Μιλάει στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ ο συγγραφέας, μελετητής και ερευνητής κ. Γεράσιμος Αλεξάτος για τους Έλληνες του Γκαίρλιτς, 7000 περίπου στρατιώτες και αξιωµατικοί του ∆΄ Σώµατος Στρατού που έζησαν επί 2,5  χρόνια σε γερµανικό έδαφος ως αιχµάλωτοι-φιλοξενούµενοι του Κάιζερ

Συνέντευξη στον Αποστόλη Ζώη

Ο Γεράσιµος Αλεξάτος γεννήθηκε και µεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στο Τεχνικό Πανεπιστήµιο του Βερολίνου, όπου για κάποιο διάστηµα εργάσθηκε ως επιστηµονικός συνεργάτης. ∆ιετέλεσε διευθυντικό στέλεχος στη βιοµηχανία και επί δύο δεκαετίες ερευνητής, ελεγκτής εφευρέσεων στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Ευρεσιτεχνιών. Παράλληλα ασχολήθηκε συστηµατικά και επί πολλά χρόνια µε τη µελέτη και την έρευνα σε ειδικά ιστορικά θέµατα των ελληνογερµανικών σχέσεων, τα οποία κατά καιρούς παρουσιάζει σε διαλέξεις ή δηµοσιεύει. Το κυρίως έργο του είναι η ανάδειξη της ξεχασµένης έως πρόσφατα «υπόθεσης Γκαίρλιτς», την οποία περιέλαβε στα βιβλία του «Οι Έλληνες του Γκαίρλιτς, 1916-1919» (2010, υποψήφιο για κρατικό βραβείο λογοτεχνίας 2011) και στο συλλογικό έργο «Εν Γκαίρλιτς, 31/12/1917…» (2014). Ως ειδικός επί του θέµατος συµµετείχε επίσης στον συλλογικό τόµο «Ορόσηµα ελληνο-γερµανικών σχέσεων», που εκδόθηκε το 2010 από το Ίδρυµα Πολιτισµού της Βουλής των Ελλήνων.  Ο Γεράσιμος Αλεξάτος μιλάει στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ.

– «Το µυστικό των Ελλήνων του Γκαίρλιτς». Μπορείτε να αναφερθείτε στην ενδιαφέρουσα εκποµπή; Τι έδειξε η έρευνα;

«Όλα ξεκίνησαν τον Μάιο του 2011, όταν µε αφορµή την έκδοση του βιβλίου µου «Οι Έλληνες του Γκαίρλιτς 1916-1919», διοργανώσαµε -από κοινού µε τον σύλλογο Εξάντας του Βερολίνου- το πρώτο µεγάλο ταξίδι-προσκύνηµα 100 απογόνων και άλλων ενδιαφεροµένων από Ελλάδα και Γερµανία στην πόλη εκείνη που 100 περίπου χρόνια πριν είχε υποδεχτεί µε µεγάλες τιµές τους Έλληνες προγόνους τους. Ήταν τότε που η καταγόµενη από την ίδια πόλη Gesine Räbiger κατάλαβε πως είχε έρθει επιτέλους η στιγµή να προχωρήσει την έρευνα σε ένα προσωπικό της θέµα που από καιρό την απασχολούσε: Να κάνει ευρέως γνωστή την υπόθεσή της ελπίζοντας να ανακαλύψει κάτι περισσότερο για τον µυστηριώδη Έλληνα προπάππο της, την ύπαρξη του οποίου µέχρι πρότινος αγνοούσε. Τι είχε συµβεί; Από µικρή η Gesine ένιωθε µια παράξενη έλξη για την Ελλάδα, τους ανθρώπους και τον πολιτισµό της. Περνούσε πάντα εκεί µαζί µε την οικογένειά της τις διακοπές της, έµαθε αρκετά καλά την ελληνική γλώσσα, αγόρασε σπίτι στην Πελοπόννησο. Έως ότου, µετά από πολλά χρόνια, έµαθε από µια θεία της ότι ο επισήµως δηλωµένος ως «άγνωστος» πατέρας του παππού της ήταν ένας αγνώστων λοιπών στοιχείων Έλληνας. Η αποκάλυψη αυτή την αναστάτωσε τόσο πολύ που αφιέρωσε από τότε ένα µεγάλο µέρος του χρόνου της προκειµένου να συλλέξει στοιχεία για τον µυστηριώδη πρόγονο, στον οποίο βέβαια η Gesine απέδιδε –γι’ αυτό ήταν σίγουρη- την κλίση και την αγάπη της για τη σηµερινή Ελλάδα. Μετά από επίµονες δικές της έρευνες σε τοπικά και στρατιωτικά αρχεία, είχε και την πρώτη επιτυχία: Ο προπάππος βρέθηκε κάπου δηλωµένος ως Johannes Barutis, καταγόταν από µια πόλη ονόµατι Agwali“ και ήταν στρατιωτικός ιερωµένος του ελληνικού ∆΄ Σώµατος Στρατού που παραδόξως είχε µεταφερθεί τον Α΄Παγκόσµιο Πόλεµο στο Γκαίρλιτς της τότε Σιλεσίας. Η έρευνα µετά τη γνωριµία µας τον Μάιο του 2011 συνεχίστηκε στα δικά µου προσωπικά αρχεία, κυρίως από τότε που για την υπόθεσή της ενδιαφέρθηκε ο τηλεοπτικός σταθµός MDR στα πλαίσια της σειράς των δηµοφιλών εκποµπών του «Τα ίχνη των προγόνων» ( Die Spur der Ahnen“). Για καλή της τύχη η έρευνα κι αυτή τη φορά ήταν ιδιαιτέρως αποδοτική: Σε ένα και µοναδικό δηµοσίευµα στην καθηµερινή εφηµερίδα «Ελληνικά Φύλλα» που εξέδιδαν στο Γκαίρλιτς οι Έλληνες «φιλοξενούµενοι», υπήρχε µια µικρή αναφορά στον ιεροδιάκονο Ιωάννη Βαρούτη (και όχι Μπαρούτη όπως νόµιζε έως τότε η Gesine), ενώ ανάµεσα σε καρτ-ποτάλ της εποχής µε σκηνές από την πάνδηµη κηδεία του διοικητή του Σώµατος Χατζόπουλου τον Απρίλιο του 1918, ξεπρόβαλλε ολοζώντανα σε πρώτο πλάνο η µορφή ενός νεαρού διακόνου («σα να ήθελε να βγει από την εικόνα», είπε κάποιος), που δεν µπορούσε να είναι άλλος από τον Έλληνα προπάππο. Έντονη και αυθόρµητη ήταν η συγκίνηση της δισέγγονης, όταν µπροστά στον φακό αντίκρυσε για πρώτη φορά το πρόσωπο του δικού της ανθρώπου, γεγονός που αποτυπώθηκε εµφανώς στην ταινία. Υπήρξε όµως και κάτι άλλο ακόµα πιο συγκλονιστικό: Κάπου ανάµεσα στα ογκώδη και αδηµοσίευτα έως τώρα αρχεία, όπου φυλάσσεται το πολύτιµο υλικό των ηχητικών καταγραφών λόγου και µουσικής που έλαβαν χώρα στο ελληνικό στρατόπεδο, βρέθηκε µια µικρή χειρόγραφη και δυσανάγνωστη υποσηµείωση: «Βυζαντινή µουσική µε συνοδεία του διακόνου στο ισοκράτηµα». Ακούγεται απίστευτο, αλλά ανάµεσα σε 7000 απλούς και αφανείς ως επί το πλείστον στρατευµένους, που τραγικές ιστορικές συγκυρίες οδήγησαν στο στρατόπεδο της µακρινής τότε ξενιτιάς, στάθηκε δυνατό να εντοπιστούν 100 χρόνια αργότερα όχι µόνο το όνοµα και η µορφή ενός εξ αυτών αλλά ακόµα και η καταγεγραµµένη σε κέρινο κύλινδρο φωνή του! ∆υστυχώς, αυτό το τελευταίο για τεχνικούς λόγους δεν µπόρεσε να συµπεριληφθεί στην κατά τα άλλα λίαν ενδιαφέρουσα εκποµπή. Όσο για το Agwali“ επρόκειτο φυσικά για το γνωστό Αϊβαλί, γεγονός που οδήγησε την Gesine µαζί µε το τηλεοπτικό συνεργείο στην απέναντι Λέσβο και από εκεί στην Αθήνα, όπου και έγινε µε έκδηλη συγκίνηση η πρώτη συνάντηση µε κάποιους µακρινούς συγγενείς της».

-Πόσο σηµαντικές είναι τέτοιες έρευνες για την αλήθεια των ιστορικών γεγονότων;

«Πρόκειται για ένα είδος «λαϊκής ιστορίας» ή «ιστορίας από τα κάτω», όπου οι απλοί άνθρωποι –οι αφανείς ήρωες της Ιστορίας- αποκαλύπτουν τα δικά τους βιώµατα, τις δικές τους ερµηνείες, προσφέροντας πολύτιµο υλικό, καινούργιους δρόµους, «εξανθρωπίζοντας» κατά κάποιο τρόπο την Ιστορία. Ο φακός της έρευνας, δηλαδή, στρέφεται από την κεντρική πολιτική σκηνή και τους εκάστοτε πρωταγωνιστές της στη ζωή και τη δράση των καθηµερινών ανθρώπων, φωτίζοντας τις «αφανείς πλειοψηφίες», τη βασική κινητήρια δύναµη του ιστορικού γίγνεσθαι. Σε συνδυασµό µε τις συµβατικές ιστορικές πηγές, εµπλουτίζουν την εικόνα του παρελθόντος αµφισβητώντας ενίοτε τις καθιερωµένες ιστορικές αφηγήσεις. Παράλληλα ανταποκρίνονται και στην εσωτερική ανάγκη πολλών ανθρώπων να ερευνούν και να ανακαλύπτουν µέσα από το γενικό και το συλλογικό, τα ίχνη και την ιδιαίτερη ιστορία των προγόνων και των οικογενειών τους».

-Εκτιµάτε ότι οι λαοί δεν έχουν να χωρίσουν τίποτα σε σχέση µε τις εφαρµοσµένες πολιτικές;

«Πράγµατι, όσο βαθύτερα εξετάζει κανείς τις σχέσεις µεταξύ κρατών ή χωρών ανατρέχοντας στο θεµελιώδες επίπεδο των καθαρά ανθρώπινων σχέσεων, επαφών και αναµνήσεων, τόσο διαπιστώνει ότι σε τελική ανάλυση αυτά που ενώνουν τους απλούς ανθρώπους είναι πολύ περισσότερα από εκείνα που τους χωρίζουν. Εντούτοις, η ειδυλλιακή αυτή εικόνα αλλάζει ριζικά όταν η ιστορική ανάλυση προχωρήσει από το ατοµικό επίπεδο σε εκείνο των συλλογικοτήτων. Ας πάρουµε ένα ιστορικό παράδειγµα από την εποχή του Μεγάλου Πολέµου που πραγµατευόµαστε. Πριν από το 1914 στις δύο χώρες που σήκωσαν το µεγαλύτερο βάρος του πολέµου, τη Γερµανία και τη Γαλλία, υπήρχαν ισχυρά σοσιαλιστικά κόµµατα τα οποία διακήρυσσαν ακριβώς αυτό, ότι δηλαδή θα µαταίωναν τον πόλεµο επειδή «οι λαοί δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν». Την κρίσιµη όµως στιγµή οι σοσιαλιστές ηγέτες–πλην ελαχίστων εξαιρέσεων- όχι µόνο έσπευσαν οι ίδιοι ως καλοί εθνικιστές να εγκρίνουν τις πολεµικές πιστώσεις ανοίγοντας τον δρόµο για τον πόλεµο, αλλά και έµειναν κυριολεκτικά άφωνοι µπροστά στον πατριωτικό ενθουσιασµό των λαϊκών µαζών εκατέρωθεν, των ίδιων ακριβώς που µέχρι πρότινος ήταν αναφανδόν υπέρ της ειρήνης».

 -Τι είναι αυτό που θα πρέπει να βάζουν πάνω από όλα οι λαοί;

«Αυτό βέβαια δεν σηµαίνει ότι µισούνται µεταξύ τους οι απλοί άνθρωποι που ανήκουν σε διαφορετικά εθνικά, ιδεολογικά ή κοινωνικά σύνολα, µε αντίθετες πολλές φορές αξίες, συµφέροντα και συµπεριφορές. Κάθε άλλο. Πρόκειται για δύο τελείως διαφορετικά πράγµατα. Συνήθως οι άνθρωποι -αυτό εξαρτάται ασφαλώς και από τον βαθµό ανεκτικότητας και σεβασµού προς τον άλλο που έχουν κατακτήσει- είναι σε θέση να ξεχωρίζουν και να διαφοροποιούν τα πρόσωπα, τα άτοµα από τις άνωθεν προβαλλόµενες ή επιβαλλόµενες πολιτικές. Αυτό το διαπιστώνουµε, εν µέρει τουλάχιστον, και εµείς που ζούµε εδώ σήµερα σε εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία, το διαπίστωσαν και πριν 100 χρόνια οι συµπατριώτες µας στο Γκαίρλιτς, όταν οι φιλικές σχέσεις τους µε τους γηγενείς άντεξαν στον χρόνο, παρά τις δυσµενείς πολιτικές εξελίξεις και την επίσηµη είσοδο της Ελλάδας στον πόλεµο εναντίον της Γερµανίας. Αυτό που θα πρέπει λοιπόν να απαιτούν οι λαοί και να βάζουν πάνω από όλα, είναι η απάλειψη των προκαταλήψεων και των στερεοτύπων, ο αλληλοσεβασµός και οι σχέσεις ισοτιµίας, ως αναγκαία προϋπόθεση για την επιθυµητή κορυφαία πολιτισµική κατάκτηση του µέλλοντος, την κατάργηση του πολέµου ως µέσου γαι την επίτευξη των οποιωνδήποτε πολιτικών στόχων».

 -Μπορείτε να αναφερθείτε πιο αναλυτικά στους Έλληνες του Γκαίρλιτς;

«Οι Έλληνες του Γκαίρλιτς, 7000 περίπου στρατιώτες και αξιωµατικοί του ∆΄ Σώµατος Στρατού µαζί µε µέλη των οικογενειών τους, προέρχονταν από όλες τις γωνιές τού τότε ελληνικού κόσµου και από όλες τις κοινωνικές τάξεις, και ήταν οι πρώτοι που έζησαν επί δυόµισι χρόνια σε γερµανικό έδαφος ως αιχµάλωτοι-φιλοξενούµενοι του Κάιζερ (από τον Σεπτέµβριο του 1916 έως τον Φεβρουάριο του 1919). Η συγκυρία που οδήγησε στον αναγκαστικό εκπατρισµό τους ήταν πραγµατικά τραγική: Το ανατολικό τµήµα της πρόσφατα απελευθερωµένης Μακεδονίας που είχαν ταχθεί να φυλάσσουν, βρέθηκε δύο χρόνια µετά το ξέσπασµα του Α΄Παγκοσµίου Πολέµου στη δίνη της διαµάχης και των συγκρούσεων των εµπλεκόµενων δυνάµεων (Αντάντ και Κεντρικές ∆υνάµεις). Έτσι, παρότι η Ελλάδα ήταν ακόµα επισήµως ουδέτερη, όταν εκδηλώθηκε η ένοπλη επέµβαση των Βουλγάρων στην Ανατολική Μακεδονία µε τη σύµφωνη γνώµη των Γερµανών συµµάχων τους, το Σώµα βρέθηκε αποκλεισµένο από το εθνικό κέντρο και εγκαταλελειµµένο στην τύχη του, όπως και το σύνολο του άµαχου πληθυσµού. Τελικά, προκειµένου να αποφύγει την οδυνηρή βουλγαρική αιχµαλωσία, αλλά και λόγω αντιπαλότητας που είχε εντωµεταξύ ξεσπάσει µε τις φιλοβενιζελικές δυνάµεις της Θεσσαλονίκης (Εθνική Άµυνα), η φιλοβασιλική ηγεσία του Σώµατος πρότεινε αυτοβούλως τη µεταφορά του µαζί µε τα όπλα του στη Γερµανία, όπου θα έµενε «φιλοξενούµενο» µέχρι το τέλος του πολέµου. Πρόταση που έγινε ασµένως αποδεκτή από τον στρατάρχη Hindenburg εξαιτίας του µεγάλου πλεονεκτήµατος που προσέφερε στον αµείλικτο πόλεµο της προπαγάνδας. Οι συνέπειες βέβαια ήταν ολέθριες τόσο για τον ελληνικό πληθυσµό που έµεινε απροστάτευτος, όσο και λόγω της όξυνσης της εµφύλιας διαµάχης που προκάλεσε, οδηγώντας τον Εθνικό ∆ιχασµό σε παροξυντική φάση. Παλλαϊκή ήταν, ως εκ τούτου, η υποδοχή των ανίδεων στρατιωτών στο Γκαίρλιτς, διθυραµβικά υπέρ της Ελλάδας τα σχόλια του γερµανικού Τύπου, ενώ η µικρή πόλη της Σιλεσίας κατακλύστηκε από ελληνοµαθείς καθηγητές και «φιλέλληνες» ποικίλων αποστολών και κινήτρων. Έτσι, εν µέσω του φονικότερου έως τότε πολέµου, πραγµατοποιήθηκαν εκεί αξιόλογες έρευνες, µελέτες, διατριβές, µεταξύ αυτών και σπανιότατες ηχογραφήσεις διαλέκτων, δηµοτικής και λαϊκής µουσικής, που µόλις σήµερα βγαίνουν στο φως προκαλώντας γενικότερο ενδιαφέρον. Αλλά και πολλοί Έλληνες καλλιτέχνες, νεαροί και άγνωστοι στρατιώτες τότε διάσηµοι αργότερα (όπως ο σπουδαίος θεατρικός συγγραφέας Βασίλης Ρώτας), έδωσαν εκεί τα πρώτα δείγµατα γραφής της τέχνης τους.Αµέτρητα ήταν τα νήµατα που συνέδεσαν τότε τους δύο λαούς, εκατοντάδες οι µικτοί γάµοι και αρραβώνες αλλά εξίσου µεγάλες οι παρεξηγήσεις, αντιζηλίες και απογοητεύσεις ακόµα και οι συγκρούσεις, καθώς δύο κόσµοι ξένοι µεταξύ τους και τόσο διαφορετικοί, προσέγγιζαν ο ένας τον άλλο υπό τις πλέον αντίξοες συνθήκες. Όµως, το ελληνογερµανικό ειδύλλιο δεν κράτησε για πολύ. Μετά την επικράτηση του Βενιζέλου στην Αθήνα και την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεµο στο πλευρό της Αντάντ (Ιούνιος 1917), το έως τότε «φιλικά» διακείµενο Σώµα µετατράπηκε αίφνης σε τµήµα ενός εχθρικού στρατού στο έδαφος της Γερµανίας. ∆εκάδες βενιζελικοί αξιωµατικοί συνελήφθησαν και διώχθηκαν, ενώ οι στρατιώτες απεστάλησαν για εργασία ανά τη γερµανική επικράτεια, σε ανθρακωρυχεία και στην πολεµική βιοµηχανία, αποτελώντας -κατά κάποιον τρόποτους πρώτους Έλληνες Gastarbeiter“ του 20ού αιώνα. Μετά τη γερµανική ήττα, µαζική ήταν η συµµετοχή των στρατιωτών στην επανάσταση των Σπαρτακιστών µε επικεφαλής τη Ρόζα Λούξεµπουργκ, µε κορυφαίο αίτηµα την άµεση επιστροφή στην πατρίδα. Ήρθαν σε σύγκρουση µε τους αξιωµατικούς και εξέλεξαν δικά τους συµβούλια («σοβιέτ»), γεγονότα που µετά και τη ρήξη µε τη γερµανική πλευρά είχαν τραγικό και εν µέρει αιµατηρό τέλος, οδηγώντας τον κύριο όγκο των στρατιωτών σε άτακτη και περιπετειώδη φυγή.Αλλά η «Οδύσσεια» των ανδρών του Σώµατος συνεχίστηκε και µετά την πολυπόθητη παλιννόστηση, όταν ο πέλεκυς των διώξεων έπεσε βαρύς επί δικαίων και αδίκων, οξύνοντας στο έπακρο τα πάθη του ∆ιχασµού κατά τη διάρκεια µάλιστα της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Έτσι δηµιουργήθηκε ο µύθος της «προδοσίας του Γκαίρλιτς» που ταλάνισε επί δεκαετίες τους ίδιους και τους απογόνους τους. Σήµερα ζουν στις δύο χώρες χιλιάδες απόγονοι εκείνων των Ελλήνων, πολλοί από του οποίους ενδιαφέρονται και αναζητούν –όπως είδαµε- τα ίχνη των προγόνων τους, αναδεικνύοντας σταδιακά αυτήν την απίστευτη και εν πολλοίς άγνωστη έως πρόσφατα ελληνογερµανική περιπέτεια».