Μιλά σήμερα, η κα. Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν, αναπληρώτρια καθηγήτρια Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Προφορικής Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

Συνέντευξη στον Αποστόλη Ζώη

Μοτό: Καθιστούν πλέον άνευ νοήματος να μιλάμε για «ευπαθείς κοινωνικές ομάδες», καθώς η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού, ντόπιοι και μετανάστες, θα ανήκει πλέον στην κατηγορία αυτή

«Το λεγόμενο κράτος πρόνοιας που οικοδομήθηκε μεταπολεμικά κυρίως στη Βόρεια Ευρώπη βρίσκεται σε υποχώρηση παντού. Στην Ελλάδα είναι αμφίβολο αν υπήρξε ποτέ». Αυτά δηλώνει σήμερα, η κα. Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν η οποία είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Προφορικής Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας από το 2001.

Το Νοέμβριο θα κυκλοφορήσει στις εκδόσεις του Πανεπιστημίου του Σικάγο μελέτη που εκπόνησε μαζί με τον Αμερικανό ανθρωπολόγο Loring Danforth, για την τύχη των παιδιών του ελληνικού εμφυλίου, με τίτλο Children of the Greek Civil War. Refugees and the Politics of Memory.

Η συνέντευξη

• Τι έχει δείξει η έρευνα που σκοπό είχε να μελετήσει τη μετανάστευση ως έμφυλη εμπειρία μέσα από τις αφηγήσεις ζωής μεταναστών και μεταναστριών από την Αλβανία και τη Βουλγαρία; Ποια είναι τα βασικά της συμπεράσματα;

«Η έρευνα Έμφυλες διαστάσεις της μετανάστευσης στη Νοτιο-Ανατολική Ευρώπη (http://extras.ha.uth.gr/pythagoras1/el/) που διεξήχθη το 2004-2006 στο Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, βασίστηκε σε 60 συνεντεύξεις με πληροφορητές και πληροφορήτριες που επιλέχθηκαν με βάση το φύλο, τη χώρα καταγωγής, την ηλικία, και τα θεματικά πεδία της έρευνας (εργασία, ιστορική κουλτούρα, διαπολιτισμική επικοινωνία).

Όσον αφορά το φύλο, η έρευνα έδειξε ότι μη οικονομικοί λόγοι είναι συχνά εξίσου σημαντικοί ως κίνητρα μετανάστευσης και ότι τα άλλα κίνητρα συσχετίζονται σε μεγάλο βαθμό με τις έμφυλες σχέσεις στη χώρα καταγωγής.

Για παράδειγμα, για τις Αλβανίδες η αποφυγή των καταναγκασμών της πατριαρχικής οικογένειας και του κοινωνικού ελέγχου που ασκείται στις γυναίκες αγροτικών περιοχών, και για τις Βουλγάρες η επίλυση προβλημάτων στο επίπεδο του ζευγαριού αποτέλεσαν εξίσου σημαντικοί παράγοντες στην απόφασή τους να μεταναστεύσουν.

Σε σχέση με το ερώτημα κατά πόσο η μετανάστευση αλλάζει τις έμφυλες σχέσεις, παρατηρήθηκαν δύο αντιφατικές τάσεις.

Από τη μια πλευρά διαπιστώθηκε ότι οι γυναίκες μετανάστριες ενδυναμώνονται μέσα από την αυτόνομη απασχόλησή τους και την απαλλαγή τους από τον έλεγχο της πεθεράς (κυρίως στις περιπτώσεις Αλβανίδων από αγροτικό περιβάλλον) ή διατηρούν ένα δυναμικό προφίλ σε σχέση με το άλλο φύλο που είχαν αποκτήσει ήδη πριν από τη μετανάστευση (στην περίπτωση των Βουλγάρων μεταναστριών).

Από την άλλη πλευρά, ανάμεσα στους ενήλικες άντρες μετανάστες, βρήκαμε την αντίθετη τάση: μια επιστροφή σε πατριαρχικές αξίες και στάσεις του παρελθόντος.

Εντάσσοντας τις πρακτικές αυτές σε ολόκληρη την αφήγηση ζωής των υποκειμένων, αλλά και στις εμπειρίες των γονιών τους, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι αυτό το φαινόμενο είναι κυρίως αποτέλεσμα της ίδιας της μεταναστευτικής διαδικασίας και όχι μια συνέχεια με το παρελθόν».

• Με την ενσωμάτωση στην ελληνική κοινωνία;

«Όσον αφορά την ενσωμάτωση στην ελληνική κοινωνία, βρήκαμε ότι οι στάσεις των Αλβανών και Βουλγάρων μεταναστών και μεταναστριών απέναντι στη χώρα καταγωγής είναι αντεστραμμένες: για τους μετανάστες από την Αλβανία, το αίσθημα του ανήκειν εντοπίζεται κυρίως στο «εδώ», ενώ για τους Βουλγάρους επικεντρώνεται στο «εκεί».

Στην περίπτωση των Αλβανών και Αλβανίδων, θα μπορούσαμε να πούμε ότι στο κοινωνικό επίπεδο έχουν προχωρήσει με ραγδαίους ρυθμούς σε ουσιαστικές διασυνδέσεις με την ελληνική κοινωνία, όσον αφορά την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας, την ανεύρεση «θώκων» στην ελληνική αγορά εργασίας, και στη διαδικασία πολιτισμικών ανταλλαγών.

Η διαδικασία νομιμοποιήσεων που ξεκίνησε το 1997, διευκόλυνε την εξέλιξη αυτή και βιώνεται από τους μετανάστες σαν σημείο καμπής στη βιογραφία τους. Από την άλλη πλευρά, στο θεσμικό επίπεδο, η Ελλάδα βρίσκεται πολύ πίσω σε σύγκριση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όσον αφορά τη χορήγηση κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων στους μετανάστες.

Οι καθημερινές ζωές των μεταναστών επικαθορίζονται από την ανάγκη να συγκεντρώσουν τα απαραίτητα ένσημα, βασική προϋπόθεση να αποκτήσουν την πολυπόθητη άδεια διαμονής.

Κατά δεύτερο λόγο, βρήκαμε ότι η «ένταξη» λειτουργεί διαφορετικά για άντρες και γυναίκες.

Στο κοινωνικό επίπεδο, φαίνεται πιο εύκολα για τους άντρες παρά για τις γυναίκες να βρουν κοινωνική αναγνώριση – και αυτή η αναγνώριση ή η έλλειψή της αποτελεί σημαντικό στοιχείο της μεταναστευτικής τους ταυτότητας.

Στην έρευνα εντοπίσαμε ποικίλες στρατηγικές που αναπτύσσονται από τους μετανάστες και μετανάστριες για την απόκτηση αυτής της αναγνώρισης.

Παρόλο που οι μετανάστριες μπορούν να αναπτύξουν στενές σχέσεις με τα ελληνικά νοικοκυριά που τις απασχολούν, ο εγκλωβισμός τους σε αυτά σπάνια τους προσφέρει τη δυνατότητα να αναπτύξουν κοινωνικές σχέσεις με μέλη της ευρύτερης ελληνικής κοινωνίας.

Στο θεσμικό επίπεδο, επίσης, η θέση των μεταναστριών είναι πολύ χειρότερη από αυτή των αντρών και είναι συχνά καταδικασμένες να ζουν είτε σε μια κατάσταση μόνιμης παρανομίας (όπως στην περίπτωση των περισσότερων Βουλγάρων μεταναστριών) είτε να παραμείνουν εξαρτημένες από κάποιο αντρικό μέλος της οικογένειάς τους (η περίπτωση των περισσότερων Αλβανίδων μεταναστριών)».

• Σε περιόδους οικονομικής κρίσης οι μετανάστες βρίσκονται πάντα στη χειρότερη θέση; Πώς διαγράφεται το μελλον τους στη χώρα μας εν μέσω μιας οικονομικής λαίλαπας;

«Αν και σε γενικές γραμμές αληθεύει ότι οι μετανάστες είναι τα πρώτα θύματα σε περιόδους κρίσης, έχει σημασία να λάβουμε υπόψη τις ιδιομορφίες της συγκεκριμένης κάθε φορά συγκυρίας. Μετά την πετρελαϊκή κρίση που ξέσπασε στη Δ. Ευρώπη μετά το 1973, όντως οι μετανάστες ήταν οι πρώτοι που απολύθηκαν και σημειώθηκε ένα μαζικό κύμα παλιννόστησης.

Ωστόσο, οι συνθήκες ήταν πολύ πιο ευνοϊκές για τους μετανάστες της εποχής εκείνης: μέσα από τις διακρατικές συμφωνίες είχαν διασφαλιστεί τα ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα και σε αρκετές χώρες δόθηκε και χρηματική βοήθεια για την επανεγκατάστασή τους στη χώρα προέλευσης.

Οι μετανάστες που εξακολουθούν να ζουν σήμερα στην Ελλάδα βρίσκονται κυριολεκτικά στο έλεος του Θεού».

• Δηλαδή;

«Βλέπουν το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια τους, καθώς οι κύριοι τομείς απασχόλησής τους (η οικοδομή και οι υπηρεσίες) βρίσκονται σε πλήρη διάλυση, κάτω από τα αβάσταχτα βάρη που πλήττουν όλα ανεξαιρέτως τα ελληνικά νοικοκυριά που τους απασχολούσαν.

Έτσι, τη στιγμή ακριβώς που γεννήθηκαν ελπίδες για την απόκτηση πιο σταθερών κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων για τους μετανάστες που ήδη ζουν 10-20 χρόνια στη χώρα μας, πολλοί σκέφτονται να γυρίσουν στην πατρίδα τους και αρκετοί το έπραξαν ήδη.

Και πάλι το φύλο παίζει ρόλο στη διαδικασία αυτή. Όσον αφορά τους μετανάστες από την Αλβανία, αυτοί που γυρίζουν είναι κυρίως άντρες που αφήνουν στην Ελλάδα τις γυναίκες και τα παιδιά τους.

Οι γυναίκες δεν θέλουν να γυρίσουν, αφενός γιατί δεν θέλουν να χάσουν τη σχετική αυτονομία που κέρδισαν εδώ και αφετέρου γιατί τα παιδιά τους, που κοινωνικοποιήθηκαν μέσα από το ελληνικό σχολείο και αισθάνονται εντελώς ξένοι στην Αλβανία, αρνούνται να τους ακολουθήσουν σε ένα ταξίδι της επιστροφής. Αν λάβει κανείς υπόψη τον ουσιαστικό ρόλο που έπαιξε η εργασία των μεταναστών/τριών στην ελληνική οικονομία , μια μαζική αποχώρησή τους θα έχει ολέθριες επιπτώσεις για την ήδη τόσο σκληρά δοκιμαζόμενη ελληνική κοινωνία.

Για παράδειγμα, το 1/3 των εισφορών του ΙΚΑ προέρχονταν από μετανάστες που κατέβαλλαν μόνοι τους ολόκληρο το ποσό των ενσήμων».

• Ποια η εικόνα των μεταναστών στη Θεσσαλία;

«Σύμφωνα με τα στοιχεία της Περιφέρειας (www.thessalia.gov.gr), ο αριθμός των μεταναστών με άδεια διαμονής κυμαινόταν σταθερά γύρω στους 35.000 κατά τα τελευταία χρόνια, παρουσιάζοντας μια σχετικά ανοδική πορεία από το 2001, όταν η απογραφή κατέγραψε 33.775 μετανάστες.

Κατά τους πρώτους μήνες εφαρμογής του Μνημονίου (από το Φεβρουάριο μέχρι το Σεπτέμβριο 2010), ο αριθμός των μεταναστών παρέμεινε στάσιμος, δηλαδή 35.000. Έκτοτε, όμως, σημειώνεται μια σημαντική μείωση.

Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Περιφέρειας, που αφορούν το Μάρτιο 2011, μιλάνε για 27.500 μετανάστες με άδεια διαμονής, δηλαδή μια μείωση κατά 7.500 άτομα.

Μπορούμε να υποθέσουμε ότι σήμερα ο αριθμός αυτός έχει μειωθεί ακόμα περισσότερα. Επομένως, φαίνεται ότι η τάση φυγής που διαπιστώνουμε εμπειρικά μιλώντας με μετανάστες που ζουν στο Βόλο επιβεβαιώνεται και από τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία».

• Πού οδηγούνται από αυτή την οικονομική κρίση οι ευπαθείς κοινωνικά ομάδες; Ποιες οι συνέπειες μείωσης ή οριστικής κατάργησης ρυθμίσεων και διατάξεων που μέχρι σήμερα είχαν εγγυηθεί μια ομαλή επιβίωσή τους στην Ελληνική κοινωνία;

«Τα πρωτόγνωρα, κοινωνικά άδικα και καθαρά ταξικά μέτρα που μας επιβάλλονται από το ΔΝΤ και την ελληνική κυβέρνηση, με σαφή καταπάτηση βασικών διατάξεων του Συντάγματος, καθιστούν πλέον άνευ νοήματος να μιλάμε για «ευπαθείς κοινωνικές ομάδες», καθώς η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού, ντόπιοι και μετανάστες, θα ανήκει πλέον στην κατηγορία αυτή. Με την ευκαιρία αυτή, θα ήθελα να υπενθυμίσω την, προφητική θα έλεγα, θέση που ανέπτυξε ο Αθανάσιος Μαρβάκης στο βιβλίο «Η Ελλάδα της Μετανάστευσης» (Εκδόσεις Κριτική 2004).

Μας πρότεινε να δούμε τους μετανάστες ως «μεγεθυντικός καθρέφτης της ελληνικής κοινωνίας», με την έννοια ότι το δικό τους παρόν, των ελαστικών και επισφαλών σχέσεων εργασίας και της στέρησης βασικών κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων, θα είναι το δικό μας μέλλον.

Αυτό το μέλλον είναι ήδη εδώ. Και αν οι μετανάστες, σύμφωνα πάντα με τον Μαρβάκη, έχουν χρησιμοποιηθεί ως «συλλογικό πειραματόζωο» για την επιβολή νέων συνθηκών διαβίωσης αλλά και για την μέτρηση της κοινωνικής αντίστασης, με τον ίδιο τρόπο σήμερα οι έλληνες λειτουργούν ως «συλλογικό πειραματόζωο» για την εφαρμογή παρόμοιων πολιτικών αλλού στην Ευρώπη».

• Εκτιμάτε πώς η χώρα μας βρίσκεται πολύ πίσω σε σχέση με άλλες προηγμένες χώρες της Ε.Ε. όσον αφορά την προστασία και στήριξη κοινωνικών ομάδων που δεν έχουν τις δυνάμεις να ζήσουν αξιοπρεπώς;

«Το λεγόμενο κράτος πρόνοιας που οικοδομήθηκε μεταπολεμικά κυρίως στη Βόρεια Ευρώπη βρίσκεται σε υποχώρηση παντού. Στην Ελλάδα είναι αμφίβολο αν υπήρξε ποτέ».