Συνέντευξη του συγγραφέα Διονύση Λεϊμονή με τον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη.

Ο Διονύσης Λεϊμονής εργάζεται στην Δευτεροβάθμια εκπαίδευση και ζει μόνιμα στην Νέα Ιωνία Βόλου. 
Παράλληλα με την συγγραφή λογοτεχνικών έργων ασχολείται με την
  αρθρογραφία σε εφημερίδες και περιοδικά. Η συνέντευξη δόθηκε με την ευκαιρία της έκδοσης του νέου βιβλίου του «Τίμια δώρα» από τις εκδόσεις Ήρα.

Ερ: Ποια ήταν ερεθίσματα που σας έκαναν να αρχίσετε να γράφετε εφηβική αλλά και Παιδική  Λογοτεχνία;

 

Απ: Τα ερεθίσματα οφείλω να ομολογήσω είναι καθημερινά και «καταιγιστικά». Ως γονιός κι ως καθηγητής στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση αισθάνομαι την ανάγκη να απευθυνθώ στα παιδιά και τους εφήβους αφουγκραζόμενος την αγωνία τους, τις ανησυχίες τους, τα ερωτηματικά τους. Παράλληλα διαπιστώνω στην πράξη πως τούτοι οι λιλιπούτειοι ήρωες διαθέτουν δυναμική φαντασία, μια πηγαία έκφραση, ένα σθένος αποστομωτικό για όσους μεγάλους κατηγορούν τα παιδιά μας προσάπτοντας τους κατηγορίες, επειδή απλά ακολουθούν την εποχή τους, όπως έκαναν και θα κάνουν πάντα οι νέοι κάθε εποχής.

 

Ερ: Πώς ξεκινά κάθε φορά το ταξίδι της συγγραφής ενός βιβλίου;

 

Απ:  ΄Οπως όλα τα ταξίδια, με μύριες ελπίδες, με πολλές αποσκευές και ένταση, με μια  προσδοκία για ένα φτάσιμο σε κάποιο απάνεμο λιμάνι μα και με το ρίσκο του απρόοπτου, του ξαφνικού, που θα σπάσει τη νηνεμία μιας πεζής καθημερινότητας κλυδωνίζοντας πρώτα απ’ όλους τον ίδιο τον γράφοντα που ατενίζει προς το θείο της λογοτεχνίας ζητώντας την έμπνευση και τη δύναμη…

Ερ: Ποιο είναι το μυστικό της επιτυχίας ενός εικονογραφημένου βιβλίου;

Απ: Η εικονογράφηση είναι, θαρρώ, ένα απαραίτητο συμπλήρωμα της γραφής, μια οπτική απεικόνιση των λέξεων κι ο συγγραφέας αισθάνεται πως το μήνυμα του ελήφθη από τον πρώτο αποδέκτη του, τον εικονογράφο αλλά κι ο εικονογράφος συμπράττει και συνδημιουργεί με τον δημιουργό. Μια ευνοϊκή συγκυρία ταύτισης εικόνας και λόγου που λειτουργεί παρωθητικά στο νου και στην ψυχή του αναγνώστη, ενδυναμώνοντας έντεχνα τη φαντασία του παιδιού και του εφήβου…

 

Ερ: Τη σημερινή εποχή που τα παιδιά βλέπουν τηλεόραση και ασχολούνται με το διαδίκτυο έχουν ελεύθερο χρόνο για να διαβάσουν ένα καλό βιβλίο;

 

Απ: Πάντα υπάρχει χρόνος να διαβάσει κανείς ένα καλό βιβλίο αρκεί να γραφεί ένα καλό κείμενο κι ο συγγραφέας να καταφέρει να συγκινήσει ένα –τουλάχιστον- παιδί. Αρκεί η οικογένεια να φέρει το παιδί σε επαφή με το βιβλίο, αρκεί οι δάσκαλοι να ανοίξουν τις βιβλιοθήκες, αρκεί οι συγγραφείς να προσεγγίσουν τους μικρούς τους αναγνώστες με μύριους τρόπους και ευκαιρίες που τους δίνει σήμερα η ζωή και η τεχνολογία. Τότε η ανταπόκριση των παιδιών είναι συγκλονιστικά θετική, αποκαλυπτική της ανάγκης τους για αναγνώσεις.

Ερ: Μέσα από τους χαρακτήρες των βιβλίων ποια μηνύματα θέλετε να περάσετε στους αναγνώστες;

Το μήνυμα πάντα της λογοτεχνίας θεωρώ πως πρέπει να είναι θετικό, ένα μισογεμάτο ποτήρι στην άκρη του πουθενά. Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για παιδική λογοτεχνία. Δεν έχουμε δικαίωμα να εξαγριώσουμε με τα γραφόμενά μας την παιδική ψυχή, αντίθετα έχουμε χρέος να τη διαπλάσουμε με ευθύνη και σοβαρότητα προσανατολίζοντας τα στο καλό, χωρίς όμως να ωραιοποιούμε θεατρινίστικα τον γύρω κόσμο μας και κόσμο τους. Ακόμα κι από τα παραμύθια δεν «παραμυθιάζουμε», αλλά δίνουμε λύσεις στα αδιέξοδα, τους φόβους και τις ανησυχίες τους έχοντας επίγνωση του δύσκολου αλλά γοητευτικού ρόλου μας.

 

Ερ: Είχατε ποτέ φανταστεί τον εαυτό σας ως συγγραφέα παιδικών βιβλίων;

 

Απ: Από παιδί θαύμαζα τους συγγραφείς παιδικών βιβλίων, πίστευα πως είναι οι «ιεροί μάγοι», μιας φυλής, που με το λόγο τους και τις τεχνικές τους  καταφέρνουν να τιθασεύουν την παιδική ψυχή. Όταν ένας συγγραφέας γίνει πρότυπο για ένα παιδί, είναι πολύ πιθανό αυτό το παιδί να εξελιχθεί σε συγγραφέα σαν να ακολουθεί νομοτελειακά μια γοητευτική σύμβαση της ζωής.

 

Ερ: Όταν γράφετε χρησιμοποιείτε την φαντασία σας ή γράφετε ρεαλιστικά;

 

Απ: Η φαντασία για μένα είναι το ελιξίριο της ανίας. Ιδιαίτερα στην παιδική λογοτεχνία, η φαντασία κατέχει ξεχωριστή, τιμητική θέση. Είναι αυτή που καταφέρνει να ενδύει το ρεαλιστικό σαρκίο με ένα ευφυές ένδυμα που το αναδεικνύει, ώστε να επιτελείται ο σκοπός της λογοτεχνίας που δεν είναι άλλος από τη μετά τέρψης μάθηση και γνώση.

 

Ερ: Πώς νιώθετε όταν σας καλούν στα σχολεία για να παρουσιάσετε το έργο σας;

 

Απ: Στα σχολεία ο συγγραφέας παιδικών βιβλίων ανατροφοδοτείται, ανακτά δυνάμεις, εμπνέεται και «αναπνέει» τη φρεσκάδα  της παιδικής ηλικίας. Ο επισκέψεις σε σχολεία λειτουργούν αμφίδρομα. Δίνεις και παίρνεις γνώσεις και εμπειρίες, αντλείς από μια αστείρευτη πηγή και συνεχίζεις να γράφεις έπειτα  κατά μόνας.

 

Ερ: Σε τι βοηθά τα παιδιά το διάβασμα των βιβλίων;

 

Απ Τα παιδιά πρώτα απ’ όλα πρέπει να ευχαριστιούνται από το διάβασμα. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να προσέρχονται στο βιβλίο με σκοπό και στόχο άλλο παρά να ξεδιψάσουν από μια τρέχουσα πηγή που θα δροσίσει το μυαλό τους μετά από μια κοπιαστική πορεία στην άνυδρη έρημο. Η λογοτεχνία είναι χαρά, απόλαυση και τα παιδιά είναι ανάγκη να την αναζητήσουν, αφού μάθουν από εμάς για την ύπαρξή της κάπου γύρω τους χωρίς  να τους επιβάλλεται άνωθεν και στανικώς…

 

Ερ: Ποια είναι τα αγαπημένα παιδικά βιβλία που έχετε στην βιβλιοθήκη σας;

 

Απ: ΄Οταν διάβασα «τον δεκαπενταετή πλοίαρχο» του Ιούλιου Βερν, αισθάνθηκα μια ακόρεστη επιθυμία να διαβάσω και να ξαναδιαβάσω αυτό το βιβλίο. Δε θα παραλείψω, όμως τα πρώτα μου αναγνώσματα, τα κλασικά παραμύθια, τα μυθιστορήματα της Πηνελόπης Δέλτα, αλλά και σύγχρονους συγγραφείς παιδικής λογοτεχνίας, που από σεβασμό προς το έργο τους θα μου επιτρέψετε να μην αναφέρω ονομαστικά…

 

 

Ερ: Όταν ήσασταν μικρός ποιος ήταν ο αγαπημένος σας συγγραφέας που τον είχατε ως πρότυπο;

 

Απ: Ο Ιούλιος Βερν…

 

 

Ερ:  Τον προηγούμενο μήνα εκδόθηκε το εικονογραφημένο βιβλίο «Τίμια δώρα» από τις εκδόσεις Ήρα. Ποια ήταν η αφορμή για να γραφεί;

Απ: Μια παραμονή Πρωτοχρονιάς, περιμένοντας έναν διαφορετικό Αϊ Βασίλη, θυμωμένος που ο κλασικός ιλουστρασιόν «΄Αγιος» χτυπάει επιλεκτικά τις πόρτες, απηυδισμένος για την έλλειψη των «τίμιων δώρων» στις μέρες μας, ενώ οι καλικάντζαροι αρμένιζαν στον κόσμο μας κάνοντας κάθε είδους σκανταλιά ανάμεσά μας. Τότε αποφάσισα να ρεζιλέψω τον εμποράκο του κόσμου που τόλμησε να αναποδογυρίσει ένα τσουβάλι από επιθυμίες και όνειρά μας για το μέλλον…

Ερ: Πόσο αγαπητή είναι η φιγούρα του Αι Βασίλη στα Ελληνόπουλα;

Απ: Θα σας απαντήσω με ένα σχόλιο του μικρού, εξάχρονου γιου μιας συναδέλφου μου. Όταν η μαμά του του διάβασε τα «τίμια δώρα» της ομολόγησε με πάσα ειλικρίνεια ως παιδί πως ο ΄Αγιος Βασίλειος ήταν γλυκιά και συμπαθητική φιγούρα για εκείνον, αλλά κι ο ΄Αγιος με τη βαθυκόκκινη στολή, τα παραπανίσια κιλά και τα αστραφτερά δώρα του ήταν εξίσου αγαπητή μορφή. Ποιος δεν έχει ξενυχτήσει ως παιδί περιμένοντας να δει ποιος θα κατέβει απ’ την καμινάδα; Ποιος δεν έχει ξυπνήσει χαράματα να τρέξει για να παραλάβει ένα δώρο;  ΄Ισως γι αυτό οι δυο ΄Αγιοι κάνουν συνεταιρικά τη μοιρασιά αρκεί ο έμπορος που πουλάει να μην καταφέρει να κοιμίσει κανέναν απ’ τους δυο.

Ερ: Αρέσουν στα παιδιά σήμερα οι χριστουγεννιάτικες ιστορίες;

Απ: Στα παιδιά πάντα άρεσαν και πάντα θα αρέσουν οι χριστουγεννιάτικες ιστορίες ακόμα και σήμερα που τα παιδιά μας παρουσιάζονται εθισμένα στη βία, το αίμα και τους σκοτωμούς. Τα Χριστούγεννα πιστεύω πως μαγικά όλα αλλάζουν στην παιδική ψυχή. Τα παιδιά του ίντερνετ και της τεχνολογίας συγκινούνται και χαίρονται να ακούνε ένα χριστουγεννιάτικο παραμύθι, μα το σημαντικό είναι πως αυτή η έφεση προς το καλό να μην απολεσθεί, όταν τελειώσει το δωδεκαήμερο, οι χριστουγεννιάτικες ιστορίες πρέπει, είναι ανάγκη να μπολιάσουν τα ευάλωτα παιδιά μας, να τα στρέψουν αλλού.

 

Ερ: Ποια είναι τα σχέδιά σας για το άμεσο μέλλον;

Τα αμέσως επόμενα βιβλία μου είναι παιδικά. Το παιδικό βιβλίο δίνει την ευκαιρία στον δημιουργό τους να ανανήψει, να ξαναγεννηθεί, να «φρεσκαριστεί» προκειμένου να συνεχίσει ανανεωμένος την πορεία του στη λογοτεχνία παιδική ή ενηλίκων. Είναι σαν να επιστρέφει κανείς νοσταλγικά πίσω στις πηγές του ποταμού ατενίζοντας με χαρά από πού κατεβαίνει στην πεδιάδα τόσο γάργαρο νεράκι.