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου της Βουλής των Ελλήνων
Χαράλαμπος Κύρκος, Διδάκτωρ Νομικής, Προϊστάμενος του Τμήματος
Κοινοβουλευτικής Ιστορίας της Βουλής των Ελλήνων
Παναγιώτης Μαντζούφας, Επίκουρος Καθηγητής, Αριστοτέλειο
Πανεπιστήμιο
Κώστας Μαυριάς, Πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου της Βουλής
των Ελλήνων, Ομότιμος Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Αθηνών,
Πρόεδρος της Ένωσης Συνταγματολόγων
Σαράντης Ορφανουδάκης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Αριστοτέλειο
Πανεπιστήμιο
Αντώνης Παντελής, Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Προϊστάμενος
της Α΄ Διεύθυνσης Επιστημονικών Μελετών της Βουλής των Ελλήνων
Νίκος Παπασπύρου, Ειδικός Γραμματέας της Βουλής των Ελλήνων,
Λέκτορας, Πανεπιστήμιο Αθηνών
Γιώργος Σωτηρέλης, Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Αθηνών,
Προϊστάμενος του Τμήματος Κοινοβουλευτικών Ερευνών και Μελετών της Βουλής των Ελλήνων
Ιωάννης Τασόπουλος, Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Αθηνών
Σπυρίδων Φλογαϊτης, Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Αθηνών,
Διευθυντής Ευρωπαϊκού Οργανισμού Δημοσίου Δικαίου