Γράφει ο Αντώνης Αντωνίου*.

Το θέατρο της παράλογης και παράταιρης οικονομικής πολιτικής συνεχίζεται. Η τρικομματική κυβέρνηση και οι μεγαλόσχημοι εντεταλμένοι διεθνών οργανισμών επέβαλαν μια πολιτική που οδήγησε και οδηγεί την ελληνική οικονομία στην καταστροφική βύθιση και υπερχρέωση. Αφού ανακάλυψαν ότι «ο πολλαπλασιαστής ήταν λάθος», συνεχίζουν απτόητοι την ίδια καταστροφική συνταγή. Το τίμημα βέβαια θα πληρώσουν πάλι οι ηττημένοι. Αν δεν αντιδράσουμε, η νεοφιλελεύθερη τυφλή πολιτική θα φτάσει ώς την πλήρη ισοπέδωση των εισοδημάτων του ελληνικού λαού και την υφαρπαγή της περιουσίας του.

Μας κρύβουν το γεγονός ότι η ύφεση του 2013 θα είναι ό,τι χειρότερο έχουμε γνωρίσει μέχρι σήμερα. Αν συνεχιστεί απαρέγκλιτα η εφαρμοζόμενη πολιτική, θα είναι σίγουρα σημαντικά μεγαλύτερη απ’ ό,τι έχει προβλεφθεί. Δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα είναι κάπως ηπιότερη σε ποσοστά. Οι επιπτώσεις στη κοινωνία δεν μπορούν να μετρηθούν απλώς σε αριθμούς. Η φετινή ύφεση θα είναι πολύ σκληρότερη, γιατί τα περιθώρια των μεσαίων στρωμάτων να ελιχθούν έχουν πια μειωθεί δραματικά. Το μεταναστευτικό ρεύμα σαν μοναδική πλέον λύση επιβίωσης θα είναι δυναμικά μαζικότερο και βέβαια δεν συνδέεται με καμία θετική προοπτική για την ελληνική οικονομία.

Οι κυβερνώντες, δέσμιοι της νεοφιλελεύθερης τύφλωσης, σε όλη την οικονομική τους πολιτική επιμένουν να αγνοούν την βασική οικονομική παραδοχή, ότι σε εποχές κρίσης τα νοικοκυριά τείνουν να διατηρήσουν το προηγούμενο επίπεδο διαβίωσής τους. Κατά συνέπεια, περιμένουν να βγουν χρήματα από τα σεντούκια και ξεχνούν ότι, σε μεγάλο ποσοστό, αυτά είναι τα πρώτα που θυσιάστηκαν για τη διατήρηση του επιπέδου διαβίωσης τα προηγούμενα χρόνια της ύφεσης. Η ισχυρή μείωση των εσόδων του Ιανουαρίου δείχνει ανησυχητικά σημάδια παρά την πιθανή μικρή βελτίωση που θα φέρει στην είσπραξη του ΦΠΑ το μέτρο της μη πληρωμής των εξόδων από τους πελάτες που δεν λαμβάνουν απόδειξη. Η πεισματική προσήλωση της τρικομματικής κυβέρνησης στην απαρέγκλιτη εφαρμογή της μνημονιακής πολιτικής μόνο θετική δεν είναι για την ελληνική οικονομία και τους πολίτες αυτής της χώρας.

***

Επειδή όμως είναι πασιφανής πλέον η άδικη και αναποτελεσματική πολιτική που ακολουθούν οι κυβερνώντες, όλο και περισσότερο αφήνουν να διαφανεί η επιρροή του διεθνούς παράγοντα στη διαμόρφωση της εφαρμοζόμενης οικονομικής πολιτικής. Μεταθέτουν έτσι το βάρος στο εξωτερικό και αποτάσσουν τη δυνατότητα ανάληψης αποφάσεων που θα έδιναν αναπτυξιακή διέξοδο στην υφεσιακή πορεία.

Παραδείγματος χάριν, θα μπορούσαν να εκδώσουν πολυετή ομόλογα με αρνητικό ή μηδενικό ή πολύ χαμηλό επιτόκιο. Αυτά τα ομόλογα θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την πληρωμή της μικρής συμμετοχής του Ελληνικού Δημοσίου στα επιδοτούμενα από την Ε.Ε. δημόσια έργα. Σήμερα είναι τόσο μεγάλη η οικονομική πίεση που υφίστανται οι εργολάβοι, που θα δέχονταν ακόμη και να χαρίσουν τη συμμετοχή του Δημοσίου για να πάρουν ένα έργο. Επιπλέον αφού οι εργολάβοι θα γνώριζαν ότι την συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου θα την πληρώνονταν με μακρόχρονα ομόλογα, θα ενσωμάτωναν αυτό το κόστος στην προσφορά που θα έδιναν. Μ’ αυτό τον τρόπο θα εκμηδενιζόταν η άμεση ελληνική συμμετοχή στα δημόσια έργα. Αν δε εφαρμοζόταν και ένα μικρό ανταποδοτικό τέλος θα μπορούσε τα έργα αυτά να επιστρέψουν το ποσό της συμμετοχής του Ελληνικού Δημοσίου σε ειδικό λογαριασμό στα δημόσια ταμεία, ώστε, όταν λήξουν τα ομόλογα σε είκοσι ή τριάντα χρόνια, η πληρωμή τους να γίνει ανώδυνα.

Επίσης θα μπορούσε το Ελληνικό Δημόσιο να εκδώσει ομόλογα περιορισμένης μετατρεψιμότητας. Δηλαδή ομόλογα με τα οποία θα μπορούσε αυτός που τα ελάμβανε να πληρώσει μόνο τους φόρους του στα δημόσια ταμεία. Μ’ αυτό τον τρόπο θα γινόταν δυνατόν να πληρωθούν φόροι που οφείλονται στα δημόσια ταμεία από επιχειρήσεις στις οποίες οφείλει χρήματα το Δημόσιο. Αν εφαρμοζόταν αυτό το μέτρο, οι επιπτώσεις της δημοσιονομικής κρίσης στην αγορά που πάσχει από έλλειψη ρευστότητας θα μειώνονταν, όπως και η επιβάρυνση των επιχειρήσεων από τόκους, θα αυξάνονταν τα δημόσια έσοδα από έσοδα που είναι δύσκολο πλέον να εισπραχτούν και θα μειωνόταν το τεράστιο ποσό που οφείλει το Δημόσιο στην αγορά.

Αυτά είναι δύο από τα πολλά μέτρα τα οποία μπορεί να πάρει μια κυβέρνηση που δεν θέλει η οικονομία της να διολισθήσει για μια ακόμη χρονιά προς τη βαθιά ύφεση. Οι έκτακτες συνθήκες της πρωτοφανούς κρίσης που ζούμε όχι μόνο επιτρέπουν, αλλά και επιβάλλουν τέτοιες πρωτοβουλίες Δυστυχώς, βέβαια, δεν υπάρχει η πολιτική βούληση να εφαρμοστούν τέτοιου είδους μέτρα και χάρις και στους λανθασμένους πολλαπλασιαστές πραγματοποιούνται κατ’ εξακολούθηση υφαιρέσεις στο πορτοφόλι των εργαζομένων από τους συγκατοίκους μας στη χώρα πολιτικούς της τρικομματικής κυβέρνησης.

* Ο Αντώνης Α. Αντωνίου είναι Δρ. Οικονομικής Ιστορίας Πανεπιστημίου Paris 1 – Sorbonne