Του Ευθυμίου Κουζινού – Λίγα λόγια για το βιβλίο και για τον Συμεών Ανανιάδη.

 Γράφει  ο Αντώνιος Πρ. Ανανιάδης*, Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του Βερολίνου, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω.

 

Άγνωστες πτυχές της ιστορίας του Πόντου ξετυλίχθηκαν στην παρουσίαση του βιβλίου του Ευθυμίου Κουζινού «Εικοσιτρία χρόνια στη Μικρά Ασία (1899- 1922)» που πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου στην Εύξεινο Λέσχη Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για ένα βιβλίο που μεταφέρει τον αναγνώστη στις ιστορικές εστίες του Ποντιακού Ελληνισμού στις απαρχές του 20ου αιώνα, τη Λεοντόπολη, τη Σαμσούντα, αλλά και τη Μερζιφούντα όπου το 1886 ιδρύθηκε το Κολλέγιο Ανατόλια. Το εκπαιδευτικό ίδρυμα δεχόταν μαθητές ανεξαρτήτως εθνικότητας και θρησκευτικών πεποιθήσεων, ωστόσο η μεγάλη προσέλευση Ελλήνων και Αρμενίων μαθητών το κατέστησε, εκ των πραγμάτων, ένα σημαντικό εκπαιδευτικό κέντρο για τους χριστιανικούς πληθυσμούς της περιοχής. Για το βιβλίο μίλησαν ο Αντώνιος Πρ. Ανανιάδης, ανιψιός του Συμεών Ανανιάδη, Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του Βερολίνου, τονίζοντας τα εξής:

Αισθάνθηκα αμηχανία όταν ζητήθηκε από εμένα, έναν απόφοιτο του ΑΝΑΤΟΛΙΑ του 1965, να σας παρουσιάσω το βιβλίο του Ευθυμίου Κουζινού «Εικοσι τρία χρόνια στη Μικρά Ασία, 1899-1922», που αφορά, σε μεγάλο μέρος του, στον αδικοχαμένο στενό συγγενή μου Συμεών Ανανιάδη, συμμαθητή και φίλο του συγγραφέα, αδελφό του πατέρα μου και μαθητή του Σχολείου, που εκτελέστηκε στα 20 του χρόνια με απαγχονισμό από τους κεμαλικούς στην Αμάσεια, μαζί με άλλους καθηγητές και μαθητές του Σχολείου, επειδή θεωρήθηκε ότι συμμετείχε μαζί τους στον κατά την άποψη των διωκτών του επαναστατικό σύλλογο «Πόντος», που τελούσε κάτω από την εποπτεία και τη φροντίδα του Κολλεγίου, όταν αυτό λειτουργούσε στη Μερζιφούντα του Πόντου.

Η αποστολή μου είναι δύσκολη, καθώς από τη φύση του πράγματος η συγκινησιακή φόρτιση είναι συγχωρητό να απειλήσει την αντικειμενικότητα της παρουσίασης. Ευελπιστώ ότι θα έχω την κατανόησή σας και σας ευχαριστώ γι αυτό εκ των προτέρων.

Η σημερινή συγκέντρωση για την παρουσίαση του βιβλίου του Ευθυμίου Κουζινού διαφέρει από μία συνηθισμένη παρουσίαση βιβλίου. Το βιβλίο εκδόθηκε από τη Vantage Press το 1969 στη Ν. Υόρκη και ο συγγραφέας από το 1974 δεν βρίσκεται πια στον κόσμο αυτό.

Δεν έχει λοιπόν στόχο η παρουσίαση αυτή να κατακτήσει το βιβλίο μία θέση στην αγορά.

Ούτε την προβολή προσώπων που ζουν καλλιεργώντας τις δημόσιες σχέσεις και κυνηγούν την ματαιότητα της αυτοπροβολής, πουλώντας την παρουσία τους ως δημοσίων προσώπων για τις επιδόσεις εκδοτικών οίκων στις πωλήσεις βιβλίων.

Είναι μια συγκέντρωση οικογενειακή. Μιας τεράστιας οικογένειας που ζεί και ανθίζει πολλούς αιώνες. Μιας οικογένειας που μέσα από δραματικές εξελίξεις, γεμάτες από κατακτήσεις και απώλειες, επιτυχίες και συντριβές, νίκες και καταστροφές, ομοψυχία και αντιπαραθέσεις, μπήκε στον 21ο αιώνα φέρνοντας μαζί της και παραδίδοντας το «όμαιμον και ομαίχμιον» του ευρύτερου μικρασιατικού ποντιακού ελληνισμού, που γεννήθηκε από τους Αργοναύτες, τους προγόνους αυτών που έφθασαν στην Τροία. Ενός ελληνισμού που ήκμασε και μεγαλούργησε και που μετά από 26 αιώνες επέστρεψε, μετά τον τραγικό ξεριζωμό, στην προαιώνια πατρίδα.

Ένα κλαδί της οικογένειας αυτής αποτελούμε όσοι σπουδάσαμε στο Αμερικανικό Κολλέγιο ΑΝΑΤΟΛΙΑ και ανδρωθήκαμε με τις αρχές του. Δεν μας έδωσε μόνο γνώσεις το ΑΝΑΤΟΛΙΑ. Στάλαξε μέσα μας αξίες ζωής. Δεν μας έδωσε μόνο εκπαίδευση, αλλά κυρίως παιδεία, πολιτισμό. Και γνώρισε μαζί με τον ελληνισμό του Πόντου την δόξα και τον ζόφο, για να εγκατασταθεί μετά την τραγωδία από τη Μερζιφούντα στη Θεσσαλονίκη, όπου είχαμε την τύχη να το αγκαλιάσουμε όσοι σπουδάσαμε σ΄αυτό.

Περιγράφει ο Ευθύμιος Κουζινός τα εικοσι τρία χρόνια του στη Μικρά Ασία, από το 1899 μέχρι το 1922. Χρόνια που ξεκίνησαν όμορφα, ανέμελα και ειδυλλιακά, για να τα διαδεχθεί η ανατροπή των πάντων και η τραγωδία. Στο σχολείο αυτό στη Μερζιφούντα γνώρισε τον Συμεών Ανανιάδη, αδελφό του πατέρα μου Πρόδρομου, που είχε έρθει οικότροφος στο Σχολείο από την Αμισό (Σαμψούντα), όπου οι γονείς του Αντώνης και Εύχαρις είχαν εγκατασταθεί από την Καππαδοκία και εμπορεύονταν τον καφέ.

Πόσο υπέροχο είναι το αίσθημα της φιλίας που ξεπηδά από τις σελίδες του βιβλίου. Πόσο άδολη και γεμάτη ειλικρίνεια φιλία είναι αυτή, που αναπτύχθηκε ανάμεσα στον Ευθύμιο  και τον Συμεών, φέρνοντάς μας στο νού το ομηρικό ιδεώδες της φιλίας, που είναι η αφοσίωση, η φροντίδα και η υπερηφάνεια για τον φίλο, όπως ανθισε στα ομηρικά έπη, εκεί κοντά, χιλιάδες χρόνια πριν. Αναπτύχθηκε το κύταρο της αδελφικής αυτής φιλίας στην οικογένεια του ΑΝΑΤΟΛΙΑ, παίρνοντας τη θέση μιας αξίας που επί 127 ολόκληρα χρόνια δεσπόζει στις σχέσεις όλων όσοι ακολουθήσαμε, όπως μπορώ να σας διαβεβαιώσω εγώ που έχω την τιμή να σας απασχολώ, καθώς η ψυχική ενότητα όλων όσων περάσαμε από τις τάξεις του σχολείου, παραμένει αδιατάρακτη όσα χρόνια κι αν περάσουν και γεφυρώνει οποιες γεωγραφικές αποστάσεις.

Πόσο ευγενικό είναι το στοιχείο της άμιλλας που χαρακτηρίζει τις σχέσεις του Ευθύμιου με τον Συμεών, πάντοτε με τους κανόνες του αξιοπρεπούς συναγωνισμού και της προσπάθειας για το καλύτερο.

Υστερούσε ο Συμεών στα τουρκικά, καθώς τον ενοχλούσε η παλιά αραβική γραφή και το φορτωμένο με λέξεις περσικής ρίζας λεξιλόγιο, αλλά τον βοηθούσε ο Ευθύμιος. Υστερούσε ο Ευθύμιος στα αρχαία ελληνικά και στα αγγλικά, αλλά τον βοηθούσε ο Συμεών. Άμετρος ο θαυμασμός του Ευθύμιου προς τον Συμεών κι η αναγνώριση της υπεροχής του, για την ασύγκριτη και εντυπωσιακή επίδοσή του, για την ευγλωττία του, την ρητορική και την τέλεια ερμηνεία του λόγου του, για την εξαιρετική ομορφιά του δεκαεννιάχρονου ιδιοφυούς μαθητή, όπως περιγράφεται στις σελ. 138-139 του βιβλίου. Μιας υπεροχής που έμελλε να έχει δραματικές παραμέτρους, καθώς με διαφορά δύο μόλις ψήφων κατέλαβε ο Συμεών τη θέση του ταμία στον εξωσχολικό σύλλογο «Πόντος» αντί του Ευθύμιου, με αποτέλεσμα να συλληφθεί και να εκτελεσθεί αυτός όπως θα δούμε παρακάτω.

Δεν θαυμάζει ο Ευθύμιος τον Συμεών μόνο για την πνευματική του υπεροχή, αλλά και για τις επιδόσεις του στον αθλητισμό, στα 100 μέτρα ταχύτητας που επρώτευε και είχε όνειρο την κατάρριψη του παγκοσμίου ρεκόρ της εποχής, στο ποδόσφαιρο που αγωνιζόταν με την ποδοσφαιρική ομάδα του συλλόγου, όπως επίσης και για την αγάπη του στο θέατρο, όπως μας την παρουσιάζει αναφέροντας την ερμηνεία του Συμεών από την «Κυρά της Λίμνης» του Scott.

Και πέρα απ’ όλα αυτά, η καρδιά του μαθητή και αθλητή χτυπούσε για την όμορφη άγνωστη κοπέλλα από το Αλατσάμ, τη Λεοντούπολη, γενέτειρα του Ευθύμιου. Με την οποία ήθελε να ενώσει τη ζωή του, μετά από τις σπουδές ιατρικής που ήθελε να κάνει στην αμερικανική ιατρική σχολή της Βηρυτού και στη συνέχεια στη Βιέννη.

Όπως αναφέρει ο Ευθύμιος Κουζινός, ο Συμεών ήταν καλός Τούρκος υπήκοος, νομοταγής όπως είναι η ακριβής απόδοση της λέξης “loyal”  από το αγγλικό πρωτότυπο του βιβλίου, καθώς η αγωγή και η παιδεία του τον έκαναν να σέβεται την έννομη τάξη και την κοινωνία στην οποία είχε μεγαλώσει και ζούσε. Τίποτε το περίεργο για όλους τους κατοίκους της Μικράς Ασίας, αφού ο Σουλτάνος, που ήταν ακόμα απόλυτος ελέω Θεού Μονάρχης, εξακολουθούσε να έχει και στις αρχές του 20ου  αιώνα αυτό που αποτελούσε από καιρό παρελθόν για τον ηγεμόνα δυτικού τύπου, δηλαδή απόλυτο Dominium-Ιδιοκτησία επί πραγμάτων και προσώπων. Άλλωστε και στην Ελλάδα δεν είχαν συμπληρωθεί το 1921 εξήντα χρόνια από τότε που αυτό το Dominium το διαδέχθηκε επί των προσώπων το Imperium, δηλαδή η κρατική εξουσία της συνταγματικής τάξεως της εποχής εκείνης. Ήταν όμως ο Συμεών Έλληνας, εραστής της ελληνικής κλασσικής παιδείας και γλώσσας και απεχθανόταν τα τουρκικά, κάτι που όπως είδαμε του κόστιζε αρκετούς βαθμούς στον μέσο όρο της σχολικής του επίδοσης.

Το χαρμόσυνο νέο για την ήττα των κεντρικών δυνάμεων και της Τουρκίας στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και η Συνθήκη του Μούδρου το Νοέβριο του 1918 σηματοδοτούσε μια νέα αρχή για την Ελλάδα  και σπουδαίες εξελίξεις για την ανεξαρτησία του Πόντου, από τις δυτικές ακτές μέχρι την Τραπεζούντα και εσωτερικά μέχρι τη Σεβάστεια.  Η ανακήρυξη της ηγεμονίας του Πόντου φαινόταν να παίρνει σάρκα και οστά, σε συνδυασμό με την άφιξη των ελληνικών δυνάμεων στη Σμύρνη το Μάϊο του 1919. Οι αναπτερωμένες ελπίδες και ο ενθουσιασμός γεφύρωσαν την απόσταση αιωνων και άρχισε η προβολή της ποδοσφαιρικής ομάδας με τα ελληνικά χρώματα και το μουσικό τμήμα του συλλόγου άρχισε να γοητεύεται από την όπερα του Μότσαρτ των μέσων του 18ου αιώνα «Μιθριδάτης ο Βασιλεύς του Πόντου» όπου ο Ευπάτωρ νικά τους Ρωμαίους και ελευθερώνει την Αθήνα και τον Πειραιά μέχρι να πέσει θύμα συνωμοσίας, ενώ τον ίδιο αιώνα ο Χαίντελ με την όπερα «Ταμερλάνος» προβάλλει διεθνώς τους Κομνηνούς και την πριγκίπισσα Ειρήνη της Τραπεζούντος, χάρις στο κύρος και την διπλωματικότητα της οποίας γλυτώνει τον θάνατο ο Σουλτάνος Βαγιαζήτ ο Α΄από τον κατακτητή των Οθωμανών Ταμερλάνο, στις αρχές του 15ου αιώνα. Με τους δύο αυτούς κορυφαίους κλασσικούς μουσουργούς, η περιοχή του Πόντου γίνεται η μόνη περιοχή του ελληνισμού των πρώτων ρωμαϊκών χρόνων και των ύστερων βυζαντινών χρόνων, που απασχόλησε το δυτικό μελόδραμα, συνδέοντας έτσι και το όραμα για μία αυτόνομη ηγεμονία του Πόντου, με το πολιτισμικό υπόβαθρο του δυτικού κόσμου, ένα σημαντικό στοιχείο του οποίου ήταν στον μουσικό χώρο το μελόδραμα, η όπερα. Πληθαίνουν δε κατά τα άλλα από το 1918 στον αθλητικό και ιδιαίτερα στον ποδοσφαιρικό χώρο, οι εμφανίσεις ομάδων που φέρουν το όνομα «Μιθριδάτης» και «Κομνηνοί», όπως φαίνεται και από την παρουσία τους στο ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο στη Β. Ελλάδα μέχρι τις μέρες μας.

Και στις μουσικοχορευτικές εκδηλώσεις των συλλόγων δεσπόζει ο βασικός ποντιακός πολεμικός χορός με το ομηρικό όνομα «πυρρίχιος», χωρίς κανείς να μπορεί τότε να φαντασθεί ότι ο χορός αυτός θα έκανε αισθητή την παρουσία του στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 στην Αθήνα και θα σφράγιζε διεθνώς στις μέρες μας την εξέλιξη της μουσικής τζάζ, με τη γνωστή σύνθεση «Ρόντο», του κορυφαίου συνθέτη της τζαζ Ντέϊβ Μπρούμπεκ.

Οι πρόκριτοι της Σαμψούντας και της Πάφρας ενώνονται κάτω από την προεδρία του Αρχιεπισκόπου  Γερμανού Καραβαγγέλη και πιέζουν τους Άγγλους για την ανακήρυξη της Ηγεμονίας του Πόντου με πρωτεύουσα τη Σαμψούντα, όπου μάλιστα είχε εγκατασταθεί αγγλικός στρατός κατοχής.

 

Οι ελπίδες όμως αποδεικνύονται φρούδες. Μετά την άφιξη των ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη το Μάϊο του 1921, ο Μουσταφά Κεμάλ εγκαθίσταται με τους Νεότουρκους στην Αμισό, το τρίτο τουρκικό λιμάνι μετά την Κωνσταντινούπολη, όπου ήταν ο Σουλτάνος που δεν τον ήθελε ο Κεμάλ και τη Σμύρνη, όπου είχαν φθάσει οι Έλληνες. Έχει προς τούτο τη συγκατάθεση των συμμάχων μας, που προφασίζονται ότι έτσι θα επιταχυνθεί δήθεν από εκείνον ο αφοπλισμός του τουρκικού στρατού, που με τη συνθήκη του Μούδρου είχε αποφασισθεί να παραδώσει τα όπλα.

 

Όμως ο Κεμάλ έχει άλλα σχέδια. Όχι μόνο δεν αφοπλίζει τον ηττημένο τουρκικό στρατό του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, αλλά ως πρόδρομος του Χίτλερ ξεκινά με τους νεότουρκους την εφαρμογή της αρχής «Ένα Ράϊχ, ένας λαός, ένας Φύρερ».

 

Συγκλονιστικά περιγράφει ο Κουζινός τις ωμότητες του Τοπάλ Οσμάν και των ατάκτων του κατά του ποντιακού ελληνισμού της περιοχής. Και τον Φεβρουάριο του 1921 έρχεται η σειρά του Κολλεγίου ΑΝΑΤΟΛΙΑ. Ο στρατός εισβάλλει και αναστατώνει το Σχολείο που είχε περιθάλψει στο νοσοκομείο του τους τούρκους τραυματίες του πολέμου. Σημασία για τους νεότουρκους έχει ότι το σχολείο είναι αμερικανικό και η Αμερική με τον Πρόεδρο Γούντροου Ουϊλσων ήταν εχθρός της Τουρκίας στον πόλεμο. Στόχος των εισβολέων είναι να δείξουν ότι το Κολλέγιο συμπράττει με τον ποντιακό πληθυσμό στη δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Αναστατώνουν και καταστρέφουν το σχολείο ψάχνοντας για δήθεν κρυμμένο οπλισμό που ποτέ δεν βρίσκουν. Και αναφωνούν «εύρηκα» – άγνωστο πώς στα τουρκικά – όταν ανακαλύπτουν στα γραφεία του Συλλόγου «Πόντος» τις φανέλλες της ποδοσφαιρικής ομάδας με τα χρώματα της γαλανόλευκης και με χαραγμένο το γράμμα Π στο κέντρο, όπως επίσης και χάρτες που δείχνουν τον Πόντο και την Παφλαγονία από τους ελληνιστικούς χρόνους και από την εποχή του Αποστόλου Παύλου. Αναφέρουν αμέσως στους ανωτέρους τους ότι έχουν ατράνταχτα στοιχεία για την εκκόλαψη στο Κολλέγιο επαναστατικής ανατρεπτικής κίνησης. Και συλλαμβάνουν τον Συμεών, τον Αναστάσιο Παυλίδη και τους καθηγητές Θεοχαρίδη, Ευσταθιάδη και Τσακάλωφ. Ο Πρόεδρος Dr. White γνωρίζει ότι κινδυνεύουν πλήθος μαθητών και μαθητριών να πέσουν στα χέρια των νεοτούρκων, να ατιμασθούν και να εκτελεσθούν. Όσο δεν απειλείται μεγαλύτερος αριθμός επιλέγει να μην αντιπαραταχθεί.

Ραγίζει καρδιές η τελευταία συνάντηση και ο χωρισμός του Συμεών από τον Ευθύμιο στο Οικοτροφείο του Κολλεγίου στις 12 Φεβρουαρίου του 1921, όπως περιγράφεται στο βιβλίο. Τον βλέπει να απομακρύνεται μέσα στο χιόνι και δεν θα τον ξαναδεί. Ο Συμεών απαγχονίζεται τον Ιούνιο και τρείς μήνες μετά ακολουθεί στην αγχόνη ο πατέρας του μαζί με άλλους εκατό περίπου από τη Σαμψούντα, ενώ την ίδια τύχη έχουν και άλλοι επιφανείς Έλληνες από την Τραπεζούντα και άλλες περιοχές.

Λίγες εβδομάδες μετά τις 12 Φεβρουαρίου, τον Μάρτιο του 1921, κλείνει οριστικά το ΑΝΑΤΟΛΙΑ που κατά τους κεμαλιστές συντηρούσε τον Σύλλογο «Πόντος» και διατάσσεται η σύλληψη όλων των μαθητών. Τιμωρείται με τον τρόπο αυτό το Κολλέγιο από τους Νεοτούρκους για τους δεσμούς που είχε αναπτύξει με τον ποντιακό ελληνισμό. Και τότε βγαίνουν τα πιστόλια, όπως αυτό του George Williams που μας περιγράφει ο Κουζινός, για να προστατευθούν όσο το δυνατόν περισσότερα παιδιά. Δεν αντέχω στο σημείο αυτό να αντισταθώ στον πειρασμό και να επισημάνω χωρίς σχόλια ως ιδιαίτερης ιστορικής σημασίας γεγονός το ότι, το επίσης αμερικανικό Σχολείο που είχε ξεκινήσει ενιαίο με το μεταγενέστερο ΑΝΑΤΟΛΙΑ το 1840 στην Κωνσταντινούπολη, μέχρι το χωρισμό τους το 1862 και την αυτοτέλεια του ΑΝΑΤΟΛΙΑ στη Μερζιφούντα, συνέχισε ως Robert’s College ανενόχλητο τη λειτουργία του στην Κωνσταντινούπολη, ακόμα και μετά την εγκατάσταση του κεμαλικού καθεστώτος σε όλη την Τουρκία. Ο ποντιακός ελληνισμός ήταν, βλέπετε, μακριά.

Ο Ευθύμιος κρύβεται στο σχολείο 515 μέρες και τελικά διαφεύγει με τη βοήθεια του George Williams και αφού περνά από την Αθήνα εγκαθίσταται τελικά με τη συνδρομή της οργάνωσης Νήαρ Ηστ στην Αμερική. Σπουδάζει στο Maine, παίρνει το πτυχίο του το 1928 στο Illinois, εργάζεται ως εκπαιδευτικός σύμβουλος και κυβερνητικός υπάλληλος και τελειώνει τη ζωή του το 1974 στην Αλεξάνδρεια της Βιρτζίνια, έχοντας χάσει προ πολλού τη δική του Αλεξάνδρεια του Αλατσάμ στη Μικρά Ασία.

Τηρεί ο Κουζινός τη συμφωνία του με τον Συμεών, να διαδώσει στην ανθρωπότητα, όποιος επιζήσει, τις αποτρόπαιες πράξεις των Τούρκων εις βάρος των μειονοτήτων. Θυμίζει το βιβλίο του τις φράσεις του Σαιντ-Εξυπερύ που φθάνουν ως τις μέρες μας : “Σεβασμός προς τον άνθρωπο ! Σεβασμός προς τον άνθρωπο ! Να η λυδία λίθος”. Ο Σαιντ-Εξυπερύ τις έγραψε στο έργο του “Γράμμα σ’ έναν όμηρο” για τον Εβραίο φίλο του Λεόν Βερτ, που είχε μείνει κρατούμενος στα ναζιστικά στρατόπεδα κατοχής στη Γαλλία, όταν ο ίδιος είχε διαφύγει εξόριστος στην Αμερική.

“Θέλω να’μαι ταξιδιώτης, αλλά όχι πρόσφυγας” γράφει στον εγκλωβισμένο φίλο του. “Ο μετανάστης δεν έχει πια ρίζες”, συνεχίζει. “ Ενώ ό,τι αγαπά ο ταξιδιώτης τον κρατά σταθερά προσανατολισμένο προς τη χώρα του, κι ας βρίσκεται ο ίδιος προσωρινά έξω από τα σύνορά της¨.

 

Ο Κουζινός, όπως και οι άλλοι συμπατριώτες του, οι γονείς και συγγενείς μας, γινονται πρόσφυγες. Γίνονται “Δυό φορές ξένοι”, όπως γράφει ο Bruce Clark στο ομώνυμο βιβλίο του «Δύο φορές ξένος» (“Twice a Stranger”), εξετάζοντας σε βάθος τα προβλήματα ενσωμάτωσης των ανταλλαγέντων πληθυσμών μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, στην αντίστοιχη τοπική κοινωνία του τόπου υποδοχής.

«Πώς να φτιάξεις έναν νέο εαυτό ; Πώς να ξανατυλίξεις το πυκνό νήμα των αναμνήσεων ;» διερωτάται ο Σαιντ-Εξυπερύ που περνά ένα υπαρξιακό πρόβλημα και φοβάται ότι θα χάσει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της προσωπικότητάς του, τα σημεία αναφοράς που συνθέτουν την ταυτότητά του.

Ο Συμεών είναι ο φίλος του Ευθύμιου που έμεινε πίσω, αλλά είναι νεκρός. Ο πρόσφυγας όμως Κουζινός τον κουβαλά μέσα του. Ρωτούσε συχνά σε συζητήσεις του στο Νεο Κόσμο, όπως γράφει στη σελίδα 217 του βιβλίου του, γιατί ένας νεαρός άνδρας υψηλού επιπέδου και εξαίρετος  σαν τον Συμεών Ανανιάδη δεν μπορούσε να επιβιώσει για να μιλήσει εκείνος για τις καταστάσεις αυτές. Και θέτει το κατά τη γνώμη του θρησκευτικό και ηθικό δίλημμα : Γιατί σε ένα τραγικό συμβάν, οι πιο ταλαντούχοι πεθαίνουν, ενώ οι μέτριοι επιβιώνουν ;

Να η απάντηση στο ερώτημα και στο υπαρξιακό πρόβλημα του Σαιντ-Εξυπερύ, που έχει να κάνει με την έννοια της μνήμης. Γιατί τί είναι άραγε η μνήμη ; Κατά μία φιλοσοφική άποψη, μόνο όποιος ξεχνά μπορεί να θυμάται. Όπως συμβαίνει συχνά, ψάχνω να θυμηθώ κάτι που το ξέχασα και δεν μπορώ να το θυμηθώ, αλλά νά, ξάφνου το θυμάμαι. Δεν θα το θυμόμουν, αν δεν το είχα ξεχάσει. Όμως η ιστορική μνήμη είναι αυτή που σε κάνει να κουβαλάς μέσα σου πρόσωπα, καταστάσεις, πατρίδες, παιδεία και αξίες που ενσωματώνονται και γίνονται ένα μαζί σου. Και υπάρχουν πατρίδες, όπως η Ελλάδα, που δεν σου επιτρέπουν να ξεχνάς, αλλά σου εμφυσούν την ανάγκη να ταυτιστείς, όπως κι εμείς δεν ξεχνάμε τον Συμεών, τον οποίο τιμάμε σήμερα μετά από τόσα χρόνια, γιατί τον κουβαλάμε μέσα μας κι αν ακόμα δεν το συνειδητοποιούμε. Και σου μαθαίνουν οι πατρίδες αυτές, όπως η Ελλάδα, να συγχωρείς, αλλά να μην λησμονείς.

Η οικογένεια του πατέρα μου, με την Εύχαρι, μητέρα του Συμεών και χήρα του επίσης εκτελεσθέντος Αντώνη και με τα αδελφια του Συμεών Νικόλαο, Δέσποινα και Πρόδρομο, εγκαταστάθηκε μετά την καταστροφή στην Καβάλα και επιδόθηκε στο εμπόριο του καφέ και στη Νομική Επιστήμη και Δικηγορία.

Η οικογένειά μας τήρησε τους δεσμούς αίματος που η ιστορία και η μοίρα έπλασε αναμέσα σ’ εκείνη και στο Κολλέγιο ΑΝΑΤΟΛΙΑ. Ο πατέρας μου μας μετέφερε τη συγκίνηση του ιστορικού Προέδρου Carl Compton, όταν κατά τον τελευταίο χρόνο παρουσίας του στο Κολλέγιο στη Θεσσαλονίκη υποδέχθηκε την πρώτη αδελφή μας Εύχαρι και διέκρινε στο βλέμμα της ομοιότητα με το βλέμμα του Συμεών. Ακολούθησε ως οικότροφος στο ΑΝΑΤΟΛΙΑ ο δεύτερος από εμάς και η τρίτη μας αδελφή Αναστασία.

Αναζητήσαμε τα βήματα του Συμεών στο Σχολείο πριν από τρισήμισυ χρόνια, όταν επισκεφθήκαμε μαζί με άλλους αποφοίτους ό, τι είχε απομείνει από το Κολλέγιο στη Μερζιφούντα. Ακολουθώντας την περιγραφή και το σχεδιάγραμμα του Κουζινού στο αγγλικό πρωτότυπο του βιβλίου του με τη βοήθεια των αρχιτεκτόνων αποφοίτων, πιστεύουμε ότι η είσοδος στο κτήριο που οδηγούσε στο δωμάτιο του Συμεών πάνω απ’ αυτήν είναι αυτή που φαίνεται στη σχετική φωτογραφία του ερειπωμένου παλιού κεντρικού κτηρίου με το χαρακτηριστικό ρολόϊ. Δεν μας επιτράπηκε η είσοδος στο ερειπωμένο αυτό κτήριο, γιατί ήταν ετοιμόρροπο. Το μεταγενέστερο κεντρικό κτήριο ανακαινιζόταν κατά την περίοδο της επίσκεψής μας από το τουρκικό Δημόσιο. Είναι έτοιμο σήμερα και λειτουργεί ως Σχολή Επιστημών.

Δύο περίπου χρόνια μετά την επίσκεψή μας,  με την αξιέπαινη πρωτοβουλία της Λέσχης Ποντίων Καβάλας και του Προέδρου της Χαράλαμπου Αλεξανδρίδη, το βιβλίο του Ευθύμιου Κουζινού «Είκοσι τρία χρόνια στη Μικρά Ασία, 1899-1922» έμελλε να γίνει κτήμα του ποντιακού και του ευρύτερου Ελληνισμού, μεταφρασμένο από τα Αγγλικά, από τον Κοινωνιολόγο και Ιστορικό επιστήμονα κ. Φάνη Μαλκίδη, που εδώ και χρόνια έχει αφιερώσει μεγάλο μέρος της επιστημονικής και συγγραφικής δραστηριότητάς του στην ανάδειξη της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου από το Κεμαλικό καθεστώς. Από τους απογόνους του Συμεών που ζουν στην Καβάλα, ο Θεμιστοκλής Ανανιάδης, εγγονός του μεγαλύτερου αδελφού του Συμεών Νικολάου, με την ευγενική χορηγία του συνέβαλε αποφασιστικά στην έκδοση του βιβλίου στα ελληνικά, ενώ ο Αντώνης Κυριακόπουλος, γιός της αδελφής του Συμεών Δέσποινας και η αδελφή μου Έφη, κόρη του άλλου αδελφού Πρόδρομου, συνέβαλαν στη σύλληψη της ιδέας να εντοπισθεί και μεταφρασθεί το βιβλίο του Ευθυμίου Κουζινού.

Εμείς οι απόγονοι του Συμεών Ανανιάδη, ευχαριστούμε τη Διοίκηση του Κολλεγίου ΑΝΑΤΟΛΙΑ Θεσσαλονίκης  για την τιμή που μας έκανε να προβάλλει με την τελετή αυτή τη θυσία του θείου μας, μαθητή του σχολείου τα δύσκολα εκείνα χρόνια.

Ευχαριστούμε την Εύξεινο Λέσχη και τη Διοίκησή της με τον Πρόεδρό της Δικηγόρο Κωνσταντίνο Αποστολίδη για τη φιλοξενία της, που απέδειξε ότι η Λέσχη αυτη είναι κυριολεκτικά Εύξεινος και όχι κατ’ ευφημισμόν, όπως διαμορφώθηκε το σχετικό σχήμα λόγου για να εξευμενίσει την αφιλόξενη Μαύρη Θάλασσα.

Ευχαριστούμε την Ένωση Ποντίων Νομού Καβάλας και τον πρόεδρό της  Χαράλαμπο Αλεξανδρίδη που έκανε πράξη την ιδέα προβολής του βιβλίου αυτού.

Ευχαριστούμε τους απανταχού της Ελλάδος και του εξωτερικού συλλόγους Ποντίων, που προέβαλαν με ζέση τον αθλητή και άνθρωπο Συμεών Ανανιάδη, με θερμές και συγκινητικές εκδηλώσεις που οργάνωσαν σε περισσότερες πόλεις της πατρίδας μας και στο εξωτερικό.

Ευχαριστούμε τέλος όλους εσάς που μας τιμάτε σήμερα με την παρουσία σας, με πολλούς από τους οποίους ο ομιλών, που σας ευχαριστεί και προσωπικά για την υπομονή σας, έχει αναπτύξει ακατάλυτους δεσμούς φιλίας και αγάπης από τα μαθητικά χρόνια στα θρανία της πνευματικής μητέρας μας.

Αναφέρει ο Κουζινός ότι ο Συμεών φώναξε την ώρα της εκτέλεσής του : ΕΙΜΑΙ ΑΘΩΟΣ ! Πιστεύω ότι λίγο πριν απ’ το τέλος του, ψιθύρισε την επωδό του ύμνου του Σχολείου μας :

ANATOLIA FOR EVER

ANATOLIA FOR AYE !

Σας ευχαριστώ

 

*Γεννήθηκα στην Καβάλα από τον Πρόδρομο και τη  Δομνίκη Ανανιάδη.  Ο πατέρας μου ήρθε μικρό παιδί από την Σαμψούντα μετά την μικρασιατική  καταστροφή, με τη μητέρα του Εύχαρι και τα αδέλφια του Νίκο και Δέσποινα. Ο αδελφός του Συμεών απαγχονίστηκε από τους Κεμαλικούς στην Αμάσεια τον Ιούνιο του 1921, πριν αποφοιτήσει από το ΑΝΑΤΟΛΙΑ που ήταν τότε
στη Μερζιφούντα. Ο πατέρας του και παππούς μου Αντώνης ακολούθησε στην  κρεμάλα τον Σεπτέμβριο του 1921, μαζί με άλλους 100 προκρίτους από την Αμισό (Σαμψούντα).  Ο πατέρας μου μεγάλωσε, έγινε Δικηγόρος και παντρεύτηκε τη μητέρα μου, που
είχε φθάσει και εκείνη στην Καβάλα πρόσφυγας από την Κίο της Βιθυνίας.Πολέμησε  στην Αλβανία ως έφεδρος αξιωματικός του πυροβολικού και μετά την απελευθέρωση της Καβάλας από τους Βουλγάρους δικηγόρησε και εκλέχτηκε δύο φορές Πρόεδρος
του Δικηγορικού Συλλόγου 1958-1962. Ο αδελφός του Νίκος συνέχισε το εμπόριο του καφέ που είχε η οικογένεια στη Σαμψούντα.
Αποφοίτησα από το ΑΝΑΤΟΛΙΑ το 1965 ως πρόεδρος του κλασσικού τμήματος της τάξης μου. Σπούδασα Νομικά στη Νομική Σχολή Θεσσαλονίκης και αποφοίτησα αριστούχος το  1970. Με υποτροφία της γερμανικής υπηρεσίας υποτροφιών έκανα τη διδακτορική μου διατριβή στη Νομική Σχολή του Ελευθέρου Πανεπιστημίου του Βερολίνου. Αναγορεύθηκα σε Διδάκτορα της επιστήμης του Δικαίου το 1973-74 με επίδοση “Gut” και έλαβα εντολή διδασκαλίας στη Νομική Σχολή της Konstanz στη Βάδη
Βυρτεμβέργη. Είμαι Δικηγόρος Αθηνών παρ’ Αρείω Πάγω και χειρίζομαι υποθεσεις στην ελληνική, γερμανική, αγγλική και γαλλική γλώσσα.