Πού, πώς και ποιος ζει στη Γερμανία; Πόσους κατοίκους έχει η χώρα και ποιος είναι ο μέσος όρος ηλικίας τους; Στις 15 Μαΐου αρχίζει η πρώτη απογραφή πληθυσμού εδώ και δέκα χρόνια.Ο Στέφαν Ντίτριχ ηγείται της 50μελούς ομάδας που ανέπτυξε το μοντέλο της επικείμενης απογραφής πληθυσμού στη Γερμανία, η οποία αρχίζει στις 15 Μαϊου με καθυστέρηση ενός έτους λόγω της πανδημίας. Ο ίδιος παρομοιάζει τη διαδικασία με “απογραφή αποθεμάτων σε σούπερ μάρκετ”.

Σκοπός των δεδομένων που θα συλλέξουν οι ερευνητές είναι η χαρτογράφηση της οικονομικής, δημογραφικής και κοινωνικής δομής της Γερμανίας, αλλά και η άντληση πληροφοριών ως προς το πού υπάρχει ανάγκη ανάληψης πολιτικής δράσης.

Η τελευταία απογραφή, που πραγματοποιήθηκε το 2011, επεφύλασσε εκπλήξεις. Αποκάλυψε για παράδειγμα ότι η Γερμανία έχει 1,5 εκατομμύριο λιγότερους κατοίκους σε σχέση με τις εκτιμήσεις.

Απογραφή με πολιτική βαρύτητα

Τα δεδομένα που θα προκύψουν δεν είναι σημαντικά μόνο σε επίπεδο πόλεων και κοινοτήτων. “Χρειαζόμαστε τον ακριβή αριθμό των κατοίκων, π.χ. για τη διαίρεση των εκλογικών περιφερειών και για την κατανομή ψήφων στο Ομοσπονδιακό Συμβούλιο (Bundesrat), εξηγεί ο Ντίτριχ. Οι έδρες που αντιστοιχούν σε κάθε κρατίδιο στο Bundesrat καθορίζονται από τον αριθμό των κατοίκων του, συνεπώς είναι απαραίτητο αυτός να είναι ακριβής.

Καθώς η απογραφή απορρέει από το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πολλές ερωτήσεις είναι προκαθορισμένες, ενώ οι υπόλοιπες υπαγορεύονται από τη γερμανική βουλή “και όχι από τους στατιστικολόγους”, όπως ξεκαθαρίζει ο Ντίτριχ. Σ’ αυτές περιλαμβάνονται π.χ. και ερωτήσεις που αφορούν τις συνθήκες διαβίωσης. Η Γερμανία δεν έχει ενιαίο μητρώο που να καταγράφει τη διαθεσιμότητα διαμερισμάτων και κτιρίων. Συνεπώς οι στατιστικολόγοι αναλαμβάνουν εκ μέρους των πολιτικών να διαλευκάνουν το τοπίο με συγκεκριμένες ερωτήσεις όπως – για πρώτη φορά – πόσο ενοίκιο πληρώνει κανείς χωρίς να συνυπολογίζονται πάγια έξοδα, για πόσο καιρό και γιατί ένα διαμέρισμα παραμένει άδειο ή από ποια πηγή προέρχεται η θέρμανση. “Όλοι καταλαβαίνουν ότι πρόκειται για μια ερώτηση πολύ επίκαιρη, η οποία θα συμβάλει μελλοντικά στον καλύτερο σχεδιασμό”, λέει ο ίδιος.

Ποιοι θα κληθούν να απαντήσουν;

Ο πληθυσμός της Γερμανίας υπολογίζεται στα 83 εκ. Καθώς όμως πολλά δεδομένα θα αντληθούν από πηγές όπως το μητρώο πληθυσμού, στις ερωτήσεις θα κληθούν να απαντήσουν λεπτομερώς 10,3 εκ. άτομα από περίπου 100.000 υπευθύνους έρευνας, που θα πραγματοποιήσουν επισκέψεις σε σπίτια. “Προσπαθούμε να περιορίσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο τις επαφές με τους ερευνητές”, διαβεβαιώνει ο Ντίτριχ προσθέτοντας ότι πολλά από τα δεδομένα που απαιτούνται για την καταγραφή μπορούν να αποσταλούν ηλεκτρονικά ή ταχυδρομικά.

Ωστόσο όσοι δεχθούν επίσκεψη στο σπίτι, είναι υποχρεωμένοι να συμμετάσχουν στην απογραφή, απαντώντας σε απλές ερωτήσεις που αφορούν την ημερομηνία γέννησης, το φύλο ή την οικογενειακή τους κατάσταση, διαφορετικά θα βρεθούν αντιμέτωποι με πρόστιμο ύψους 300 ευρώ. Υποχρεωμένοι να συνεργαστούν είναι και περίπου 23 εκατομμύρια ιδιοκτήτες ακινήτων.

Οι Σκανδιναβοί το κάνουν (και αυτό) καλύτερα

Εύλογη είναι η απορία γιατί στην εποχή της ψηφιοποίησης οι Γερμανοί καταφεύγουν στο μοντέλο «πόρτα – πόρτα». Ο λόγος είναι ότι τα υπάρχοντα μητρώα δεν περιέχουν όλα τα απαραίτητα δεδομένα, όπως συμβαίνει στις σκανδιναβικές χώρες, αλλά και στην Αυστρία και την Εσθονία. Εκεί σε κάθε κάτοικο αντιστοιχεί ένας ενιαίος προσωπικός αριθμός ταυτοποίησης. “Αυτό σημαίνει ότι σε οποιοδήποτε επίπεδο κι αν έρχεται κανείς σε επαφή με το κράτος – στο πλαίσιο σπουδών, στην υπηρεσία μητρώου ή εκεί όπου καταχωρούνται οι άδειες κυκλοφορίας αυτοκινήτων – δίνει τον προσωπικό του αριθμό ταυτοποίησης”, εξηγεί ο Ντίτριχ από την Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία.

Η Γερμανία εφαρμόζει “μεικτό μοντέλο” που σημαίνει ότι στις υπάρχουσες πηγές, όπως το μητρώο πληθυσμού, πρέπει να προστεθούν δεδομένα που προέρχονται από έρευνες.

Ένας δρόμος μετ’ εμποδίων

Τα σχέδια της κυβέρνησης της Δυτικής Γερμανίας για απογραφή πυροδότησαν βίαιες διαδηλώσεις τη δεκαετία του 1980. Χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους εναντίον σχετικού νομοσχεδίου που εισήχθη στη βουλή στη Βόννη, το 1983, αντιμετωπίζοντας με καχυποψία τη συστηματική συλλογή δεδομένων συμπεριλαμβανομένων των θρησκευτικών φρονημάτων, κάτι που για πολλούς παρέπεμπε σε μεθόδους που χρησιμοποιούσε το ναζιστικό καθεστώς. Επιπλέον, η προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν ήταν επαρκώς διασφαλισμένη, αφού για παράδειγμα τα στοιχεία που θα συλλέγονταν θα μπορούσαν μεταξύ άλλων να αποσταλούν στους κατά τόπους δήμους.

Εν μέσω αντιδράσεων και της απειλής μαζικού μποϋκοτάζ, το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο έβαλε “φρένο” στα σχέδια για απογραφή. Η πρώτη πραγματοποιήθηκε το 1987, μετά από την εισαγωγή νομικών δικλίδων ασφαλείας.

Σήμερα πλέον η απογραφή θεωρείται κάτι το δεδομένο από τους περισσότερους, κάτι που ο Ντίτριχ αποδίδει στο πώς εταιρείες που κυριαρχούν στη ζωή μας, όπως η Google, η Amazon ή η PayPal, αντιμετωπίζουν τα προσωπικά δεδομένα. “Όταν συγκρίνει κανείς τι αποκαλύπτει για τον εαυτό του κάνοντας μια ηλεκτρονική αγορά, οι ερωτήσεις που εμείς θέτουμε στο πλαίσιο μιας απογραφής είναι σχετικά χλιαρές”, καταλήγει.

Η απογραφή του 2022 θα στοιχίσει περίπου 1,5 δισ., ενώ τα αποτελέσματά της αναμένονται μόλις στα τέλη του 2023.

Φόλκερ Βίτινγκ

Επιμέλεια: Κατερίνα Αλεξανδρίδη