OLYMPUS DIGITAL CAMERAΑδημοσίευτο διήγημα του Βαναργιώτη Αλέξανδρου, συγγραφέα του βιβλίου «Διηγήματα για το τέλος της μέρα».

Φυσούσε άνοιξη απ’ την Ανατολή. Ένας καθαρός απηλιώτης υγρός και ζεστός, γεμάτος όνειρα και νοσταλγία. Μια νοσταλγία για τις χαμένες πατρίδες που λένε· που κοιμήθηκαν κάποτε όταν τις τσίμπησε το αδράχτι του πόνου, και περιμένουν εκείνο το περίεργο υγρό φίλημα, εκείνη τη ζεστή αίσθηση ανθρώπου για να ξυπνήσουν.

Τέτοια τα προμηνύματα των ανατολικών ανέμων και βγαίνουν οι βάτραχοι στους δρόμους προσπαθώντας να διακρίνουν στο πλήθος των γυναικών τα μαγικά χείλη της μεταμόρφωσής τους· και αναστενάζουν οι πριγκίπισσες στον βαθύ ύπνο τους, γιατί προαισθάνονται ότι το παλικάρι πέρασε το πρώτο τείχος της δοκιμασίας και πλησιάζει.

Φυσούσε άνοιξη απ’ την Ανατολή. Όλη τη μέρα φυσούσε. Το βράδυ έφτασε όμως με βοριά. Κρύα νύχτα απλώθηκε παντού, οι ψυχές σφίχτηκαν, τα όνειρα αποδήμησαν. Πριν χαθεί η ύστατη γλύκα της νοσταλγίας, οι πριγκίπισσες γύρισαν πλευρό, σκεπάστηκαν ως απάνω και οι βάτραχοι κατευθύνθηκαν στις κοντινές παμπ για ένα ποτό.

 Η ζωγραφιά είναι της εικαστικού Μαρίας Καραχρήστου